Ανώμαλη προσγείωση
Μια άοσμη, άνοστη επιστροφή. Προχωράω διστακτικά προς την έξοδο παύλα είσοδο. Νιώθω σαν να με σπρώχνουν προς το χειρουργικό κρεβάτι. Γύρω φωνές. Φώτα. Φόβος. Ο φόβος του μεγάλου φωτός. Του λευκού φωτός που τρυπάει τα μάτια, πριν μουδιάσουν πάλι. Πριν τα κλείσεις και βυθιστείς σε νάρκη. Σε έναν μικρό θάνατο, που άλλοτε κρατάει περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο. Κάποτε έμοιαζε με σωτηρία. Η νάρκη, η λήθη. Τώρα θες να θυμάσαι. Στρίβεις λίγο το κεφάλι. Κοιτάζεις πίσω, μάλλον νοητά. Μια νοσοκόμα μου πιάνει το χέρι.
Μέτρησε αντίστροφα από το δέκα σου λένε. Σκέψου κάτι όμορφο. Που θα ήθελες να πας ταξίδι; Θα ήθελα να πάω στο φως. Να έρθω να σε βρω, να κυνηγάς το καλοκαίρι. Να τυλιχτώ στο βαθύ μπλε σεντόνι. Είναι στ’ αλήθεια μπλε το νερό της θάλασσας; Με τυφλώνει. Από κάπου ακούγεται βιολί. Το φως αυτό ζητάει εκεχειρία. Σκέφτομαι τα δάχτυλά σου να με αγγίζουν. Ανατριχιάζω. Όπως ανατρίχιασα την πρώτη φορά που άγγιξες τη ράχη του χεριού μου, δήθεν κατά λάθος. Κοίτα με στα μάτια, μου έλεγες σχεδόν ικετευτικά. Μου αρέσει να με κοιτάζεις στα μάτια. Το έκανα για ώρα. Μπορούσα να το κάνω χωρίς να παίρνω βιαστικά το βλέμμα μου αλλού. Τα μάτια μου κλειστά βλέπουν εσένα. Ξαφνικά μπορώ να αναπνεύσω.
Πού επιστρέφεις όταν προσγειώνεσαι στο κενό; Ίσως σε μια γυάλα. Καλά προστατευμένη και απόλυτα αποστειρωμένη. Δεν τη διαπερνά τίποτα. Ούτε η θλίψη, ούτε το γέλιο, ούτε το σκοτάδι, ούτε το φως. Οι άνθρωποι σιωπηλοί, κινούνται με απότομες, σπαστικές κινήσεις. Ακούω έναν ρυθμικό ήχο από μεταλλικά εργαλεία. Το μπιπ του οξύμετρου. Κι έναν συνεχή, υπόκωφο ήχο – την ανάσα μου. Ανοίγω τα μάτια. Γύρω όλα άσπρα. Από μια χαραμάδα της κουρτίνας μπαίνει αυθαδώς μια αχτίδα. Στο δωμάτιο ένας νεαρός γιατρός με ρωτάει χαμογελώντας πως νιώθω. Πρέπει να επιστρέψω, του λέω. Πρέπει να επιστρέψω στο φως.




