Ένα ακόμα γράμμα μέχρι να φτάσω σε εσένα
τα νύχια των χεριών μου δυνάμωσαν. πήγαινε μήνες που είχαν αδυνατήσει. έσπαγαν, ξεφλούδιζαν, σαν σοβάς σε παλιό τοίχο. τα νύχια των χεριών μου, είναι ένα βαθύ μπορντό κόκκινο. όπως ήταν τα χείλη μου χθες. είχα καιρό να τα βάψω. το δέρμα των χεριών μου νιώθει μικρές ελαφριές τσιμπιές, από το πιτσίλισμα του λαδιού καθώς έκανα τηγανόψωμο. τις τελευταίες εφτά ημέρες έχω φάει ελάχιστα. τις τρεις πρώτες έφαγα δυο τρεις φρυγανιές. την τέταρτη πιέστηκα και έφαγα λίγο γιαούρτι, ντοματίνια και τυρί. η τελευταία φορά που συνέβη ήταν πριν δεκατρία χρόνια. την ημέρα εκείνου του ραντεβού. η πρώτη ήταν όταν είχαμε χωρίσει για τελευταία φορά με τον πρώτο μου έρωτα. εν τέλει χωρίσαμε πολλές φορές ακόμα μετά από εκείνη. έρωτας. λέξη ακόμα χωρίς ορισμό. ακόμα αβέβαιο αν έχουμε συναντηθεί. μα αν είναι οτιδήποτε που έχει να κάνει με το παράλογο, τότε ναι, σίγουρα. το στομάχι μου τις μέρες αυτές άρχισε να παραπονιέται. άρχισε να πηγαίνει πίσω προς την πλάτη. να μοιάζει ίσως με μια γροθιά που ανοιγοκλείνει.
το μέσα μου αυτές τις εφτά ημέρες έμοιασε με ένα τρελομπαλάκι, που κάποιος το πέταξε με δύναμη μέσα σε ένα κλειστό δωμάτιο και πηδάει με ανεξέλεγκτη ταχύτητα προς κάθε πιθανή κατεύθυνση. χωρίς ρυθμό, σκοπό ή περιορισμό. ένα τρελομπαλάκι που κάποτε, πλέον σπάνια, κάποιος θα το πάρει στο χέρι του, να παίξει. ίσως το παίρνει γιατί είναι πολύχρωμο. ίσως γιατί του αρέσει να παίζει. ίσως και τα δύο. όταν το πιάσει δεν ξέρει πόσο καιρό θέλει να το κρατήσει. δεν ξέρει αν θα του αρέσει το παιχνίδι. αν θα το βαρεθεί. το μέσα μου μοιάζει με ένα μικρό μπαλάκι από καουτσούκ. έχει τα δικά του θέλω, τη δική του άποψη, δύναμη και ένταση. εγώ είμαι το έξω. το έξω που δεν μπορεί να ελέγξει το μέσα. ίσως τελικά είμαι η μαριονέτα του μέσα. εφτά ημέρες για να σβήσουν τρισήμιση χρόνια. ένα ακόμα γράμμα. και βρέθηκα ξαφνικά στο ταβάνι, τρύπησα τον τοίχο, βγήκα στη σκεπή, ανέβηκα στην κορυφή του κόσμου κι έπεσα κατακόρυφα.




