Ανέκδοτες εκδοχές
Κι έρχονται κάτι απογεύματα, κάτι βράδια, κάτι πρωινά. ‘Έρχονται κάτι στιγμές που στέκεσαι.
Κοιτάς αφηρημένα έξω από το παράθυρο και ρωτάς τι λείπει.
Επιβλητικά. Ανυπόμονα. Περιμένεις.
Κάθε ερώτηση, περιμένει να απαντηθεί. Κάθε ερώτηση έχει μια απάντηση.
Σε τούτη όμως υπάρχουν δύο.
Όχι απαντήσεις, αλλά εκδοχές. Και οι δύο με αρνητικό πρόσημο.
Η πρώτη είναι να απαντήσεις αμέσως. Σου λείπει κάτι, το ξέρεις, υποφέρεις.
Έχεις όμως την ευκαιρία να προσπαθήσεις να κερδίσεις. Να κερδίσεις αυτό που σου λείπει.
Να νικήσεις.
Η άλλη εκδοχή είναι αυτή του χάους.
Δεν απαντάς. Δεν ξέρεις τι να απαντήσεις. Έχεις τα πάντα και συγχρόνως τίποτα.
Όλα είναι στη θέση τους. Στη ζωή σου υπάρχει μια τάξη.
Ξαφνικά βρίσκεσαι να μισείς την τάξη. Να μισείς τα συμβατικά που τόσο επιθυμούσες.
Να σιχαίνεσαι όλα αυτά για τα οποία κάποτε ευχήθηκες. Να σου προκαλούν αηδία αυτά που έχεις. Να μην αντέχεις τους άνθρωπους που συναναστρέφεσαι. Να μην αντέχεις αυτό που είσαι.
Έρχονται κάτι απογεύματα, κάτι πρωινά, κάτι βράδια.
Το διάλειμμα τελειώνει. Η ερώτησή σου έχει μείνει αναπάντητη.
Εύχεσαι στο επόμενο διάλειμμα να κοιτάς από άλλο παράθυρο. Και η ερώτηση να είναι άλλη.
Πιο εύκολη.
Απολείπειν ο θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές —
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές —
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1911)