Χέρι-χέρι
δεν είναι πως
κουράστηκα να περιμένω
είναι που κάπου
στην αναμονή
ξέχασα πως μοιάζει
να ζεις τη ζωή
στο εμείς
[ Φλόριντα, Μάρτιος 2017 ]
δεν είναι πως
κουράστηκα να περιμένω
είναι που κάπου
στην αναμονή
ξέχασα πως μοιάζει
να ζεις τη ζωή
στο εμείς
[ Φλόριντα, Μάρτιος 2017 ]
στο δέρμα μου κάνουν παρέα κάτι κόκκινες κυλίδες. δίπλα μου κατουρούν κάτι σκυλιά. καμιά φορά με βάζουνε να διαλέξω ανάμεσα στους σκύλους και τις γάτες. δεν έχω τι να απαντήσω. δεν επικροτώ την πουλημένη αγάπη. τόση μοναξιά που μια μέρα αγοράζεις κάποιον που θα σ’αγαπάει όσο τον ταίζεις. ειρωνεία. τους ανθρώπους μια μέρα σταματάμε να τους ταίζουμε, να τους ποτίζουμε. τους αφήνουμε να λυσσάξουν για λίγη προσοχή κι ίσως κάπου βαθιά το ευχαριστιόμαστε που τους τη στερούμε. τους ανθρώπους κάποια στιγμή τους βαριόμαστε. δεν άκουσα ποτέ κανέναν να βαρεθεί το σκυλί του. ας είναι. προς Θεού μην παρεξηγηθώ, δεν είναι σκοπός μου να τα βάλω με τα ζωντανά. προχθές επισκέφτηκα στο σπίτι του Χέμινγουέι, είχε λέει 4 γυναίκες και 53 γάτες. πόσο θαυμάζω τους ανθρώπους που δεν το βάζουν κάτω ποτέ. πάλι έχασα όμως το δρόμο. πόσους συνειρμούς να αντέξει ένα μυαλό. συχνά συμβαίνει αυτό τελευταία – χωρίς δυστυχώς να ξέρω που ακριβώς αποσκοπεί. θες να πεις όχι, λες ναι. θες να μείνεις, φεύγεις. θες να μιλήσεις, χορεύεις. θέλεις να φιλήσεις, φιλάς. ποτέ δεν ξέρεις τι θα γίνει, μέχρι να γίνει. /// την πρώτη φορά που τον είδα μου φάνηκε κουλ. κουλ με μία μεγάλη δόση επιφάνειας. εξυπνάδα για βιτρίνα. πρόσεξα επίσης το ύψος του και τα μεγάλα του χέρια. δεν έδωσα σημασία. δεν έδωσε κι αυτός. ποτέ δεν ξέρεις τι θα γίνει μέχρι να γίνει. τα χείλη μας ταίριαξαν. ήξερε όλα τα βήματα. σα να είχε μελετήσει εγχειρίδιο. αργά. γρήγορα. απαλά. άγρια. προς μεγάλην μου έκπληξη κατάφερε ό,τι δεν κατάφερε κανείς. το Σάββατο ήταν καλύτερο από την Πέμπτη. τότε πρόσεξα εκτός από το ύψος του και τα μεγάλα του χέρια, τις κόρες των ματιών του όταν χαμογελούσε. πως ανεβοκατέβαινε το στέρνο του όταν ανέπνεε. πως έτρεμε το χέρι του όταν πλησίαζε το δικό μου. αν κάποιος μου ζητούσε να τον περιέγραφα θα έβρισκα μονάχα ένα επίθετο. κουλ. το πιο κουλ άτομο που γνώρισα ποτέ. /// lust. άνω και κάτω τελεία. λαγνεία. πόθος. ασέλγεια. άμετρος επιθυμία. η στέρηση προκαλεί την υπερβολή. την ατελειώτη σεξουαλική επιθυμία χωρίς καμία συναισθηματική εμπλοκή. ανανάς, πάγος, μάνγκο, βούτυρο, θάλασσα, κάψιμο, ταχύτητα, βάθος, σάλιο, πείνα, γλυκό, αλμυρό, παραπάνω. δεν θα πω ψέματα. τα χείλη του ήταν τα πάντα. τα πάντα χωρίς τα χείλη που έλειπαν. πόσα στόματα είναι αρκετά για να καλύψουν μια επιθυμία; με ρωτάς; θα πω μια νύχτα δεν είναι αρκετή. ούτε ένα κρεβάτι. ούτε ένα ξημέρωμα. ούτε ένας πορτοκαλί ήλιος ολόγιομος. ούτε ένα βίντεο. ούτε ένα χάπι. ούτε ένα μπάνιο μαζί. ούτε να λούσω τα μαλλιά σου. ούτε να σε γλύψω παντού. αν με ρωτάς όλα αυτά δεν είναι αρκετά. ούτε να μου πιάσεις το μπούτι. ούτε να μου σφίξεις το λαιμό. ούτε μια πολαρόιντ. ούτε ένα ταξί για το σπίτι σου. ούτε ένας ύπνος μαζί. αν με ρωτάς όλα αυτά δεν είναι αρκετά. πάλι έχασα όμως το δρόμο. πόσους συνειρμούς να αντέξει ένα μυαλό. αν με ρωτάς όλα αυτά που δεν είναι αρκετά είναι για εσένα. αυτά θυμάμαι. και κυρίως εσένα, Όλιβερ. είσαι κουλ. και σε πάω. ///
Σαρλότ
Ντούραμ
Μιάμι
Λος Άντζελες
μα αυτή
να ονειρεύεται
διαρκώς
την Αίτνα
και
τη λάβα της
να ποθεί
αγωνιωδώς
ένα ηφαίστειο
ενεργό
να μπει μέσα
να λιώσει
τελευταία εικοριτετράωρα στο γαλάζιο σπίτι. ξέρει κανείς πως οφείλεις να νιώσεις όταν γνωρίζεις πως κάτι δεν θα το ξαναδείς ποτέ; εγώ δεν ξέρω. κάθε δύο δεύτερα της ώρας μου λένε πως θα τους λείψω. ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τέτοια επίδραση όταν και μονάχα δεν προσπαθώ γι’αυτήν. έχω συνέχεια ταχυπαλμίες κι ο ύπνος μου είναι άστατος. βλέπω περίεργες εικόνες. ανακατεμένα χθες με σήμερα και αύριο. η κάποτε ζωή μου παρελαύνει βιαστικά μπροστά από τα μάτια μου χωρίς να με αφορά να εστιάσω. πόσο παράξενο αίσθημα το δεμενοιάζειπια. πόσο αλλόκοτο που όλα έχουν την λάμψη που θα τους δώσεις εσύ. ταχυπαλμίες ξανά. μια μόνιμη έλλειψη κάτι μη ορισμένου. ένα κενό σφινωμένο μέσα μου. δύο σταγόνες να κρέμονται μόνιμα στο εσωτερικό των ματιών μου. προχθές έγινα θεία. ένα μικροσκοπικό πλάσμα που αναπνέει ρυθμικά έχει λίγο από το αίμα μου. παραπροχθές ένα αγόρι 22 χρονών με ρώτησε για τη ζωή μου. 10 χρόνια από σήμερα. όσα απάντησα μοιάζουν μάλλον πολύ μακρινά για να τα φτάσω. όπως έμοιαζαν όλα όσα έφτασα και πλέον είναι πολύ κοντινά για να με ενθουσιάσουν. που πήγαν τα γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ; που παρέπεσαν οι καρτ-ποστάλ που έγραψα; τι λέει στην τελευταία σελίδα του σεναρίου; γιατί τόση αγωνία;
Δεν ξέρω πως μοιάζει, ούτε πότε έρχεται, νομίζω όμως πως είναι η μέρα εκείνη που αρχίζεις να κρύβεσαι από το χρόνο. Η μέρα που αρνείσαι να σβήσεις τα κεριά κι αφού σου επιβάλλεται, μόνη σου ευχή είναι να σταματήσουν οι δείκτες. Η μέρα που όλος ο χρόνος δεν είναι μπροστά σου, αφού έχεις ήδη αρκετό πίσω σου. Τότε που τα χρόνια εκείνα μοιάζουν μακρινά. Τα χρόνια. Εκείνα. Τα γεμάτα καλοκαίρια, ζουμιά, χτυπήματα, θρανία, αθωότητα. Τότε που μόνη σου ευχή ήταν οι δείκτες να καλπάσουν. Τα χρόνια γεμάτα χρόνο, άδειες μέρες, γεμάτες μουσικές, μακαρόνια, αμφιθέατρα, αγόρια που νόμιζες θα αγαπάς για πάντα, κορίτσια που έμοιαζαν απλησίαστα, αφέλεια. Μοιάζει νομίζω με εκείνη τη μέρα που το μέλλον που κάποτε φάνταζε σαν αφράτο μαξιλάρι που ακουμπούσες πάνω του όλα σου τα χάπι έντιγνκς είναι πια παρόν. Το χέρι που έκοβε αμέριμνα τις μέρες του χρόνου ψάχνοντας από πίσω για καινούριο απόφευγμα, ξεχνάει να τις γυρίσει σε μια απελπισμένη προσπάθεια αιώνιας νιότης και αρχίζεις να διπλοκοιτιέσαι στον καθρέφτη σε μια αναζήτηση αυτής της ανεπιθύμητης γραμμής δίπλα από το μάτι ή της λευκής τρίχας, που μπορεί να μην βλέπεις μα φαντάζεσαι να τρέχουν ορμητικά καταπάνω σου.
Είναι νομίζω εκείνη η ίδια ημέρα που πρέπει να πάρεις παράμερα τον ώριμό εαυτό σου και να του πεις να σταματήσει να κάνει σαν παιδί, αφού πια παιδί δεν είναι. Να περάσεις το χέρι σου στους ώμους του, να τους στρίψεις λίγο προς τα πίσω, να δει πως η αφετηρία είναι κάπου μακρυά, άρα έχεις φτάσει σε ένα κάπου. Να του θυμήσεις πως η ζωή δεν είναι δεν είναι παιχνίδι ταχύτητας, όπου πηδάς από κουτάκι σε κουτάκι σε μια προκαθορισμένη διαδρομή, με νικητή όποιον φτάσει πιο γρήγορα στο τελευταίο. Μοιάζει περισσότερο με επιτραπέζιο, με άγνωστες αποστολές και παγίδες και άτυχες ζαριές που σε πηγαίνουν δυο βήματα μπροστά, πέντε πίσω. Νίκη, όποιος ίσως καταφέρει να αγαπήσει το κάθε κουτάκι όσο τα προηγούμενα, όσο τα επόμενα. Να πάρεις τώρα τον ωριμό σου εαυτό, να περάσεις και το άλλο χέρι πίσω στους ώμους και να τον κάνεις μια αγκαλιά, γιατί μπορεί πια παιδί να μην είναι, μα ίσως την χρειάζεται περισσότερο. Να του πεις επίσης να διαβάσει την Ιθάκη του Καβάφη. Γιατί, άνθρωποι είμαστε και ξεχνάμε, πάντοτε και διαρκώς τα πιο σημαντικά.
