Φακές ροκφόρ
Σκέφτομαι τα μεσημέρια να λαχανιάζω πάνω στο ποδήλατο, μήπως φτάσω ένα λεπτό νωρίτερα να σε πάρω από τη φυλακή. Σκέφτομαι τα χέρια σου στην κοιλιά μου. Τα χείλη σου και αμέσως μετά τα δικά μου. Σκέφτομαι τις γλώσσες μας να μπλέκονται, να κολλάνε, να θέλουν να εξερευνήσουν κάθε φορά κάτι περισσότερο. Σκέφτομαι τις βόλτες χέρι-χέρι κι ας παραδόξως αυτό ήταν πολυτέλεια. Ίσως βέβαια καλύτερα να έχεις λίγο, από αυτό που θες πολύ. Η αξία του τότε σκαρφαλώνει στα ύψη, γίνεται υπεραξία. Ώρα που βρήκα θα μου πεις, να κάνω σύνδεση με τις μαρξιστικές θεωρίες. Σκέφτομαι να παλεύουμε να βγάλουμε από την πίτσα το ροκφόρ. Να διαλέγουμε να δούμε τις πιο απαίσιες ταινίες. Σκέφτομαι να γελάμε ασταμάτητα. Να κοιμόμαστε ατελείωτα και το πρωί να μας βρίσκει στην ίδια θέση, ενωμένους σαν δυο κομμάτια παζλ. Σκέφτομαι τα μαλλιά μου στο πρόσωπό σου. Την αναπνοή σου στο λαιμό μου. Τα βράδια να μην με πονάει η κοιλιά μου. Σκέφτομαι τον άσπρο καναπέ. Εμένα γυμνή, αποδεσμευμένη από την ανάγκη να κρύψω πια οτιδήποτε. Σκέφτομαι εσένα σκεπασμένο με σεντόνι, κρατώντας πάντα την αμφιβολία παραμάσχαλα. Σκέφτομα να με σκεπάζεις και μένα. Να με δέχεσαι για λίγο στον κόσμο σου. Να ζούμε δευτερόλεπτα ευτυχίας στο δικό μας καταφύγιο. Σκέφτομαι τη θάλασσα. Τα κορμιά μας να επιπλέουν δίπλα-δίπλα. Σκέφτομαι τα καλοκαίρια να μας δίνουν ζωή. Την άμμο να τρυπώνει στο μαγιώ μου. Σκέφτομαι να βάζω πετραδάκια στον αφαλό σου. Σκέφτομαι τον ουρανό. Σκέφτομαι να βουτάμε με τα ρούχα στη θάλασσα. Σκέφτομαι να μ’αγαπάς. Σκέφτομαι να εκπλήσσομαι. Σκέφτομαι τα μούσια σου. Τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα μαλλιά σου. Τα καρπουζάκια μας. Το λούνα παρκ. Σκέφτομαι να μη θέλω να τελειώσει. Σκέφτομαι να με τραβάς από το χέρι, να μου πάρεις δώρο. Σκέφτομαι να κλαίω. Σκέφτομαι να έχω μπήξει τα νύχια μου στην πλάτη σου. Τα πόδια μου να παραλύουν με κάθε βήμα απομάκρυνσης. Σκέφτομαι να πονάνε τα αυτιά μου. Σκέφτομαι να μην μπορώ να περπατήσω. Σκέφτομαι να βλέπω μόνο σκοτάδι. Να έχει ήλιο και να μην είμαι χαρούμενη. Σκέφτομαι την κόκκινη πουά κουρτίνα μου. Τη θέα από το δωμάτιό μου. Το δαχτυλίδι να μη βγαίνει από το χέρι μου. Σκέφτομαι να ψάχνω το νόημα και να βρίσκεται μακρυά μου – κοντά σου. Σκέφτομαι τύπους να θέλουν νε με γνωρίσουν. Σκέφτομαι να χορεύω και να έχει δυνατή μουσική. Σκέφτομαι να σκέφτομαι εσένα. Σκέφτομαι να πίνω. Σκέφτομαι να σκέφτομαι εσένα ξανά. Σκέφτομαι να μη σκέφτεσαι εμένα. Σκέφτομαι να θέλω να κάνουμε παιδιά. Σκέφτομαι πως δε γίνεται αλλιώς, παρά μια μέρα να ξανασυναντηθούμε.

Πώς δυο άνθρωποι άγνωστοι, γίνονται ένα; Πως από ένα τσιγάρο, καταλήγουν να μοιράζονται μια ζωή; Και πως τεμαχίζεις μια ζωή; Πως την κάνεις κομματάκια για να πετάξεις όσα δε χρειάζεσαι; Μα. Μα η ζωή δεν είναι φακές, για να την καθαρίσεις. Δεν είναι συλλογή γραμματοσήμων. Δεν είναι πλέιλιστ αγαπημένων τραγουδιών. Η ζωή είναι σαν εκείνη την πίτσα με τα τέσσερα τυριά. Αν μπει το ροκφόρ μέσα, πρέπει ή να τη φας ή να την πετάξεις ολόκληρη.

