Magengeschwür
αν ένα τεκμήριο
υπάρχει πως
(κάποτε) υπήρξες
είναι ο πόνος
στην κοιλιά
που (ακόμα)
μου προκαλεί
το όνομά σου
Γιατί, πάντα, το σπίτι του γείτονα θα είναι καλύτερο από το δικό μας και το γρασίδι στην άλλη μεριά του φράχτη θα είναι πιο πράσινο και η Ελλαδα δεν θα είναι ποτέ τόσο καλή όσο το εξωτερικό και το εξωτερικό ποτέ τόσο καλό όσο η Ελλάδα και η ιστορία πάντα θα τελειώνει νωρίς ή δεν θα έχει αρκετά καλό τέλος ή η μουσική υπόκρουση θα είναι λάθος. Και πάντα θα κοιτάμε αυτό το κάτι που λείπει, μα που όταν θα έρθει θα μας κάνει ευτυχισμένους, μα που όταν έρχεται, γυρίζουμε το βλέμμα και κοιτάμε κάτι άλλο που λείπει μα που όταν έρθει θα μας κάνει ευτυχισμένους κι όλα αυτά με μια τόσο απόλυτη σιγουριά που μόνο μας κάνει να φαινόμαστε λίγο ακόμα πιο καρικατούρες του Αρκά, όταν όσα λείπουν αργά ή γρήγορα έρχονται και η ευτυχία συνεχίζει να μοιάζει με πεταλούδα που ποτέ δεν καταφέραμε να πιάσουμε ή να αγγίξουμε. Και συνεχίζουμε να ξοδεύουμε την ζωή μας κοιτώντας απέναντι μπαλκόνια, φράχτες, χώρες, άλλες ζωές, ξεχνώντας πως ό,τι έχουμε είναι μόνο το τώρα. Ξεχνώντας πως “το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσε να μας συμβεί είναι αυτό που μας συμβαίνει κάθε στιγμή, γιατί οτιδήποτε άλλο, δεν υπάρχει καν.”
Προχθές έχασα τα σκουλαρίκια που μου είχε φέρει δώρο η αδερφή μου η Στέλλα, από τη Σιένα. Τα σκουλαρίκια αυτά δεν ήταν κάποια απλά σκουλαρίκια, μα σκουλαρίκια με μεγάλη ιστορία κι ως γνωστόν όσο πιο μεγάλη η ιστορία, τόσο πιο δυνατά ακούγεται το κρακ, εκεί κάτω απ’ το στήθος. Το ένα το είχα χάσει στο σπίτι του Μάρκους, την τελευταία φορά που τον είδα. Έμεινα με το άλλο, να το κοιτώ, να μου υπενθυμίζει πως κάποια πράγματα έχουν φτιαχτεί για να πηγαίνουν μαζί και χώρια λόγο ύπαρξης δεν έχουν. Ήταν αμέτρητα μεγάλη η θλίψη μου, μα δύο μήνες μετά, έλαβα ένα γράμμα. Ήταν από την Στέλλα κι είχε μέσα ένα ζευγάρι σκουλαρίκια. Ίδια. Πως, τι, ας μείνει μυστήριο. Μα τώρα πια είχα 3 ίδια σκουλαρίκια και τίποτα δεν μπορούσε να πάει στραβά.
Προχθές, το Σάββατο, βγήκα έξω και ήπια πολύ. Ήμουν όμορφα ντυμένη και φορούσα τα σκουλαρίκια μου. Το Σάββατο ήπια πολύ, πάρα πολύ. Η επομένη ήταν από τις μέρες που ξυπνάς μεσημέρι με κενά μνήμης και μελανιές αγνώστου προέλευσης. Δεν μου αρέσει να πίνω (κάποτε το αγόρι μου, που τότε δεν το αποκαλούσα αγόρι μου, μα γκόμενό μου είχε πει πως δεν του αρέσω όταν πίνω, ούτε με συμπαθεί, τώρα καταλαβαίνω· ούτε εγώ με συμπαθώ) – αλλά κι αυτή είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία, κάποιας άλλης φοράς. Το Σάββατο αυτό, έχασα τα σκουλαρίκια μου. Και τα δύο. Δεν ήταν αμέτρητη η θλίψη μου, μα αβάσταχτη. Ξέρετε η θλίψη πολλαπλασιάζεται όταν χάνεις κάτι που έχεις χάσει ήδη στο παρελθόν. Είναι ένα να χάνεις κάτι, μα κάτι εντελώς άλλο να κερδίζεις ό,τι έχασες κι ύστερα να σου το παίρνουν πίσω. Τότε το κρακ ακούγεται εκκωφαντικό.
Έμεινα πάλι με ένα σκουλαρίκι. Να το κοιτώ και να αναρωτιέμαι γιατί ακόμα θλίβομαι με μια τέτοιες ιστορίες, αφού δεν είναι άλλες παρά η ζωή. Να το κοιτώ και να καταλήγω πως ίσως ακόμα να θλίβομαι με τέτοιες ιστορίες, γιατί δεν είναι άλλες παρά η ζωή. Απαράλλαχτη η ζωή. Πάντα κάτι θα λείπει, πάντα κάτι θα περισσεύει.
(Σταμάτα τα αστεία σύμπαν, έχουμε βαρεθεί να κλαίμε, από τα γέλια.)