May 17, 2017

loving strangers

Πρώτη φορά κατάλαβα γιατί τον απεικανίζουν με βέλη. Μάλλον δεύτερη. Μα τούτη η φορά πόνεσε περισσότερο από την πρώτη. Στο αναπάντεχο, εκεί κρύβεται η ευστοχία του - η ατυχία σου. Δεν το είδα να έρχεται, μονάχα το ένιωσα. Απότομα στα δεξιά του θώρακα. Το ένιωσα να σχίζει το κορμί μου, να γλιστράει με δεξιοτεχνία ανάμεσα στις πλευρές και να σφηνώνεται βαθιά. Nα μπήγεται σε αυτό το αφράτο πράγμα που χτυπά κάθε δεύτερο του λεπτού και για λίγο να το σταματά. Ένιωσα μια παλινδρόμηση και κατάφερα να ψελίσω τέσσερις λέξεις. Θυμάμαι το άβολο βλέμμα του. Κοντοστάθηκε χωρίς να ξέρει τι να πει. Χαμογέλασε και αποχώρησε. Ξαναγύρισε. Μάλλον του άρεσε το ξαφνικό θήραμά του. Ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες κι αρχίσαμε να χορεύουμε, ύστερα να μιλάμε ξανά. Μιλούσαμε, μιλούσαμε, μιλούσαμε. Γύρω μας κανείς κι ας ήταν εκατοντάδες. Γύρω μας σιωπή από ηχεία που έπαιζαν τόνους μεγαβάτ. Είμασταν εμείς το σύμπαν και το σύμπαν εμείς. Ξαπλώσαμε στην κούνια. Μια κλωστή ένωνε τις τεράστιες κόρες των ματιών μας. 3 εκατοστά απόσταση μας έφερνε πιο κοντά από ότι μας χώριζε. Κοιτιόμασταν για ώρες χωρίς να ακουμπάμε ο ένας τον άλλον. Θυμάμαι το ερωτερικό του μπράτσου του. Ποτέ δεν θέλησα να αγαπήσω τόσο πολύ, κάτι τόσο ξένο. Δεν ξέρω πως τα χείλη μας άγγιξαν, χωρίς καθόλου να κινηθούμε. Θα ορκιζόμουν στην φυσική έλξη, αυτήν που δημιουργείται από τον καθαρό ελεκτρισμό. Δεν με άφηνε, δεν τον άφηνα. Θυμάμαι να του μαθαίνω πράγματα καινούρια. Θυμάμαι να γελάει. Τα μάτια του. Μπλε βαθιά άγρια μάτια. Άγρια για όλους εκτός από εμένα. Τα φρύδια του, ξανθά, αχνοφαίνονταν. Τις άσπρες τρίχες στους κροτάφους. Το κατάλευκο των δοντιών του. Συγχωρέστε με για την απέραντή μου επιφάνεια, μα πάει καιρός που δεν μπορώ να σταματήσω να υποκλίνομαι στην ομορφιά. Ήταν όμορφος. Όμορφος σαν άνοιξη. Καυτός σαν καλοκαίρι. Σα να σ'αγκάλιαζαν η θάλασσα και ο ήλιος μαζί. Ήταν όμορφος. Θεέ μου, πόσο όμορφος. Θυμάμαι τις ιστορίες του. Θυμάμαι τις δικές μου. Όλες σε άπταιστα γερμανικά. Οι λέξεις πάντα βρίσκονται όταν απέναντί σου βρίσκεται αυτός που θέλεις να τις ακούσει. Θα φύγω του είπα. Μα έμεινα. Θα φύγω του είπα και του έπιασα το χέρι. Ακολούθησε. Φεύγω του λέω. Έμεινα ξανά. Η πόρτα σήμαινε το τέλος. Το ήξερα. Έφυγα. Ένα μήνυμα ήρθε και το κοφτερό βλέμμα του στην πόρτα μου. Ένας ύπνος. Αφού μόνο αυτός στο μικρό μου μυαλό σημαίνει περισσότερα από οτιδήποτε άλλο. Θυμάμαι κάθε διαδρομή που έκαναν τα δάχτυλά του στο κορμί μου. Από τις παλάμες μέχρι το λαιμό. Από τους γοφούς μέχρι τον αυχένα. Χαιδεύω. Πόσο υποτιμεμένο ρήμα. Θυμάμαι το πρωί μετά. Τα μάτια του. Τα φρύδια του. Τον άτριχο θωρακά του. Θυμάμαι. Πόσο υπερτιμημένο ρήμα. Και πάμε τώρα στα βασικά. Ξέρω. Ρήμα χρήσιμο, ανελέητο, αδυσώπητο. Ξέρω πως αυτός δεν θυμάται τίποτα.

May 13, 2017

τσουνάμι

τότε που χτίζεις
τα πιο γερά, θεόρατα
απροσπέραστα τείχη
τότε που πια κοιτάς
ατρόμητα τον εχθρό

τότε αμείλικτα
γιγαντιαία κύματα
μεγαλύτερα και από
την περίμετρο της γης
εμφανίζονται και
ισοπεδώνουν τα πάντα

( μα, αλλόκοτο, για δες
πως λάμπουν όλα
μες στην καταστροφή )

(and then I saw you. and then whole world disappeared.)


May 5, 2017

άνοιξε άνοιξη

- καλημέρα, τι θα θέλατε;

- μιαν Άνοιξη παρακαλώ.


April 21, 2017

χέρι-χέρι

δεν είναι πως
κουράστηκα να περιμένω

είναι που κάπου
στην αναμονή

ξέχασα πως μοιάζει
να ζεις τη ζωή
στο εμείς

[ Florida, March 2017]

April 14, 2017

στον Όλιβερ

στο δέρμα μου κάνουν παρέα κάτι κόκκινες κυλίδες. δίπλα μου κατουρούν κάτι σκυλιά. καμιά φορά με βάζουνε να διαλέξω ανάμεσα στους σκύλους και τις γάτες. δεν έχω τι να απαντήσω. δεν επικροτώ την πουλημένη αγάπη. τόση μοναξιά που μια μέρα αγοράζεις κάποιον που θα σ'αγαπάει όσο τον ταίζεις. ειρωνεία. τους ανθρώπους μια μέρα σταματάμε να τους ταίζουμε, να τους ποτίζουμε. τους αφήνουμε να λυσσάξουν για λίγη προσοχή κι ίσως κάπου βαθιά το ευχαριστιόμαστε που τους τη στερούμε. τους ανθρώπους κάποια στιγμή τους βαριόμαστε. δεν άκουσα ποτέ κανέναν να βαρεθεί το σκυλί του. ας είναι. προς Θεού μην παρεξηγηθώ, δεν είναι σκοπός μου να τα βάλω με τα ζωντανά. προχθές επισκέφτηκα στο σπίτι του Χέμινγουέι, είχε λέει 4 γυναίκες και 53 γάτες. πόσο θαυμάζω τους ανθρώπους που δεν το βάζουν κάτω ποτέ. πάλι έχασα όμως το δρόμο. πόσους συνειρμούς να αντέξει ένα μυαλό. συχνά συμβαίνει αυτό τελευταία - χωρίς δυστυχώς να ξέρω που ακριβώς αποσκοπεί. θες να πεις όχι, λες ναι. θες να μείνεις, φεύγεις. θες να μιλήσεις, χορεύεις. θέλεις να φιλήσεις, φιλάς. ποτέ δεν ξέρεις τι θα γίνει, μέχρι να γίνει.  ///  την πρώτη φορά που τον είδα μου φάνηκε κουλ. κουλ με μία μεγάλη δόση επιφάνειας. εξυπνάδα για βιτρίνα. πρόσεξα επίσης το ύψος του και τα μεγάλα του χέρια. δεν έδωσα σημασία. δεν έδωσε κι αυτός. ποτέ δεν ξέρεις τι θα γίνει μέχρι να γίνει. τα χείλη μας ταίριαξαν. ήξερε όλα τα βήματα. σα να είχε μελετήσει εγχειρίδιο. αργά. γρήγορα. απαλά. άγρια. προς μεγάλην μου έκπληξη κατάφερε ό,τι δεν κατάφερε κανείς. το Σάββατο ήταν καλύτερο από την Πέμπτη. τότε πρόσεξα εκτός από το ύψος του και τα μεγάλα του χέρια, τις κόρες των ματιών του όταν χαμογελούσε. πως ανεβοκατέβαινε το στέρνο του όταν ανέπνεε. πως έτρεμε το χέρι του όταν πλησίαζε το δικό μου. αν κάποιος μου ζητούσε να τον περιέγραφα θα έβρισκα μονάχα ένα επίθετο. κουλ. το πιο κουλ άτομο που γνώρισα ποτέ.  ///   lust. άνω και κάτω τελεία. λαγνεία. πόθος. ασέλγεια. άμετρος επιθυμία. η στέρηση προκαλεί την υπερβολή. την ατελειώτη σεξουαλική επιθυμία χωρίς καμία συναισθηματική εμπλοκή. ανανάς, πάγος, μάνγκο, βούτυρο, θάλασσα, κάψιμο, ταχύτητα, βάθος, σάλιο, πείνα, γλυκό, αλμυρό, παραπάνω. δεν θα πω ψέματα. τα χείλη του ήταν τα πάντα. τα πάντα χωρίς τα χείλη που έλειπαν. πόσα στόματα είναι αρκετά για να καλύψουν μια επιθυμία; με ρωτάς; θα πω μια νύχτα δεν είναι αρκετή. ούτε ένα κρεβάτι. ούτε ένα ξημέρωμα. ούτε ένας πορτοκαλί ήλιος ολόγιομος. ούτε ένα βίντεο. ούτε ένα χάπι. ούτε ένα μπάνιο μαζί. ούτε να λούσω τα μαλλιά σου. ούτε να σε γλύψω παντού. αν με ρωτάς όλα αυτά δεν είναι αρκετά. ούτε να μου πιάσεις το μπούτι. ούτε να μου σφίξεις το λαιμό. ούτε μια πολαρόιντ. ούτε ένα ταξί για το σπίτι σου. ούτε ένας ύπνος μαζί. αν με ρωτάς όλα αυτά δεν είναι αρκετά. πάλι έχασα όμως το δρόμο. πόσους συνειρμούς να αντέξει ένα μυαλό. αν με ρωτάς όλα αυτά που δεν είναι αρκετά είναι για εσένα. αυτά θυμάμαι. και κυρίως εσένα, Όλιβερ. είσαι κουλ. και σε πάω.   ///


[ αυτοί // που ποθούν τα πάντα ταυτόχρονα, που ποτέ δε χασμουριούνται ή λένε έστω και μία κοινοτοπία, αλλά που καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, που σκάνε σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στα αστέρια κι από μέσα τους ξεπηδά το μπλε φως της καρδιάς τους ..
* τζακ κέρουακ - στο δρόμο ]

March 14, 2017

ένα βράδυ στη Νότια Καρολίνα

ο ουρανός ήταν μαύρος. το μαύρο που μοιάζει με βελούδο, που μοιάζει με γιορτή. σκόρπια αστέρια εδώ κι εκεί. το φεγγάρι μισό. από τα μισά που δεν ψάχνουν το άλλο μισό τους. τα ολόκληρα μισά. βγήκαμε στην πίσω αυλή. ήταν απέραντη και έμοιαζε με τεράστια ζεστή μπανιέρα. αρχίσαμε να κολυμπάμε ανάμεσα σε τριαντάφυλλα και ήχους από κοκκόρια, μασουλώντας μπισκότα από αμύγδαλο. δεν δύναμαι να θυμηθώ τι ακριβείς σκέψεις μου, μα θυμάμαι πως η ζωή έμοιαζε με θαύμα. θαύμα που μόνο οι τολμηροί καταφέρνουν να δουν. νιώθαμε τα κορμιά μας να ιδρώνουν από μια παράξενη ζεστασιά, σαν χάδι από χέρια που συναντάς μόνο όταν ακουμπάς το κεφάλι σου στο μαξιλάρι. καπνίζαμε φυτά που μας πήγαιναν σε κόσμους καινούριους, που μας έφερναν τόσο κοντά που δύσκολα ξεχώριζες το σώμα σου από του άλλου και γελούσαμε. γελούσαμε ασταμάτητα. αρπάζαμε ο ένας τα χείλη του άλλου και δεν τα αφήναμε μέχρι να πληγιάσουν, μέχρι η γλώσσα μας να κοπεί. σου αρέσω ρώταγα, σε ποθώ έλεγες. κάποτε αρχίσαμε να τρέχουμε γυμνοί ανάμεσα στα δέντρα. ήταν ψηλά και γυμνά όπως εμείς. οι πατούσες μας μάτωναν, μα η ζωή, η ζωή είναι πόνος κι όποιος δεν πονά δεν ξέρει τι θα πει ζωή. συναντάγαμε λόφους και κατηφοριές ξανά και ξανά, μα εμείς συνεχίζαμε είτε από περιέργεια είτε από καπρίτσιο. φτάσαμε σε ένα βράχο και ξαπλώσαμε. αναπνεύσαμε ουρανό, ξεράσαμε προδοσία. θυμηθήκαμε ξάφνου τις αμέτρητες φορές που προσποιηθήκαμε ειλικρίνεια, τις φορές που πλησιάσαμε κοντά, μα πάλι δεν τα καταφέραμε. σκεφτήκαμε τη ζωή με λιγότερες μάσκες και μετά τις φορέσαμε και κατηφορίσαμε. αν δεν τρέμαμε τόσο την αλήθεια ... θα έμοιαζαν όλα τα βράδια μας σαν ένα βράδυ στη Νότια Καρολίνα.


February 27, 2017

τήξη

Σαρλότ
Ντούραμ
Μιάμι
Λος Άντζελες

μα αυτή
να ονειρεύεται
διαρκώς
την Αίτνα
και
τη λάβα της

να ποθεί
αγωνιωδώς
ένα ηφαίστειο
ενεργό
να μπει μέσα 
να λιώσει


February 23, 2017

αρρυθμία

τελευταία εικοριτετράωρα στο γαλάζιο σπίτι. ξέρει κανείς πως οφείλεις να νιώσεις όταν γνωρίζεις πως κάτι δεν θα το ξαναδείς ποτέ; εγώ δεν ξέρω. κάθε δύο δεύτερα της ώρας μου λένε πως θα τους λείψω. ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τέτοια επίδραση όταν και μονάχα δεν προσπαθώ γι'αυτήν. έχω συνέχεια ταχυπαλμίες κι ο ύπνος μου είναι άστατος. βλέπω περίεργες εικόνες. ανακατεμένα χθες με σήμερα και αύριο. η κάποτε ζωή μου παρελαύνει βιαστικά μπροστά από τα μάτια μου χωρίς να με αφορά να εστιάσω. πόσο παράξενο αίσθημα το δεμενοιάζειπια. πόσο αλλόκοτο που όλα έχουν την λάμψη που θα τους δώσεις εσύ. ταχυπαλμίες ξανά. μια μόνιμη έλλειψη κάτι μη ορισμένου. ένα κενό σφινωμένο μέσα μου. δύο σταγόνες να κρέμονται μόνιμα στο εσωτερικό των ματιών μου. προχθές έγινα θεία. ένα μικροσκοπικό πλάσμα που αναπνέει ρυθμικά έχει λίγο από το αίμα μου. παραπροχθές ένα αγόρι 22 χρονών με ρώτησε για τη ζωή μου. 10 χρόνια από σήμερα. όσα απάντησα μοιάζουν μάλλον πολύ μακρινά για να τα φτάσω. όπως έμοιαζαν όλα όσα έφτασα και πλέον είναι πολύ κοντινά για να με ενθουσιάσουν. που πήγαν τα γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ; που παρέπεσαν οι καρτ-ποστάλ που έγραψα; τι λέει στην τελευταία σελίδα του σεναρίου; γιατί τόση αγωνία;


February 14, 2017

των τριάντα κρίση

Δεν ξέρω πως μοιάζει, ούτε πότε έρχεται, νομίζω όμως πως είναι η μέρα εκείνη που αρχίζεις να κρύβεσαι από το χρόνο. Η μέρα που αρνείσαι να σβήσεις τα κεριά κι αφού σου επιβάλλεται, μόνη σου ευχή είναι να σταματήσουν οι δείκτες. Η μέρα που όλος ο χρόνος δεν είναι μπροστά σου, αφού έχεις ήδη αρκετό πίσω σου. Τότε που τα χρόνια εκείνα μοιάζουν μακρινά. Τα χρόνια. Εκείνα. Τα γεμάτα καλοκαίρια, ζουμιά, χτυπήματα, θρανία, αθωότητα. Τότε που μόνη σου ευχή ήταν οι δείκτες να καλπάσουν. Τα χρόνια γεμάτα χρόνο, άδειες μέρες, γεμάτες μουσικές, μακαρόνια, αμφιθέατρα, αγόρια που νόμιζες θα αγαπάς για πάντα, κορίτσια που έμοιαζαν απλησίαστα, αφέλεια. Μοιάζει νομίζω με εκείνη τη μέρα που το μέλλον που κάποτε φάνταζε σαν αφράτο μαξιλάρι που ακουμπούσες πάνω του  όλα σου τα χάπι έντιγνκς είναι πια παρόν. Το χέρι που έκοβε αμέριμνα τις μέρες του χρόνου ψάχνοντας από πίσω για καινούριο απόφευγμα, ξεχνάει να τις γυρίσει σε μια απελπισμένη προσπάθεια αιώνιας νιότης και αρχίζεις να διπλοκοιτιέσαι στον καθρέφτη σε μια αναζήτηση αυτής της ανεπιθύμητης γραμμής δίπλα από το μάτι ή της λευκής τρίχας, που μπορεί να μην βλέπεις μα φαντάζεσαι να τρέχουν ορμητικά καταπάνω σου.

Είναι νομίζω εκείνη η ίδια ημέρα που πρέπει να πάρεις παράμερα τον ώριμό εαυτό σου και να του πεις να σταματήσει να κάνει σαν παιδί, αφού πια παιδί δεν είναι. Να περάσεις το χέρι σου στους ώμους του, να τους στρίψεις λίγο προς τα πίσω, να δει πως η αφετηρία είναι κάπου μακρυά, άρα έχεις φτάσει σε ένα κάπου. Να του θυμήσεις πως η ζωή δεν είναι δεν είναι παιχνίδι ταχύτητας, όπου πηδάς από κουτάκι σε κουτάκι σε μια προκαθορισμένη διαδρομή, με νικητή όποιον φτάσει πιο γρήγορα στο τελευταίο. Μοιάζει περισσότερο με επιτραπέζιο, με άγνωστες αποστολές και παγίδες και άτυχες ζαριές που σε πηγαίνουν δυο βήματα μπροστά, πέντε πίσω. Νίκη, όποιος ίσως καταφέρει να αγαπήσει το κάθε κουτάκι όσο τα προηγούμενα, όσο τα επόμενα. Να πάρεις τώρα τον ωριμό σου εαυτό, να περάσεις και το άλλο χέρι πίσω στους ώμους και να τον κάνεις μια αγκαλιά, γιατί μπορεί πια παιδί να μην είναι, μα ίσως την χρειάζεται περισσότερο. Να του πεις επίσης να διαβάσει την Ιθάκη του Καβάφη. Γιατί, άνθρωποι είμαστε και ξεχνάμε, πάντοτε και διαρκώς τα πιο σημαντικά.

 ( Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους. )

January 23, 2017

ρομάντσο μικρής διάρκειας

να ανοίξω
τα πόδια
να σπρώξεις
δυνατά
να φτάσεις
βαθιά
- εκεί
πάνω απ'το ήπαρ -
να μπεις
να βγεις
να μπεις
να βγεις
να μπεις
να βγεις
να μπεις
να βγεις
και μετά
να μου πεις
πως κουράστηκες

January 18, 2017

ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος

Ένα γιώτα (ι) έμελλε να είναι το καινούριο μου κρασ. Κρασ λέω, γιατί στην προσπάθεια να μεταφραστεί στην ελληνική θα είχε ως αποτέλεσμα κάτι σαν ερωτική συντριβή/σύνθλιψη/σύγκρουση,  που μου φάνηκε μεγάλη υπερβολή για να κάνω χρήση της. (Ρητορική εσωτερική απορία: Μήπως όταν αποφεύγουμε να κατονομάσουμε κάτι σταματάει να είναι ό,τι είναι;) Αυτό το γιώτα λοιπόν ήταν ένα τυχαίο γιώτα. Πριν περίπου δύο μήνες, ακριβώς 72 ημέρες  δεν γνώριζα την ύπαρξή του κι όταν την έμαθα μου πέρασε σχεδόν αδιάφορη. Ένα άγνωστο γράμμα, χωρίς καμία ιδιαίτερη λάμψη, καμία ταχυπαλμία στη θέασή του, κανένα φτερούγισμα στο άγγιγμά του, ένα γράμμα που ήξερα ότι θα είναι περαστικό. Ένα τίποτα. Ένα μηδέν. Που θα παρέμενε όλα αυτά, εάν εγώ δεν αποφάσιζα να το κάνω κάτι.

Η ιστορία συνήθως έχει ως εξής. Όπως το γιώτα μου, έτσι και κάθε άλλο γράμμα στην αρχή χτυπάει φοβισμένα την πόρτα. Εσύ κοιτάς από το ματάκι, την ανοίγεις λίγο μόνο, βγάζεις το κεφάλι από τη σχισμή. Έχει κουτί με γλυκά, ανθοδέσμη και χαμόγελο. Φαίνεται καλόκαρδο, διαφορετικό. Σου λέει δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Λες ας μην φοβηθώ εξαιρέσεις υπάρχουν. Ανοίγεις την πόρτα, κερνάς τσάι. Γελάς διστακτικά στην αρχή. Ξεκαρδίζεσαι στη συνέχεια. Το γράμμα φαίνεται να κερδίζει έδαφος. Εξαιρέσεις υπάρχουν. Βγάζεις το κέικ από το φούρνο. Την επόμενη το καλείς για φαγητό. Βγάζεις το καλό κρασί, στρώνεις τα χαλιά. Ετοιμασίες για ποιον; Για κάποιον που μέχρι χθες σκεφτόσουν αν θα του ανοίξεις την πόρτα. Αλλά εξαιρέσεις υπάρχουν. Το γιώτα φαίνεται αλλιώτικο, σε πηγαίνει βόλτα στη λίμνη, σου λέει τα μυστικά του, σε κοιτά σαν το πιο ξεχωριστο γράμμα που έχει γνωρίσει. Κατακτά κι άλλο έδαφος. Δεν σε πειράζει. Εξαιρέσεις υπάρχουν.

Το γιώτα αρχίζει πλέον να επηρεάζει την πραγματικότητά σου, μια πραγματικότητα στην οποία μέχρι προ ολίγου δεν είχε καν θέση. Μια θέση που εσύ του έδωσες για να την αναβαθμίσει, μα ανάθεμα στη ζωή και τις εξαιρέσεις της, το γιώτα είναι σκάρτο, η πραγματικότητα σου υποβαθμίζεται. Κι εσύ αντί - χωρίς ούτε να κάνεις τον κόπο να σηκωθείς από την καρέκλα - να πάρεις το γιώτα να το πετάξεις στον κάλαθο κι όχι αυτόν της ανακύκλωσης, να κλείσεις τις δυο άκρες του να γίνει πάλι μηδέν, μακραίνεις λίγο τη γραμμή και το κάνεις 1 κι από ένα το κάνεις 2 κι ύστερα για φαντάσου 3! Και φυσικά ξέρεις ότι δε γίνεται, δεν αξίζει να γίνει 4, μα εσύ το κάνεις, γιατί όσα λιγότερα αξίζει να πάρει, τόσα πιο πολλά δίνεις, γιατί νομίζεις ή ελπίζεις ότι θα. Θα; *Ξεκάρδισμα* Κι αρχίζεις ξαφνικά να στροβιλίζεσαι γύρω από ένα άλλο γράμμα, σα να είναι ο άξονας του σύμπαντός σου, ξεχνώντας μονομιάς τον έναν κανόνα που οφείλεις να θυμάσαι. Το κεφαλαίο γράμμα στη ζωή μας είμαστε εμείς, οι υπόλοιποι παίζουν απλά στην αυλή με τις λέξεις μας. Κι εμείς τι κάνουμε, κάνουμε τους άλλους ΚΕΦΑΛΑΙΑ, σαν επί τούτου, για να μας επισκιάζουν και σα να μην φτάνει μόνο αυτό, μόλις αυτούς τους κάνουμε κεφαλαία, γινόμαστε εμείς μικρά και συνεχίζουμε να μικραίνουμε κι άλλο κι άλλο, τόσο που σχεδόν δε φαινόμαστε. 

Βεβαίως, η ενοχή είναι κάτι που πέφτει πάντα σε δυο ζευγάρια ώμους. Δεν ευθύνεσαι εσύ για τα γράμματα που συναντάς. Δε φταις αν είναι καμπούρικα, στραβά, αλλόκοτα. Αν είναι μισά ή κακοδουλεμένα. Αν έχουν μάθει να κρέμονται από το χέρι που τα έφτιαξε και δεν έχουν ακόμα ωριμάσει. Δε φταις εάν τα μάτια τους είναι χαλασμένα και δεν βλέπουν ότι μπορεί να είσαι ένα γράμμα ξεχωριστό, ένα γράμμα που θα τους ίσιωνε λιγάκι. Δεν φταις εάν χτυπάς και δε σου ανοίγουν. Φταις που δεν λες να σταματήσεις να χτυπάς, γιατί αφού δεν ανοίγει δεν είναι η πόρτα σου. Φταις για όλα τα γιώτα και τα κάπα και τα σίγμα που δεν κλωτσάς μακρυά, όταν παύουν να εξυπηρετούν τον σκοπό για τον οποίο ήρθαν κοντά. Φταις που αφήνεις να σου κλέβουν τη λάμψη που αυτά δεν έχουν. Που αμφισβητείς (αν έχεις τον Θεό σου) τη δική σου αξία, επειδή οι άλλοι δεν έχουν να πληρώσουν! Δε φταις εάν τα γράμματα που συναντάς είναι μικρά. Φταις που ξεχνάς ότι είσαι κεφαλαίο.

The Missing Piece - Shel Silverstein

January 10, 2017

το εφτά

θέλω τέλος (ή και ταυτόχρονα) να γνωρίσω έναν άνθρωπο όμορφο. όμορφο στην όψη και στην καρδιά. θέλω όταν γνωριστούμε τα μάτια μας να καρφωθούν μεταξύ τους κι ανάμεσα να σφινωθεί μια απέραντη λάμψη που να φωνάζει ψυθιριστά επιτέλους. βρεθήκαμε. έφτασε η εποχή μας. θέλω το μέσα μου να δυναμιτίσει. το στομάχι μου να γίνει γροθιά. το μυαλό μου να πονέσει. όλη μου η φαιά ουσία να καεί. η ύπαρξή μου να υποκλιθεί στην παρουσία του. θέλω να μην είναι μπερδεμένος. θέλω να με ψάχνει. θέλω από πριν να με ψάχνει και μόλις με βρει να είναι έτοιμος. να σφίξει τα δάχτυλα μου μέσα στα δικά του. να μην σκεφτεί ούτε στιγμή να χαλαρώσει το κράτημα. να με προστατεύει σαν τη ζωή του. θέλω να ξέρει από ισορροπία. να μου μάθει κι εμένα να ισορροπώ. θέλω να μου λέει πως είμαι όμορφη. από πάνω μέχρι μέσα. να μου λέει πως με περίμενε. να θέλει παιδιά. να θέλει τα παιδιά μου. να με γνωρίσει στους φίλους του. να γίνουν φίλοι μου. να με γνωρίσει στους δικούς του. να γίνουν δικοί μου. να με αγαπάει. να πηγαίνουμε βόλτες στους αστερισμούς της νύχτας. στη Μεγάλη και την Μικρή Άρκτο, στο Διαβήτη, τα Ιστία, τον Τουκάνα. αν δεν φτάνουν τα καύσιμα να πηγαίνουμε μέχρι το περίπτερο. ή την συκιά κάτω από το σπίτι. να μην φοβάμαι. να τον αγαπώ. να μην τον στεναχωρώ. να τον συγχωρώ. να θέλει να τον συγχωρώ. να μην αδιαφορεί στην πάντοτε υπαρκτή πιθανότητα να χαθούμε. του χρόνου τέτοια μέρα να του διαβάζω το εφτά. να μοιάζει με προφητεία. να αγαπιόμαστε. να αγαπιόμαστε. να αγαπιόμαστε. να μην θυμίζει το σεξ σε ό,τι κάποτε ονομάσαμε σεξ. να τρέχει από το στόμα μου έρωτας. να χύνει εθισμό. να είμαι αυτός. να είναι εγώ. να κάνουμε σχέδια. αν χρειαστεί και σχεδία. να μην φοβάμαι. να τον αγαπώ. να με αγαπά. να ξέρουμε πως θα φτάσουμε μαζί στο τέλος. να μην το πιστεύουμε. να το ξέρουμε.