January 23, 2017

ρομάντσο μικρής διάρκειας

να ανοίξω
τα πόδια
να σπρώξεις
δυνατά
να φτάσεις
βαθιά
- εκεί
πάνω απ'το ήπαρ -
να μπεις
να βγεις
να μπεις
να βγεις
να μπεις
να βγεις
να μπεις
να βγεις
και μετά
να μου πεις
πως κουράστηκες

January 18, 2017

ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος

Ένα γιώτα (ι) έμελλε να είναι το καινούριο μου κρασ. Κρασ λέω, γιατί στην προσπάθεια να μεταφραστεί στην ελληνική θα είχε ως αποτέλεσμα κάτι σαν ερωτική συντριβή/σύνθλιψη/σύγκρουση,  που μου φάνηκε μεγάλη υπερβολή για να κάνω χρήση της. (Ρητορική εσωτερική απορία: Μήπως όταν αποφεύγουμε να κατονομάσουμε κάτι σταματάει να είναι ό,τι είναι;) Αυτό το γιώτα λοιπόν ήταν ένα τυχαίο γιώτα. Πριν περίπου δύο μήνες, ακριβώς 72 ημέρες  δεν γνώριζα την ύπαρξή του κι όταν την έμαθα μου πέρασε σχεδόν αδιάφορη. Ένα άγνωστο γράμμα, χωρίς καμία ιδιαίτερη λάμψη, καμία ταχυπαλμία στη θέασή του, κανένα φτερούγισμα στο άγγιγμά του, ένα γράμμα που ήξερα ότι θα είναι περαστικό. Ένα τίποτα. Ένα μηδέν. Που θα παρέμενε όλα αυτά, εάν εγώ δεν αποφάσιζα να το κάνω κάτι.

Η ιστορία συνήθως έχει ως εξής. Όπως το γιώτα μου, έτσι και κάθε άλλο γράμμα στην αρχή χτυπάει φοβισμένα την πόρτα. Εσύ κοιτάς από το ματάκι, την ανοίγεις λίγο μόνο, βγάζεις το κεφάλι από τη σχισμή. Έχει κουτί με γλυκά, ανθοδέσμη και χαμόγελο. Φαίνεται καλόκαρδο, διαφορετικό. Σου λέει δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Λες ας μην φοβηθώ εξαιρέσεις υπάρχουν. Ανοίγεις την πόρτα, κερνάς τσάι. Γελάς διστακτικά στην αρχή. Ξεκαρδίζεσαι στη συνέχεια. Το γράμμα φαίνεται να κερδίζει έδαφος. Εξαιρέσεις υπάρχουν. Βγάζεις το κέικ από το φούρνο. Την επόμενη το καλείς για φαγητό. Βγάζεις το καλό κρασί, στρώνεις τα χαλιά. Ετοιμασίες για ποιον; Για κάποιον που μέχρι χθες σκεφτόσουν αν θα του ανοίξεις την πόρτα. Αλλά εξαιρέσεις υπάρχουν. Το γιώτα φαίνεται αλλιώτικο, σε πηγαίνει βόλτα στη λίμνη, σου λέει τα μυστικά του, σε κοιτά σαν το πιο ξεχωριστο γράμμα που έχει γνωρίσει. Κατακτά κι άλλο έδαφος. Δεν σε πειράζει. Εξαιρέσεις υπάρχουν.

Το γιώτα αρχίζει πλέον να επηρεάζει την πραγματικότητά σου, μια πραγματικότητα στην οποία μέχρι προ ολίγου δεν είχε καν θέση. Μια θέση που εσύ του έδωσες για να την αναβαθμίσει, μα ανάθεμα στη ζωή και τις εξαιρέσεις της, το γιώτα είναι σκάρτο, η πραγματικότητα σου υποβαθμίζεται. Κι εσύ αντί - χωρίς ούτε να κάνεις τον κόπο να σηκωθείς από την καρέκλα - να πάρεις το γιώτα να το πετάξεις στον κάλαθο κι όχι αυτόν της ανακύκλωσης, να κλείσεις τις δυο άκρες του να γίνει πάλι μηδέν, μακραίνεις λίγο τη γραμμή και το κάνεις 1 κι από ένα το κάνεις 2 κι ύστερα για φαντάσου 3! Και φυσικά ξέρεις ότι δε γίνεται, δεν αξίζει να γίνει 4, μα εσύ το κάνεις, γιατί όσα λιγότερα αξίζει να πάρει, τόσα πιο πολλά δίνεις, γιατί νομίζεις ή ελπίζεις ότι θα. Θα; *Ξεκάρδισμα* Κι αρχίζεις ξαφνικά να στροβιλίζεσαι γύρω από ένα άλλο γράμμα, σα να είναι ο άξονας του σύμπαντός σου, ξεχνώντας μονομιάς τον έναν κανόνα που οφείλεις να θυμάσαι. Το κεφαλαίο γράμμα στη ζωή μας είμαστε εμείς, οι υπόλοιποι παίζουν απλά στην αυλή με τις λέξεις μας. Κι εμείς τι κάνουμε, κάνουμε τους άλλους ΚΕΦΑΛΑΙΑ, σαν επί τούτου, για να μας επισκιάζουν και σα να μην φτάνει μόνο αυτό, μόλις αυτούς τους κάνουμε κεφαλαία, γινόμαστε εμείς μικρά και συνεχίζουμε να μικραίνουμε κι άλλο κι άλλο, τόσο που σχεδόν δε φαινόμαστε. 

Βεβαίως, η ενοχή είναι κάτι που πέφτει πάντα σε δυο ζευγάρια ώμους. Δεν ευθύνεσαι εσύ για τα γράμματα που συναντάς. Δε φταις αν είναι καμπούρικα, στραβά, αλλόκοτα. Αν είναι μισά ή κακοδουλεμένα. Αν έχουν μάθει να κρέμονται από το χέρι που τα έφτιαξε και δεν έχουν ακόμα ωριμάσει. Δε φταις εάν τα μάτια τους είναι χαλασμένα και δεν βλέπουν ότι μπορεί να είσαι ένα γράμμα ξεχωριστό, ένα γράμμα που θα τους ίσιωνε λιγάκι. Δεν φταις εάν χτυπάς και δε σου ανοίγουν. Φταις που δεν λες να σταματήσεις να χτυπάς, γιατί αφού δεν ανοίγει δεν είναι η πόρτα σου. Φταις για όλα τα γιώτα και τα κάπα και τα σίγμα που δεν κλωτσάς μακρυά, όταν παύουν να εξυπηρετούν τον σκοπό για τον οποίο ήρθαν κοντά. Φταις που αφήνεις να σου κλέβουν τη λάμψη που αυτά δεν έχουν. Που αμφισβητείς (αν έχεις τον Θεό σου) τη δική σου αξία, επειδή οι άλλοι δεν έχουν να πληρώσουν! Δε φταις εάν τα γράμματα που συναντάς είναι μικρά. Φταις που ξεχνάς ότι είσαι κεφαλαίο.

The Missing Piece - Shel Silverstein

January 10, 2017

το εφτά

θέλω τέλος (ή και ταυτόχρονα) να γνωρίσω έναν άνθρωπο όμορφο. όμορφο στην όψη και στην καρδιά. θέλω όταν γνωριστούμε τα μάτια μας να καρφωθούν μεταξύ τους κι ανάμεσα να σφινωθεί μια απέραντη λάμψη που να φωνάζει ψυθιριστά επιτέλους. βρεθήκαμε. έφτασε η εποχή μας. θέλω το μέσα μου να δυναμιτίσει. το στομάχι μου να γίνει γροθιά. το μυαλό μου να πονέσει. όλη μου η φαιά ουσία να καεί. η ύπαρξή μου να υποκλιθεί στην παρουσία του. θέλω να μην είναι μπερδεμένος. θέλω να με ψάχνει. θέλω από πριν να με ψάχνει και μόλις με βρει να είναι έτοιμος. να σφίξει τα δάχτυλα μου μέσα στα δικά του. να μην σκεφτεί ούτε στιγμή να χαλαρώσει το κράτημα. να με προστατεύει σαν τη ζωή του. θέλω να ξέρει από ισορροπία. να μου μάθει κι εμένα να ισορροπώ. θέλω να μου λέει πως είμαι όμορφη. από πάνω μέχρι μέσα. να μου λέει πως με περίμενε. να θέλει παιδιά. να θέλει τα παιδιά μου. να με γνωρίσει στους φίλους του. να γίνουν φίλοι μου. να με γνωρίσει στους δικούς του. να γίνουν δικοί μου. να με αγαπάει. να πηγαίνουμε βόλτες στους αστερισμούς της νύχτας. στη Μεγάλη και την Μικρή Άρκτο, στο Διαβήτη, τα Ιστία, τον Τουκάνα. αν δεν φτάνουν τα καύσιμα να πηγαίνουμε μέχρι το περίπτερο. ή την συκιά κάτω από το σπίτι. να μην φοβάμαι. να τον αγαπώ. να μην τον στεναχωρώ. να τον συγχωρώ. να θέλει να τον συγχωρώ. να μην αδιαφορεί στην πάντοτε υπαρκτή πιθανότητα να χαθούμε. του χρόνου τέτοια μέρα να του διαβάζω το εφτά. να μοιάζει με προφητεία. να αγαπιόμαστε. να αγαπιόμαστε. να αγαπιόμαστε. να μην θυμίζει το σεξ σε ό,τι κάποτε ονομάσαμε σεξ. να τρέχει από το στόμα μου έρωτας. να χύνει εθισμό. να είμαι αυτός. να είναι εγώ. να κάνουμε σχέδια. αν χρειαστεί και σχεδία. να μην φοβάμαι. να τον αγαπώ. να με αγαπά. να ξέρουμε πως θα φτάσουμε μαζί στο τέλος. να μην το πιστεύουμε. να το ξέρουμε.