Christina Parascha
Nuvole Bianche*
Το κορίτσι που θα δώσει λάμψη στον κόσμο σου και νόημα σε ό,τι για τους άλλους δεν έχει.
Το κορίτσι που θα σε κάνει να χαμογελάς, βλέποντας μόνο το δικό του χαμόγελό.
Το κορίτσι που το ονομάζεις παράξενο.
Που δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη, όταν έχει πάρα πολλά να πει.
Το κορίτσι που ξέρει συντακτικό, αλλά προτιμάει να χρησιμοποιεί το δικό της.
Το κορίτσι που βάζει στο τέλος της πρότασης το αφού.
Το κορίτσι που δεν μπορείς να αποκωδικοποιήσεις.
Αυτού που σε χαλάει τ’ όνομά του, τα ρούχα του, τ’ άρωμά του, μα πιο πολύ που δεν είναι δικό σου.
Βρες το κορίτσι που σου πάει κόντρα και που διαφωνεί πάντα μαζί σου.
Το κορίτσι που σε ενοχλεί ο χαρακτήρας του, αλλά αποζητάς τη συντροφιά του.
Το κορίτσι που κάθεται μόνο του στα καφέ και διαβάζει.
Αυτό που δεν φοβάται τους αγνώστους, αλλά φοβάται λίγο το άγνωστο.
Που δύσκολα θα σε βάλει στην ζωή του κι ακόμα δυσκολότερα θα σε βγάλει.
Που θα το κάνεις ευτυχισμένο αν του πάρεις μπαλόνι που πετάει και μπουκαλάκι για να κάνει σαπουνόφουσκες. Κι αν το πας στο λούνα παρκ και τρέξετε μαζί ως την άκρη του δρόμου.
Που θα ανέβετε μαζί στα συγκρουόμενα, και στο ρόλερ κόαστερ και θα γαντζώνεται από πάνω σου γιατί θα φοβάται. Το κορίτσι που θα χορέψεις μαζί του στο κέντρο της πλατείας.
Το κορίτσι που θα το πας σινεμά και θα σε φιλάει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας.
Το κορίτσι που ενθουσιάζεται με τα μικρά.
Βρες το κορίτσι που έχει βλέμμα αγνό και χαμόγελο αθώο.
Το κορίτσι που θα σε κάνει να νιώσεις πάλι παιδί.
Που θα σου θυμήσει όλα εκείνα που ονειρευόσουνα τότε.
Βρες το κορίτσι που θα ξεθάψει τα όνειρα που έθαψες.
Το κορίτσι που θα πηγαίνετε μαζί γήπεδο και θα σου φτιάχνει πορτοκαλάδα όταν παίζεις μάνατζερ και θα πλένετε μαζί το μπαλκόνι και θα παίζετε μπουγέλο. Και θα κάνετε έρωτα παντού.
Το κορίτσι που ονειρεύεται γαμήλιο ταξίδι στη Ντίσνειλαντ κι όχι στις Κανάριους Νήσους.
Που βρίσκει τον εαυτό της σε παραμύθια, και σε ταινίες και σε στίχους.
Το κορίτσι που δεν την τρομάζει το διαφορετικό.
Που προτιμάει να την πας βόλτα με αερόστατο, κι όχι με Φεράρι.
Το κορίτσι που δεν της αρέσουν τα πρώτα ραντεβού.
Που θα σε πάει περίπατο στο δάσος, αντί στην καφετέρια.
Που θα σκεφτεί 3 μήνες πριν τι δώρο θα σου πάρει στα γενέθλιά σου.
Το κορίτσι που διαβάζει Καβάφη και Ελύτη.
Που πιστεύει στην αγάπη κι ας μην την έχει βρει ποτέ.
Το κορίτσι που θα σου διαβάσει για να αποκοιμηθείς.
Που θα σου χαϊδεύει το χέρι όλη τη νύχτα και τα μαλλιά (και θα σου ψιθυρίζει στ’ αυτί τα όνειρά της για εσάς.)
Το κορίτσι που ακούει Ludovico Einaudi.
Που κλαίει στις ρομαντικές κομεντί κι όταν τελειώνει ένα ωραίο βιβλίο.
Το κορίτσι που δε λέει σ’ αγαπώ.
Το κορίτσι που κανείς δεν καταλαβαίνει.
Βρες το και γίνε εσύ αυτός που θα το καταλάβει.
Κι αν το βρεις, πρόσεχέ το. Υπάρχουν λίγα απ’αυτά.
Πρόσεχέ το, γιατί ξαφνικά θα αναρωτηθείς πως έγινε απλά,
“το κορίτσι που κλαίει πριν να φύγω, και μετά με ξεχνάει λίγο-λίγο”.
Και δε θες να σε ξεχάσει ένα τέτοιο κορίτσι. Θέλεις;
Δε γκαπ
Το μούδιασμα.
Το τίποτα.
Το κενό.
Το άδειασμα.
Το μηδέν.
Έρχεται μια στιγμή που η καρδιά σου δεν είναι απλά ραγισμένη. Δεν είναι κομματιασμένη. Έχει μια τρύπα. Μια τεράστια τρύπα κάπου στη μέση, ή λίγο πιο δεξιά, που ότι και να πέσει μέσα εξαφανίζεται. Δεν την ακουμπάει καν. Πέφτει και χάνεται. Δεν ξέρω που πάει, αλλά είναι σαν να μην πέρασε ποτέ από εκεί. Οτιδήποτε κι αν σου δίνουν. Αγάπη, μίσος, αδιαφορία, ενδιαφέρον, ζήλεια. Δε σε αγγίζει τίποτα. Νιώθεις μόνο να πνίγεσαι και να σε ενοχλεί η παρουσία παλιών και καινούριων. Των πάντων.
Δεν ήσουν πάντα έτσι. Χρειάστηκαν πολλά για να καταλήξεις εδώ. Ταλαιπωρήθηκες, παιδεύτηκες, υποτιμήθηκες, έψαξες την αγάπη και απέτυχες, πήρες κάτι άλλο από αυτό που άξιζες. Ενώ εσύ έδωσες τον εαυτό σου και την ψυχή σου ολόκληρη, και αγάπησες και πόνεσες με τον πόνο των άλλων. Και μετάνιωσες και ζήτησες για συγχώρεση και συγχώρεσες. Ώσπου ξαφνικά μηδενίζεις. Και ξεχνάς ποιος ήσουν και τι ήθελες και τις αρχές σου και τα πιστεύω σου και γίνεσαι κάποιος άλλος. Που ούτε εσύ σε αναγνωρίζεις στον καθρέφτη. Κι αρχίζεις να κάνεις κακό στον εαυτό σου. Γιατί όταν δεν μπορείς να δεχτείς τίποτα από κανέναν, εκτός από τον εαυτό σου, τότε είναι να σα να ρίχνεις πισώπλατες μαχαιριές εσύ, σε εσένα.
Κύκλους κάνει η ζωή. Θα ξανανιώσεις. Και θα αγαπήσεις. Και θα πονέσεις. Και θα μαλακώσει η καρδιά σου. Μα ως τότε δικιά σου η επιλογή αν θα κλείνεις σιγά-σιγά το κενό ή θα το αφήνεις να μεγαλώνει.
Απομυθοποίηση
-Δεν πιστεύω τίποτα.
(πια).
Αθώα βλέμματα
Τα μάτια που δεν έχουν δει και δεν έχουν μάθει ακόμα πολλά.
Που δεν γνωρίζουν τι κρύβεται πίσω από αυτά που βλέπουν.
Που δεν έχουν πληγωθεί και διψούν να εξερευνήσουν τον κόσμο.
Που είναι γεμάτα αλήθεια και δεν έχουν να κρύψουν τίποτα.
Αν κάτι εξωπραγματικό θα ήθελα περισσότερο αυτή τη στιγμή στη ζωή μου, θα ήταν αυτό.
Θα ‘θελα να ήμουν στο δημοτικό. Όπου η μόνη μου έγνοια ήταν το παιχνίδι.
Όπου το μόνο που έκανα ήταν να χαμογελάω, να σκαρφαλώνω σε δέντρα, να τρέχω σε ξέφωτα και να φτιάχνω πυργάκια στην άμμο. (Εκείνα τα πυργάκια – όχι δεν πείραζε που τα έφτιαχνα.)
Όπου το μόνο μου πρόβλημα ήταν μια άσκηση στα μαθηματικά που δεν καταλάβαινα.
Και έπειτα ερχόταν ο μπαμπάς μου, μου την εξηγούσε και όλα λύνονταν.
Ως διά μαγείας.
Όλα ήταν τόσο απλά τότε.
Χαιρόμουν που έτρωγα μαλλί της γριάς και είχα μπαλόνι να πετάει.
Χαιρόμουν που έπαιρνα σε όλα τα μαθήματα Α΄ και ήμουν καλή μαθήτρια.
Χαιρόμουν κι ας μη με ήθελε το αγοράκι που μου άρεζε.
Πόσο ζηλεύω τα αθώα βλέμματα.
Τα βλέπω παντού τελευταία.
Με κοιτούν πολλά παιδάκια και νιώθω σα να θέλουν να μου κάνουν μια ερώτηση.
“Γιατί δεν είσαι χαρούμενη όπως εμείς;”
Τί να τους απαντήσεις;
Το δικό σου βλέμμα δεν είναι αθώο πια. (Δεν υπάρχει γέφυρα επικοινωνίας.)
Μια τυχαία ιστορία.
Μπήκε στο αμάξι. Αυτό το ταξίδι θα ήταν καθοριστικό. Δεν θα ήταν ένα ταξίδι από μια πόλη σε μια άλλη. Θα ήταν ένα ταξίδι από έναν κόσμο σε έναν άλλον. Από τον κόσμο των συναισθημάτων στον κόσμο του τίποτα. Το είχε αποφασίσει. (Πάντα το έκανε αυτό το λάθος. Έβαζε χρονοδιαγράμματα και τώρα αυτό και εκείνο τότε και όλα τα έφτιαχνε στο μυαλό της όπως αυτή ήθελε και ακόμα να καταλάβει ότι σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιούνταν τα σχέδιά της. Παρόλαυτά το είχε κάνει και αυτή τη φορά.) Καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Ποτέ δεν της άρεσε αυτή η θέση. Και πρέπει να μιλάς και να κρατάς παρέα στον άλλον και να είσαι ευδιάθετος. Αυτή όμως δεν ήταν. Προτιμούσε τις πίσω θέσεις. Εκεί που δεν αναγκαζόταν να βάλει τη ζώνη ασφαλείας. Εκεί που κουλουριαζόταν και δεν έβλεπε το δρόμο, τον χιλιομετρητή, να γράφει τα χιλιόμετρα να περνούν, τις απειλητικές προσπεράσεις. Δίπλα της αυτός. Όχι, όχι αυτός που θα ήθελε. Αυτός όμως που αντιπροσώπευε κάθε “αυτός” στη ζωή της. Ο πατέρας της. Ποτέ δεν είχε διαλευκάνει τα συναισθήματά της γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Αυτό που κατάλαβε όμως πρόσφατα ήταν ένα. Ότι πάντα αναζητούσε κάτι που του έμοιαζε.
Ήταν καλός αλλά και απόμακρος. Όχι ότι δεν έκανε αγκαλιές και χάδια, αλλά μάλλον ήταν μετρημένα. Κλειστός χαρακτήρας, δύσκολος να πιάσεις κουβέντα. Όχι, θα ήταν λάθος να το πω αυτό. Μιλούσε πολύ, είχε χιούμορ, θα μπορούσε να συζητάει με τις ώρες, αλλά πάντα για άσχετα θέματα, επικαιρότητα, πολιτική, ανούσια πράγματα. Όχι αυτά τα ουσιαστικά, αυτά της καρδιάς. Σ’ αυτές τις συζητήσεις πάντα δυσκολευόταν. Έχανε τα λόγια του. Αυτό έψαχνε μια ζωή. Αυτό προσπαθούσε να κατακτήσει. Πάντα το δύσκολο. Το άπιαστο. Για όσους ανθρώπους ήθελε στη ζωή της, πάντα χρειαζόταν να παλέψει. Όχι, αυτοί που την ήθελαν στη δική τους ζωή, σ’αυτών τις ζωές δεν ήθελε να μπει. Πάντα στις ζωές των άλλων. Στις ζωές αυτών που δεν την χρειαζόταν, που δεν την είχαν ανάγκη, στις ζωές ψυχρών ανθρώπων, στις ζωές ανθρώπων που μόνο παγοκολώνα θύμιζαν. Ναι, όλη της η ζωή αυτό προσπαθούσε. Να κατακτήσει την αγάπη. Να κατακτήσει την αγάπη ανθρώπων που δεν είχαν να της δώσουν.
Έβρεχε σε όλη τη διαδρομή. Προσπαθούσε να κρατήσει τα δάκρυά της. Δεν ήθελε να τη δει έτσι. Δεν ήθελε να τον στεναχωρεί. Ποτέ δεν το ήθελε. Ούτε αυτόν, ούτε τους άλλους. Κι όμως αυτό έκανε. Πάντα στεναχωρούσε, απογοήτευε, πλήγωνε και πληγωνόταν. Πως το κατάφερνε ούτε κι αυτή ήξερε. Η ώρα περνούσε. Το ταξίδι έφτανε στο τέλος του και ο “προορισμός” ερχόταν όλο και πιο κοντά. Και αυτή όλο και πιο ανέτιμη γι’αυτό που είχε αποφασίσει. Όχι, δεν ήταν καλή στο να αφήνει πίσω της κομμάτια της ζωής της, όσο λανθασμένα και να φάνταζαν αυτά. Η βροχή δεν σταματούσε. Έμπαιναν σε τούνελ, σήγαγγες σκοτεινές και ένιωθε σα να βλέπει ταινία ή κακό όνειρο. Ξέρετε, απ’ αυτά που ξυπνάς και έχεις κάποιον να του τα διηγηθείς μετά. Μια λάθος τιμονιά. Μια λάθος κίνηση. Μόνο αυτό σκεφτόταν. Ήθελε να τον σπρώξει, να αρπάξει το τιμόνι στα χέρια της και να… Όχι, ήταν πολύ πιο δειλή απ’ όσο πίστευε. Δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Και φυσικά και δεν σκεφτόταν όλους αυτούς που θα άφηνε πίσω. Τον εαυτό της σκεφτόταν, τον εαυτό της και τα ηλίθια όνειρά της. “Κάποτε θα ‘ναι όλα, σα ‘να να ναι καλοκαίρι.” Γελούσε και η ίδια μερικές φορές με αυτά για τα οποία ήλπιζε.
Κατέβηκε από το αμάξι. Πάτησε τα πόδια της στη γη. Και… Έχει τέλος η ιστορία. Αλλά πείτε μου, ποιον θα ενδιέφερε το τέλος μιας τυχαίας ιστορίας;



