Τήξη
Σαρλότ
Ντούραμ
Μιάμι
Λος Άντζελες
μα αυτή
να ονειρεύεται
διαρκώς
την Αίτνα
και
τη λάβα της
να ποθεί
αγωνιωδώς
ένα ηφαίστειο
ενεργό
να μπει μέσα
να λιώσει
Σαρλότ
Ντούραμ
Μιάμι
Λος Άντζελες
μα αυτή
να ονειρεύεται
διαρκώς
την Αίτνα
και
τη λάβα της
να ποθεί
αγωνιωδώς
ένα ηφαίστειο
ενεργό
να μπει μέσα
να λιώσει
να ανοίξω
τα πόδια
να σπρώξεις
δυνατά
να φτάσεις
βαθιά
– εκεί
πάνω απ’το ήπαρ –
να μπεις
να βγεις
να μπεις
να βγεις
να μπεις
να βγεις
να μπεις
να βγεις
και μετά
να μου πεις
πως κουράστηκες
τη θάλασσα τη φοβάμαι
φοβάμαι το βάθος της
το κρύο της
και το μπλε της
τις αντανακλάσεις της
τη δήθεν αθωότητά της
εμένα
που αφήνομαι σ’αυτήν
σκιάζομαι
το βυθό της
το θυμό της
την ηρεμία της
την τιμωρία της
όσα μου κρύβει
όσα δεν μπορώ να δω
τη θάλασσα τη φοβάμαι
αφού δεν είναι δική μου
αφού δεν μπορώ
να την κάνω δική μου
κάθε που
πιο σφιχτά την κρατώ
πιο έντρομα
ξεφεύγει απ’ τα χέρια μου
τη φοβάμαι
δεν στο κρύβω
όπως
όσο
ακριβώς
φοβάμαι
εσένα
όπως/όσο/ακριβώς
φοβάμαι
ό,τι αγαπώ
ό,τι τρέμω
μην χάσω
ένας Καζούλης που
δεν αγγίζει τίποτα πια
άτοπες συζητήσεις που
δεν μπορεί, κάτι θα
μα, δεν, τίποτα
γλυκό ταψιού
στις τρεις το ξημέρωμα
όχι ένα, ούτε δύο
ίσως τρία, με παγωτό μαστίχα
από τα βαριά που λιγώνουνένα ασταμάτητο κλάμα
από το πουθενά
αυτό το πουθενά, που
πάντα είναι κάπου
οικογένειες που απολαμβάνουν
αμέριμνα τις διακοπές τους
ένας μπαμπάς που μασάει
ησύχως τα σπόρια του
μια μαμά που επιμένει να
καπνίζει παρά τις επιπλήξεις
της κόρης της
κι ένας επίμονος βήχας στην
τουαλέτα ενός καταστρώματος
μπλε, απέραντο μπλε και άσπρο
κι εσύ, ξανά εσύ
να πάρεις τη θέση σου