

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες, με φωνές — την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος
γιατί να μην σε έχω τώρα εδώ να πλέκεις με τα δάχτυλά σου σταυρόλεξα στα μαλλιά μου να χάνεται ο δείκτης σου στο αμείλικτο κενό ανάμεσα στο στήθος μου και να φαντάζεσαι ναυάγια στο τρίγωνο της λεκάνης μου γιατί ο
κυλάει, τρέχει, παρασέρνειπάντα προς μία κατεύθυνσηλέει όχι, πάλι όχι, ξανά όχιτόσα όχι που σε φουσκώσαν σαν μπουρί που μπουμπουνίζει από ασφυξίαστριμώχνει, σπάζει, κολλάειχρόνος, ο μέγας γιατρός!μα, αέρας πουθενάνα σβήσει κακούς υπολογιζμούςτα ζήτα που μπήκανε στη θέση των σίγμαμια φωτιά που
Αν δεν ξεχάσεις ΕΣΕΝΑ, πώς είσαι χωρίς τους φόβους, τίποτα δεν θα συμβεί απο όλα αυτά. Μακριά απο φόβους. Μόνο κακό κάνουν…
Όσο και αν χαθείς, όσο και να σε χάσεις, πάντα αυτά που αγαπάς θα είναι μέσα σου…
Αυτές οι μέρες είναι κύκλοι . Βιάζονται να έρθουν , βιάζονται όμως και να φύγουν. Σαν ομοιοπαθούσα , εγγυώμαι τη φυγή τους 🙂