July 30, 2017

τα μήλα, η χίπικη παντελόνα και εσύ

Σήμερα ήταν Παρασκευή. Κάθε Παρασκευή, δυο δρόμους κάτω από το πατρικό μου έχει λαϊκή, τη λαϊκή των ρούχων. Παλιά αποτελούσε ιδιαίτερη χαρά και ιεροτελεστία, μα παλιά ήμουν μικρή. Πλέον στη λαϊκή πηγαίνω μόνο για την θύμηση του γεγονότος, ότι κάποτε αποτελούσε ιδιαίτερη χαρά και ιεροτελεστία. Δεν έχω ούτε το κουράγιο να ψάξω, ούτε το χρόνο να ασχοληθώ. Πλέον ο χρόνος μου αξίζει, περισσότερο από το οποιοδήποτε ποσό θα κερδίσω χάνοντάς αυτόν.

Ξεκινώντας βεβαίως να ψάξεις οτιδήποτε με διάθεση βαριεστημένη εώς μηδενική, σχεδόν βέβαιο είναι πως δεν θα βρεις αυτό που ψάχνεις. 'Ετσι γίνεται λοιπόν και γυρνάω πάντοτε με άδεια χέρια. Σήμερα, όλως  παραδόξως, έπεσε το μάτι μου πάνω σε μια παντελόνα. Ήταν πολύχρωμη, φαρδιά και χίπικη και μου θύμησε εσένα. Την κοίταξα για ώρα, από μπροστά, από πίσω, από το πλάι, την φόρεσα να δω αν μου ταιριάζει. Δεν ήμουν σίγουρη. Η παντελόνα κόστιζε 5 ευρώ, όσο πάνω κάτω κοστίζει ένα σμούθι πορτοκάλι-μάνγκο-φράουλα, μια κρέπα με δύο γεμίσεις, μπισκότο και τρούφα ή ένα σάντουιτς με αβοκάντο. Θέλω να πω με όλα αυτά, δίνω καθημερινά πολλά πεντάευρα. Όμως δεν ήμουν σίγουρη, δεν ήμουν σίγουρη συγκεκριμένα για την παντελόνα. "Θα το σκεφτώ και θα περάσω αργότερα" είπα στην κυρία που κοίταγε περιπαιχτικά. Έκανα μια βόλτα και επέστρεψα 13 περίπου λεπτά αργότερα. Είχα αποφασίσει πως μάλλον αξίζει το ρίσκο. Κοίταξα ίσως με κάποια αγωνία στο σημείο που την είχα αφήσει και άρχισα να ανακατώνω τον πάγκο, μέχρι που άκουσα μια φωνή "την πήρανε κοπέλα, σου είπα εγώ". Στην αρχή, ένιωσα μια κάποια ανακούφιση, "με βγάλανε από τη δύσκολη θέση" σκέφτηκα. Αργότερα όμως, κοιτώντας τη θάλασσα και αδυνατώντας για μια ακόμη φορά να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη, άρχισα να σκέφτομαι με ίσως κάποια θλίψη την παντελόνα που έχασα, εσένα που κοντεύω να χάσω -αφού δεν είμαι σίγουρη αν μου κάνεις-  και τα μήλα που παίζαμε μικρά. Στα μήλα ήμουν καλή. Ήμουν καλή σε οτιδήποτε απαιτούσε κίνηση, εξού και στα μήλα. Ο σκοπός του παιχνιδιού γνωστός. Οι δύο παίχτες που στέκονται αντικριστά, να κάψουν με την μπάλα όσους είναι ανάμεσά τους και οι ανάμεσα να πιάσουν την μπάλα (μήλο!) και/ή να την αποφεύγουν. (Παράξενο παιχνίδι, σκέφτομαι τώρα που μεγάλωσα, να θες να πιάσεις αυτό που ταυτόχρονα θες να αποφύγεις.) Θυμήθηκα πως ποτέ δεν έπιανα μήλα. Κέρδιζα πάντα. Μα κέρδιζα μονάχα αποφεύγοντας, κέρδιζα γιατί ήμουν καλή στους ελιγμούς. Ποτέ δεν είχα μήλα - ποτέ επιπλέον ζωές. Τα φοβόμουνα, τα έτρεμα, σας το λέω. Πίστευα πως αν προσπαθούσα να τα πιάσω, θα καιγόμουνα κι έτσι τα άφηνα στους άλλους. Νικούσα, μα τη δόξα του μήλου δεν την ένιωσα ποτέ. Δεν έμαθα πως μοιάζει να αγγίζεις, χωρίς να φοβάσαι να μην τσουρουφλιστείς.

Θα σε χάσω. Το πιο πιθανό είναι πως θα σε χάσω. Μα ό,τι με θλίβει περισσότερο δεν είναι αυτό· είναι που δεν ξέρω αν θα στεναχωρηθώ που θα σε χάσω. Όπως δεν ξέρω αν στεναχωρήθηκα για την παντελόνα. Όπως δεν ξέρω αν στεναχωρήθηκα για όσα έχασα από έλλειψη σιγουριάς ή ύπαρξη φόβου. Ίσως είναι που συνήθισα να χάνω μήλα, ίσως να αρκεί που δεν καίγομαι. Ίσως και όχι.

Burning Man (2015)

July 12, 2017

το γεμάτο ψυγείο

Τσίαρσ στα πρωινά με κλιματαριές και ήλιο, στη φέτα, στα γεμιστά, στις μελιτζάνες, στην ξεγνοιασιά, στο χαλβά φαρσάλων, στο καρπούζι, στη ρίγανη, στο αναπνέω, στα σταφύλια, στις σανταρόζες, στα κεράσια, στα λαδερά φασολάκια, στα φασόλια γίγαντες, στους κορνέδες, στα κουρκουμπίνια, στο αγκαλιάζω, στα κουλουράκια του καφέ, στα λουκούμια, στους λουκουμάδες, στα παγωτίνια, στο ψητό καλαμπόκι, στο χαμογελώ, στα τζιτζίκια, στα κοχύλια, στις αιώρες, στα βιβλία, στα ζεστά απογεύματα, στα θερινά σινεμά, στα πανηγύρια, στο γελώ, στο μαύρο δέρμα, στα αλατισμένα μαλλιά, στο άσπρο, στο μπλε, στον Ελύτη, στα τραπεζάκια δίπλα στη θάλασσα, στη βραδινή ζακέτα, στα μπαλκόνια που μιλούν δυνατά, στο ανα-παύομαι.

Τσίαρσ σε όσους γεμίζουν το άδειο μου ψυγείο με νοιάξιμο.