Βρίσκομαι στην πόλη του τότε. Κάθομαι σ’ ένα παγκάκι στο παρκάκι της Περραιβού. Πέρυσι, τέτοια εποχή, ήμουν στο νησί των γενναίων. Πέρασα το Πάσχα με κάποιον που με ήθελε — νομίζω. Τώρα είμαι στο σπίτι με τους γονείς. Δε θυμάμαι αν υπήρξε άλλη φορά που να ήμασταν μόνο οι τρεις μας. Τα μάτια μου είναι θλιμμένα. Νιώθω τα βλέφαρά μου να γέρνουν προς τα κάτω, σαν η βαρύτητα να ασκεί πάνω τους μια επιπλέον δύναμη. Χθες πήγαμε στο γωνιακό ουζερί, μερικά τετράγωνα πιο κάτω. Παραγγείλαμε χταπόδι, τηγανητές πιπεριές, πατάτες, χόρτα. Οι μερίδες ήταν μεγάλες. Αυτό μου έκανε εντύπωση, χωρίς να ξέρω γιατί. Με τη μητέρα μου, μερικές φορές συνεννοούμαστε. Τις περισσότερες, όχι. Σήμερα γίνεται εβδομήντα. Ο πατέρας μου πλησιάζει τα ογδόντα. Είναι πια παππούδες. Δεν ακούνε καλά, το δέρμα τους λεπταίνει, τα μαλλιά τους γκριζάρουν. Δεν μπορώ να φανταστώ τον πόνο εκείνης της μέρας, ακόμη κι αν καμιά φορά, φαντάζει σαν ανακούφιση. Δε θέλω να φανταστώ πως μπορεί να υπάρξει μοναξιά μεγαλύτερη από την τωρινή, κι όμως, πιστεύω πως υπάρχει.
Η πόλη του τότε είναι ανθισμένη. Τα δέντρα και οι θάμνοι έχουν κάθε λογής λουλούδια. Σήμερα περπάτησα και τα είδα· πασχαλιές, μια κίτρινη τριανταφυλλιά, ένα δέντρο με έντονα ροζ μπουμπούκια, που δεν ξέρω πως λέγεται. Πήγα ως τον Ρόδον. Πήρα ένα κωκάκι, ένα σουδάκι, ένα κορνεδάκι κι ένα καρυδάτο, πάντα σε σακουλάκι, κι ας επέμενε η κοπέλα να μου τα βάλει σε κουτί — για να μην λερωθώ, είπε. Δεν τα λαχταρούσα όπως παλιά. Από τότε που ήρθα, κάτι σα να μου έκοψε την όρεξη. Ήθελα όμως την παρέα τους, να αναπολήσω το τότε. Εκείνο το τότε, που τώρα μοιάζει να μην ήταν τόσο άσχημο τελικά. Τα Πάσχα με τις αδερφές δεν θα ξανάρθουν. Το Ρόδον το ανακαίνισαν· «ήταν καιρός», είπε η κοπέλα. «Καμιά φορά δεν είναι κακό να μένει κάτι όπως είναι», είπα εγώ. Τα έφαγα όλα, το ένα μετά το άλλο, καθώς σκεφτόμουνα τις θερμίδες και τη ζάχαρη. Παλιά δεν με απασχολούσαν αυτά. Τα δόντια μου αντέχουν ακόμα· το είπε χθες και ο οδοντίατρος. Λίγη τερηδόνα που με ανησυχούσε, δεν είναι τίποτα, είπε. Μπορεί να μείνει έτσι άλλα ογδόντα χρόνια. «Τα δόντια σου είναι για φωτογραφία», είπε και με έδιωξε. Ένιωσα μια παράξενη θλίψη που έφυγα έτσι· περίμενα πως θα χρειαζόμουν κάτι, ίσως ένα σφράγισμα. Με διώχνει ακόμα και ο οδοντίατρος, σκέφτηκα.
Θα ήθελα να μείνω λίγες μέρες ακόμη. Να μην κάνω τίποτα. Να μην μου ζητείται τίποτα. Άρχισαν να πέφτουν κάποιες σταγόνες. Από το παρκάκι βρέθηκα στα σκαλάκια ενός παλιού σπιτιού. Η βροχή που δεν ξεκίνησε ποτέ, σταμάτησε. Είναι Μεγάλη Τετάρτη. Πέρυσι κάποιος με δόξαζε σαν Θεό· εγώ τον σταύρωνα, τον στόλιζα στεφάνια από ερωτηματικά και αμφιβολίες. Η πόλη του τότε δεν με αναγνωρίζει πια. Οι Μεγάλες Εβδομάδες εκείνες δεν θα έρθουν ξανά. Είναι βαρύ και άδικο να μην ξέρεις πότε είναι η τελευταία φορά. Η βροχή ξεκίνησε. Μυρίζει βρεγμένο χώμα. Βροχή, βρεγμένο, βρεγμένος, βροχερός, βροχοσταλίδες, αδιάβροχο, ξεβρέχω, αναβροχιά.


Leave a Reply