αυτό που δε φαίνεται
Μοιάζει με κάτι μικρό, χωρίς γωνίες, φτιαγμένο από συνθετικό καουτσούκ. Είναι πολύχρωμο και πολύ γρατσουνισμένο. Είναι μαλακό και σκληρό. Τόσο μαλακό, ώστε οτιδήποτε αιχμηρό να μπορεί να του αφήσει γρατζουνιά. Τόσο σκληρό, ώστε, μόλις χτυπήσει σε μια επιφάνεια, να πεταχτεί ξανά απότομα, αλλάζοντας κατεύθυνση. Πάνω, κάτω. Δεξιά, αριστερά. Πίσω απ’ όπου μόλις ξέφυγε. Δεν αλλάζει. Παραμένει αυτό που είναι. Κάτι φτιαγμένο να υποχωρεί χωρίς να παραδίδεται.
Ένα μικρό αρχείο χαραγματιών.
Καμιά φορά ένα χέρι το σηκώνει και παίζει μαζί του. Δεν έχει σημασία ποιο χέρι. Παιδικό ή γερασμένο, τρυφερό ή βαρύ, γνώριμο ή ξένο. Όλα τα χέρια, όταν κρατούν κάτι αρκετά μικρό, μοιάζουν για λίγο παντοδύναμα. Άλλοτε το αφήνουν να κυλήσει, σαν να του επιτρέπουν να διαλέξει δρόμο. Άλλοτε το πετούν με δύναμη σ’ ένα άδειο δωμάτιο και κλείνουν την πόρτα.
Εκσφενδονίζεται με μανία.
Τοίχος. Πάτωμα. Ταβάνι. Πάλι τοίχος. Δεν υπάρχει έξοδος. Μόνο επιφάνειες. Η τροχιά του, μια τεράστια μουντζούρα. Ένα μπαλάκι που το ονόμασαν τρελό. Ένα μπαλάκι παρατημένο συνεχίζει να χτυπάει. Δεν ξέρει πού πηγαίνει. Δεν ξέρει πώς να σταματήσει. Έμαθε μόνο να συνεχίζει.
Έμαθε μόνο να χτυπάει.




