June 26, 2017

η σκιά

Είναι πάντα πίσω μου. Θυμάμαι τη μάνα μου να λέει "μην τρώτε σα να σας κυνηγάνε", μα μαμά, κοίτα, με κυνηγάνε! Δεν μπορώ να ξεχωρίσω την ακριβή του μορφή, είναι όμως πάντα πίσω μου. Πολλές φορές κρατάει ένα σφυρί και μου χτυπάει το κεφάλι, άλλες έρχεται και κάθεται πάνω στο στήθος μου, το πιέζει δυνατά, μέχρι να κολλήσει στην πλάτη. Πότε πότε κάθεται στο σβέρκο μου κι άλλοτε κρέμεται από την αναπνοή μου. Πόσο βάρος να αντέξει μια εισπνοή, από πόσο να απαλλαχθεί μια εκπνοή; Δεν ξέρουν τι άλλο να κάνουν, γίνονται γρήγορες, κοφτές, κοφτές και γρήγορες.

Τη νύχτα ευτυχώς κρύβεται για λίγο, δεν ξέρω αν πάει για ύπνο ή κυνηγάει άλλονε, εμένα μια φορά με αφήνει στην ησυχία μου. Στη θέση του βέβαια κάθε πρωί, το δευτερόλεπτο που θα ακούσει το ξυπνητήρι. Έχει γεύση στυφή στη γλώσσα και γρατζουνάει στο λαιμό, σα να κατάπιες κυδώνι ολόκληρο. "Κοιτάξτε" λέω, "κοιτάξτε, με κυνηγάνε", γυρνάνε όλα τα κεφάλια, δε βλέπουν τίποτα. Με περνάνε για τρελή. Ιδρώνω, κρυώνω, ζεσταίνομαι, ξανά από την αρχή.  Έχουν τεντωθεί όλα. Τα νεύρα μου, το σχοινί, το κούμπωμα του στηθόδεσμου. Η υπομονή από την άλλη έχει εξαντληθεί, η πίστη συρρικνωθεί, η εμπιστοσύνη εξαφανιστεί.

Η σκιά πάντοτε περιφερώμενη γύρω μου σε ακτίνα συγκεκριμένης απόστασης. Μακρυά μα κοντά. Μην την πιάσω και τη δυαλύσω, μην την χάσω και ξεχαστώ. Προχθές, καθώς ποδηλατούσα στην Karl-Marx-Alle προσπαθώντας με αγωνία να την αποφύγω, είδα μια  τεράστια ειρωνεία. "Γιατί οι άνθρωποι" αναρωτήθηκα, "να κρύβονται πάντα από τον ήλιο, γιατί να ψάχνουν τη σκιά; Και γιατί αυτή, να αγαπάει τόσο εμένα, όσο κι αν της λέω ότι δεν την αγαπώ;"

June 21, 2017

στον δικό μου μπαμπά

ανάμεσα στα άλλα και στα τόσα πολλά. στο ακυβέρνητο φορτίο και το χαώδες προς τα που, ανάμεσα στα κρύα καλοκαιρινά πρωινά, τον χαμένο ήλιο, την ξεχασμένη θάλασσα, τις βραδινές εξόδους για σούσι, τα εικοσιτετράωρα πάρτυ, τις ιστορίες που ακούστηκαν άσκοπα, τα σεντόνια που μυρίζουν άρωμα ξένο, τις αιτήσεις για ένα καλύτερο μέλλον. ανάμεσα στο τεντωμένο από τα νιάτα δέρμα και στα μάτια που σε κοιτούν όπως κοιτούσες κάποτε εσύ. ανάμεσα στα τόσα ασήμαντα, είδα σήμερα πως ήτανε η μέρα του. κι ίσως, ίσως να μην μοιάζει με όλους, σίγουρα θα μοιάζει με μερικούς. ίσως να μην θέλω να πω δεν θα τον άλλαζα με κανέναν στον κόσμο, ούτε πως είναι ο ήρωάς μου. ίσως να μην μου αγόρασε ακριβό οροφοδιαμέρισμα στην Zionskirchplatz, ούτε να μου έδωσε τη χρυσή αμέρικαν εξπρές να αδειάσω ράφια πολυκαταστημάτων. ήταν όμως εκεί να τον φωνάζω μπαμπά. θέλω να πω ευχαριστώ γι'αυτό. το εκεί. για τα παραμύθα που μου έλεγε ακούραστα στο κρεβάτι, μέχρι να αποκοιμηθώ. για την μπουγάτσα που μου έπαιρνε μετά το φροντιστήριο, κρυφά από τη μαμά. για τις χιλιάδες εργατοώρες που ίδρωσε για να σπουδάσω. ευχαριστώ που ακόμα είναι εδώ. που αντικατέστησε τη μπουγάτσα με κολοκυθόπιτα και βρίσκεται κάθε πρωί στο πανέρι, όποτε είμαι σπίτι. που τα πικραμένα μάτια του με εκλιπαρούν να με δουν να χαμογελώ. που δεν βρίσκει πουθενά αλλού χαρά, εκτός από τη δική μου. θέλω να πω ευχαριστώ για την αγάπη. κι ας εγώ δεν τη βρίσκω αρκετή. κι ας ήθελα να είναι παραπάνω. κι ας πιστεύω ότι δεν πήρα όσες αγκαλιές δικαιούμουν όταν ήμουνα μικρή. κι ας πιστεύω ότι δεν παίρνω όσες αγκαλιές δικαιούμαι τώρα που δεν είμαι. είμαστε άπληστοι οι άνθρωποι. είμαστε άνθρωποι. κι εγώ. κι αυτός. κάθε παιδί. και κάθε μπαμπάς. κι αν το θυμόμασταν πιο συχνά θα θέλαμε να πούμε περισσότερα ευχαριστώ. για όλα. για όσα.