Δεν περνάω καλά μαμά. Τα βράδια πονάει η κοιλιά μου φριχτά και κλαίω καμιά φορά. Δεν ξεχνάω να φάω όπως σου λέω μαμά, η αλήθεια είναι πως δεν έχω το κουράγιο ούτε νερό στην κατσαρόλα να βάλω. Μεγαλώνω μαμά το
θέλω τέλος (ή και ταυτόχρονα) να γνωρίσω έναν άνθρωπο όμορφο. όμορφο στην όψη και στην καρδιά. θέλω όταν γνωριστούμε τα μάτια μας να καρφωθούν μεταξύ τους κι ανάμεσα να σφινωθεί μια απέραντη λάμψη που να φωνάζει ψυθιριστά επιτέλους. βρεθήκαμε. έφτασε
σε πόσα κομμάτια μπορεί να σπάσει μια καρδιά; μοιάζει ατελείωτα αν σκεφτείς πως από μαζεύω ακόμα. έβαλα ηλεκτρική εταιρεία καθαρισμού ολικού έφερα και μαστόρους να αλλάξουμε πλακάκια. πίστευα απαλλάχθηκα έμοιαζε με καινούρια. δεν αρκεί θα έρχεται πάντα αυτό το πρωινό
Ας την κάνουμε λοιπόν. Δε θα πονέσει, μα κυρίως δε θα πονάει μετά, είπε ανοίγοντας το πλαστικό σακουλάκι. Έβγαλε από μέσα τη σύριγγα, έβαλε το υγρό από το μπουκαλάκι, της έδωσα το χέρι μου. Η αλήθεια είναι δεν το πίστεψα.
Ωραίο ωραίο!