στη στριμωγμένη Κυριακή
των καλεσμένων της μαμάς σου
ξεγλιστρούσες από το σαλόνι, πήγαινες μέσα μόνη
και ο ουρανός έπαιζε άλλη μουσική
στου auditorium τη σιωπή
κάτω απ’ το βλέμμα του μαέστρου
ξεγλιστρούσες απ’ το χάδι του ήχου
κι όλους αυτούς που βήχουν
κι έβγαινες έξω εκεί που φώναζε η ζωή
μια μέρα που έπεφτε βροχή
κι έλειπε το ένα σώμα απ’ το άλλο
ξεγλιστρούσες από το σεντόνι
και κοιταζόσουν μόνη σ’ έναν καθρέφτη
που δεν το ‘χε ακόμα πει
στην αμοντάριστη στιγμή
λίγο μετά από την αγάπη
ξανά θα ξεγλιστράς απ’ το κενό σου
και δίπλα ο θάνατός σου θα λέει
φεύγω κι άντε πάλι απ’ την αρχή
στην τώρα φωτιστή σκηνή
λίγο μετά από την αγάπη
όταν με την ομορφιά σου μόνο
θα φτιάξεις νέο χρόνο
όλες τις μέρες που δεν ήμουνα εκεί
«Σβήσε το φως, είναι αργά. Αργά για οτιδήποτε.»
Leave a Reply