November 12, 2017

το βερολίνο

Δεν έγραψα ποτέ για το Βερολίνο. Σα να θέλω να κρατήσω μυστικό τα όσα ξέρω γι'αυτό. Δεν έγραψα ποτέ για το Βερολίνο, σα να φοβάμαι πως αν τα διαβάσω θα γίνουν πιο αληθινά. Το Βερολίνο είναι άγριο, βρώμικο και βίαιο. Είναι δήθεν και χίπστερ. Αντεργκράουντ και απότομο. Το Βερολίνο είναι τα άφθονα ναρκωτικά, το τριήμερο κλάμπινκ, τα εικοσιτετράωρα γκέι πάρτυ και το σεξ δίχως όρια. Είναι τα σταρτ απσ και η δωρεάν μπύρα στη δουλειά, η μπύρα στο μετρό, στο τραμ και το σ-μπαν (άχρηστη πληροφορία της ημέρας, μισώ την μπύρα). Είναι τα sneakers, η τσάντα πλάτης (απαραιτήτως μαύρη και μακρόστενη) και τα οβερσάιζντ τζιν τζάκετς. Είναι το τέκνο στα κλαμπσ, το τέκνο στα μπαρσ, το τέκνο στο κομμωτήριο, στο γυμναστήριο, στο πάρκο. Είναι ο Σίσυφος, το Αμπάουτ Μπλανκ και το Μπερκάιν. Είναι οι κόκες, οι εκστάσεις και οι κεταμίνες· τα νταρκ ρουμσ και οι πούτσοι που ορθώνονται μπροστά σου θέλοντας βιαστικά και χωρίς κόπο κάπου να μπουν. Το Βερολίνο δεν είναι ρομάντσο, δεν είναι λουλούδια, δαντελένια φορέματα και χάπι έντινγκς. Είναι η ωμή πραγματικότητα που σε γαμάει καθημερινά. Είναι πρωινά που δένεις αμήχανα τα κορδόνια των παπουτσιών σου και πόρτες που κλείνουν απότομα πίσω σου, είναι τα 'keine Beziehung, nur Spaß' και είναι αυτό που αρχίζεις να είσαι κι εσύ. Είναι η μεταμόρφωση στις (υπο)σημειώσεις σου, το βλέμμα σου, την καρδιά σου - που κάποτε ήτανε βαθύ μπορντό και τώρα κάτι σε ξεβαμμένο και θολό σάπιο μήλο.

Είναι βέβαια και τα κίτρινα φύλλα στα πεζοδρόμια κάθε φθινόπωρο, που το κάνουν να μοιάζει με πίνακα του Van Gogh. Είναι ο Σπρέε, τα ρεστοράν στη Savignyplatz και οι αμέριμνοι κύκνοι που βολταρίζουν στο Tiergarten. Είναι το Charlottenburg και η άγνοια των ηλικιωμένων για το εκάστοτε πάρτυ του διπλανού WG. Οι γιαγιάδες που περνάνε αμέριμνες τις Κυριακές έξω από το Μπερκάιν αναρωτούμενες τι είδους εκκλησία μπορεί να είναι αυτή και ποιο το αντίδωρο, το Prenzlauer Berg και τα πεντάχρονα που παίζουν στην Zionkirchsplatz. Είναι το Neukölln, οι γειτονιές γεμάτες μέση Ανατολή και τα απέραντα  ροζ ηλιοβασιλέματα στο Τέμπελχοφ που κλέβουν άλλο ένα κομμάτι της καρδιάς σου. Είναι ακόμα το Έξοδος και οι Γκρικ Μπερλίνερς που φαίνεται όλοι να έχουν απεριόριστο χρόνο να σχολιάζουν αφειδώς οτιδήποτε δεν τους αφορά· η Ελληνική Κοινότητα που πήγες μονάχα μια φορά και κάτι φούρνοι στο Schöneberg που δεν επισκέφτηκες ποτέ, παρόλη την τρομερή σου επιθυμία για τυρόπιτα. Είναι οι νεοφερμένοι και το ύφος χιλίων καρδιναλίων που κρατούν, νομίζοντας πως βγήκαν από το κόμφορτ ζόουν τους ερχόμενοι με έτοιμη δουλειά, τον γκόμενο παραμάσχαλα και τη μαμά να τους αποχαιρετά στο Ελ. Βενιζέλος. Το Βερολίνο είναι οι ψευδαισθήσεις. Είναι οι τουρίστες που νομίζουν ότι έζησαν το Βερολίνο επειδή εβγάλανε φωτογραφία μπροστά στο φιλί Μπρέζνιεφ - Χόνεκερ και πήγανε στο καφέ Λουσία. Είναι οι δασκάλες γιόγκα, οι ζωγράφοι και οι χορευτές, που έρχονται στην πιο κουλ πρωτεύουσα της Ευρώπης ψάχνοντας δεν ξέρω τι, νομίζω ούτε και αυτοί.

Το Βερολίνο είναι σταθμός. Εδώ τίποτα δεν μένει και ποτέ δεν ξέρεις αν θα μείνεις κι εσύ. Είναι φίλοι από Ρωσία, Μεξικό, Ισπανία, Αργεντινή, που ήρθαν και φύγαν. Η κολλητή κι η ισορροπία που νόμισες πως βρήκες, μα που εξαφανίστηκαν η μία μετά την άλλη. Φίλοι που κάνεις κάθε Σεπτέμβριο και πετάνε κάθε άνοιξη σαν αποδημητικά. Το Βερολίνο είναι τα πρώτα αμήχανα βήματά σου, το βλέμμα σου προς τα πίσω, το βαρύ χτύπημα, η αντίσταση και η παράδοση. Είναι το γοτέβερ, μπορώ κι εγώ. Είναι το κάζουαλ και το χλιαρό. Εδώ δράματα δεν επιτρέπονται. Δεν Επίδαυρος εδώ. Εδώ είμαστε κουλ. Το Βερολίνο δεν είναι κανένα άλφα, όπως αγάπη. Το Βερολίνο είναι μόνο βήτα, όπως βάναυσο και βάρβαρο. Το Βερολίνο είναι αυτά και άλλα πολλά που ακόμα δεν ξέρω. Είναι όσα δεν ξέρουν οι προφέσορες του Χούμπολτ, οι φοιτητές της κλασσικής μουσικής και το ζευγάρι που ήρθε από την Κροατία για ένα καλύτερο μέλλον. Είναι η υπερβολική πλην επιτακτική επίδειξη του διαφορετικού και του εξτρίμ. Είναι το παλιό και το νέο. Η ελευθερία και η αδιαφορία. Είναι σχεδόν τα πάντα και σχεδόν τίποτα. Είναι όλα όσα δεν ξέρει η μαμά μου και όσα ποτέ δεν θα μπορέσω να της πω. Όλα όσα έψαχνα, μα ίσως δεν ήθελα να βρω. Όλα όσα ονειρευόμουν και μισούσα μαζί. Το Βερολίνο είναι αυτά. Τα λίγα ή πολλά. Και με μπερδεύει.


October 20, 2017

ανάποδα

άφησε την επαρχία
για την Αθήνα
την Ελλάδα
για την Ευρώπη
την Ευρώπη 
για την Αμερική

για να μάθει πως
κάποτε τα μέρη
σταματούν να μεγαλώνουν
κάποτε
για να χωρέσεις
πρέπει να μικρύνεις εσύ

κάποτε ο κόσμος
μοιάζει με βελόνα
εσύ με κλωστή
θέλει
να στριμωχτείς
να εστιάσεις

από
το πλήθος
το θόρυβο
τις λίστες
τις ατέλειες
τα προαπαιτούμενα
στο ένα
(το γεμάτο ψεγάδια
μα δικό σου)


September 14, 2017

περί του προσωρινού

δε μας μάθανε τίποτα στο σχολείο. κάθε μέρα στις οχτώ.
γλώσσα, γλώσσα, μαθηματικά, ιστορία, φυσική, χημεία, εμείς και ο κόσμος.
τι μάθαμε γι'αυτόν; κόσμος είναι το εύτακτο τμήμα του όντως Όντος
που ορίζεται ως άπειρον διατεταγμένον και κεκοσμημένον.
μάθαμε για τα άστρα και τους γαλαξίες, τους κομήτες και τα νεφελώματα.
θεωρίες περί του ηλεκτρομαγνητισμού, περιοδικούς πίνακες, οργανικές ενώσεις.
μας είπανε πως είναι αιώνιος, σφαιρικός και άφθαρτος. ο άνθρωπος υπερδύναμος,
μπορεί να σκαρφαλώσει στο φεγγάρι.

κάθε μέρα στις οχτώ. χτύπημα κάρτας, τσάι, μίτιγνκσ, παρουσιάσεις, ντεντλάινσ.
τώρα μαθαίνουμε αλήθειες. ο κόσμος είναι μικρός, λίγος και προσωρινός.
ο ήλιος δεν παγιδεύεται. η θάλασσα πάντα θα μας ξεφεύγει.
ο έρωτας δεν θα κρατά, παρά όσο για την σύντομη απόλαυση της ηδονής.
τα ακροδάχτυλα μας δε θα ενώνονται, παρά όσο για την δημιουργία της ανάμνησης.
οι μέρες θα ξημερώνουν αιφνίδια νύχτες. τα βέβαια θα γνέφουν ειρωνικά αντίο.
χιλιάδες μαχαίρια θα καρφώνονται στο στομάχι μας, μέχρι τη λυπηρή συνειδητοποίηση,
πως ακόμα κι αυτός. αυτός που σε κάνει να νιώθεις, ο πόνος,
 - φεύγει.

κάτι μας μάθανε στο σχολείο. μας μάθανε να ζούμε σαν αθάνατοι
και μια μέρα είδαμε τα μαλλιά μας να ασπρίζουν.




July 30, 2017

τα μήλα, η χίπικη παντελόνα και εσύ

Σήμερα ήταν Παρασκευή. Κάθε Παρασκευή, δυο δρόμους κάτω από το πατρικό μου έχει λαϊκή, τη λαϊκή των ρούχων. Παλιά η βόλτα στη λαϊκή αποτελούσε ιδιαίτερη χαρά και ιεροτελεστία, μα παλιά ήμουν μικρή. Πλέον στη λαϊκή πηγαίνω μόνο για την θύμηση του γεγονότος, ότι κάποτε αποτελούσε ιδιαίτερη χαρά και ιεροτελεστία. Δεν έχω ούτε το κουράγιο να ψάξω, ούτε το χρόνο να ασχοληθώ. Πλέον ο χρόνος μου αξίζει, περισσότερο από το οποιοδήποτε ποσό θα κερδίσω χάνοντάς αυτόν.

Ξεκινώντας βεβαίως να ψάξεις οτιδήποτε, με διάθεση βαριεστημένη εώς μηδενική, σχεδόν βέβαιη είναι μόνο η αποτυχία της αποστολής. 'Ετσι γίνεται λοιπόν και γυρνάω πάντοτε με άδεια χέρια. Σήμερα, παραδόξως, έπεσε το μάτι μου πάνω σε μια παντελόνα. Ήταν πολύχρωμη, φαρδιά και χίπικη και μου θύμησε εσένα. Την κοίταξα για ώρα, από μπροστά, από πίσω, από το πλάι, την φόρεσα να δω αν μου ταιριάζει. Δεν ήμουν σίγουρη. Η παντελόνα κόστιζε 5 ευρώ, όσο πάνω κάτω κοστίζει ένα σμούθι πορτοκάλι-μάνγκο-φράουλα, μια κρέπα με δύο γεμίσεις, μπισκότο και τρούφα ή ένα σάντουιτς με αβοκάντο. Θέλω να πω με όλα αυτά, δίνω καθημερινά πολλά πεντάευρα. Όμως δεν ήμουν σίγουρη, δεν ήμουν σίγουρη συγκεκριμένα για την παντελόνα. "Θα το σκεφτώ και θα περάσω αργότερα" είπα στην κυρία που κοίταγε περιπαιχτικά. Έκανα μια βόλτα και επέστρεψα 13 περίπου λεπτά αργότερα. Είχα αποφασίσει πως μάλλον αξίζει το ρίσκο να την πάρω και να μην μου αρέσει μετά. Κοίταξα ίσως με κάποια αγωνία στο σημείο που την είχα αφήσει και άρχισα να ανακατώνω τον πάγκο, μέχρι που άκουσα μια φωνή "την πήρανε κοπέλα, σου είπα εγώ". Στην αρχή, ένιωσα μια κάποια ανακούφιση, "με βγάλανε από τη δύσκολη θέση" σκέφτηκα. Αργότερα όμως, κοιτώντας τη θάλασσα και αδυνατώντας για μια ακόμη φορά να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη, άρχισα να σκέφτομαι με ίσως κάποια θλίψη την παντελόνα που έχασα, εσένα που κοντεύω να χάσω -αφού δεν είμαι σίγουρη αν μου κάνεις-  τα μήλα που παίζαμε μικρά. Στα μήλα ήμουν καλή. Ήμουν καλή σε οτιδήποτε απαιτούσε κίνηση, εξού και στα μήλα. Ο σκοπός του παιχνιδιού γνωστός. Οι δύο παίχτες που στέκονται αντικριστά, να κάψουν με την μπάλα όσους είναι ανάμεσά τους και οι ανάμεσα να πιάσουν την μπάλα (μήλο!) και/ή να την αποφεύγουν. (Παράξενο παιχνίδι, σκέφτομαι τώρα που μεγάλωσα, να θες να πιάσεις αυτό που ταυτόχρονα θες να αποφύγεις.) Θυμήθηκα πως ποτέ δεν έπιανα μήλα. Κέρδιζα πάντα. Μα κέρδιζα μονάχα αποφεύγοντας, κέρδιζα γιατί ήμουν καλή στους ελιγμούς. Ποτέ δεν είχα μήλα - ποτέ επιπλέον ζωές. Τα φοβόμουνα, τα έτρεμα, σας το λέω. Πίστευα πως αν προσπαθούσα να τα πιάσω, θα καιγόμουνα κι έτσι τα άφηνα στους άλλους. Νικούσα, μα τη δόξα του μήλου δεν την ένιωσα ποτέ. Δεν έμαθα πως μοιάζει να αγγίζεις, χωρίς να φοβάσαι να μην τσουρουφλιστείς.

Θα σε χάσω. Το πιο πιθανό είναι πως θα σε χάσω. Μα ό,τι με θλίβει περισσότερο δεν είναι αυτό· είναι που δεν ξέρω αν θα στεναχωρηθώ που θα σε χάσω. Όπως δεν ξέρω αν στεναχωρήθηκα για την παντελόνα. Όπως δεν ξέρω αν στεναχωρήθηκα για όσα έχασα από έλλειψη σιγουριάς ή ύπαρξη φόβου. Ίσως είναι που συνήθισα να χάνω μήλα, ίσως να αρκεί που δεν καίγομαι. Ίσως και όχι.

Burning Man (2015)

July 12, 2017

το γεμάτο ψυγείο

Τσίαρσ στα πρωινά με κλιματαριές και ήλιο, στη φέτα, στα γεμιστά, στις μελιτζάνες, στην ξεγνοιασιά, στο χαλβά φαρσάλων, στο καρπούζι, στη ρίγανη, στο αναπνέω, στα σταφύλια, στις σανταρόζες, στα κεράσια, στα λαδερά φασολάκια, στα φασόλια γίγαντες, στους κορνέδες, στα κουρκουμπίνια, στο αγκαλιάζω, στα κουλουράκια του καφέ, στα λουκούμια, στους λουκουμάδες, στα παγωτίνια, στο ψητό καλαμπόκι, στο χαμογελώ, στα τζιτζίκια, στα κοχύλια, στις αιώρες, στα βιβλία, στα ζεστά απογεύματα, στα θερινά σινεμά, στα πανηγύρια, στο γελώ, στο μαύρο δέρμα, στα αλατισμένα μαλλιά, στο άσπρο, στο μπλε, στον Ελύτη, στα τραπεζάκια δίπλα στη θάλασσα, στη βραδινή ζακέτα, στα μπαλκόνια που μιλούν δυνατά, στο ανα-παύομαι.

Τσίαρσ σε όσους γεμίζουν το άδειο μου ψυγείο με νοιάξιμο.

June 26, 2017

η σκιά

Είναι πάντα πίσω μου. Θυμάμαι τη μάνα μου να λέει "μην τρώτε σα να σας κυνηγάνε", μα μαμά, κοίτα, με κυνηγάνε! Δεν μπορώ να ξεχωρίσω την ακριβή του μορφή, είναι όμως πάντα πίσω μου. Πολλές φορές κρατάει ένα σφυρί και μου χτυπάει το κεφάλι, άλλες έρχεται και κάθεται πάνω στο στήθος μου, το πιέζει δυνατά, μέχρι να κολλήσει στην πλάτη. Πότε πότε κάθεται στο σβέρκο μου κι άλλοτε κρέμεται από την αναπνοή μου. Πόσο βάρος να αντέξει μια εισπνοή, από πόσο να απαλλαχθεί μια εκπνοή; Δεν ξέρουν τι άλλο να κάνουν, γίνονται γρήγορες, κοφτές, κοφτές και γρήγορες.

Τη νύχτα ευτυχώς κρύβεται για λίγο, δεν ξέρω αν πάει για ύπνο ή κυνηγάει άλλονε, εμένα μια φορά με αφήνει στην ησυχία μου. Στη θέση του βέβαια κάθε πρωί, το δευτερόλεπτο που θα ακούσει το ξυπνητήρι. Έχει γεύση στυφή στη γλώσσα και γρατζουνάει στο λαιμό, σα να κατάπιες κυδώνι ολόκληρο. "Κοιτάξτε" λέω, "κοιτάξτε, με κυνηγάνε", γυρνάνε όλα τα κεφάλια, δε βλέπουν τίποτα. Με περνάνε για τρελή. Ιδρώνω, κρυώνω, ζεσταίνομαι, ξανά από την αρχή.  Έχουν τεντωθεί όλα. Τα νεύρα μου, το σχοινί, το κούμπωμα του στηθόδεσμου. Η υπομονή από την άλλη έχει εξαντληθεί, η πίστη συρρικνωθεί, η εμπιστοσύνη εξαφανιστεί.

Η σκιά πάντοτε περιφερώμενη γύρω μου σε ακτίνα συγκεκριμένης απόστασης. Μακρυά μα κοντά. Μην την πιάσω και τη δυαλύσω, μην την χάσω και ξεχαστώ. Προχθές, καθώς ποδηλατούσα στην Karl-Marx-Alle προσπαθώντας με αγωνία να την αποφύγω, είδα μια  τεράστια ειρωνεία. "Γιατί οι άνθρωποι" αναρωτήθηκα, "να κρύβονται πάντα από τον ήλιο, γιατί να ψάχνουν τη σκιά; Και γιατί αυτή, να αγαπάει τόσο εμένα, όσο κι αν της λέω ότι δεν την αγαπώ;"

June 21, 2017

στον δικό μου μπαμπά

ανάμεσα στα άλλα και στα τόσα πολλά. στο ακυβέρνητο φορτίο και το χαώδες προς τα που, ανάμεσα στα κρύα καλοκαιρινά πρωινά, τον χαμένο ήλιο, την ξεχασμένη θάλασσα, τις βραδινές εξόδους για σούσι, τα εικοσιτετράωρα πάρτυ, τις ιστορίες που ακούστηκαν άσκοπα, τα σεντόνια που μυρίζουν άρωμα ξένο, τις αιτήσεις για ένα καλύτερο μέλλον. ανάμεσα στο τεντωμένο από τα νιάτα δέρμα και στα μάτια που σε κοιτούν όπως κοιτούσες κάποτε εσύ. ανάμεσα στα τόσα ασήμαντα, είδα σήμερα πως ήτανε η μέρα του. κι ίσως, ίσως να μην μοιάζει με όλους, σίγουρα θα μοιάζει με μερικούς. ίσως να μην θέλω να πω δεν θα τον άλλαζα με κανέναν στον κόσμο, ούτε πως είναι ο ήρωάς μου. ίσως να μην μου αγόρασε ακριβό οροφοδιαμέρισμα στην Zionskirchplatz, ούτε να μου έδωσε τη χρυσή αμέρικαν εξπρές να αδειάσω ράφια πολυκαταστημάτων. ήταν όμως εκεί να τον φωνάζω μπαμπά. θέλω να πω ευχαριστώ γι'αυτό. το εκεί. για τα παραμύθα που μου έλεγε ακούραστα στο κρεβάτι, μέχρι να αποκοιμηθώ. για την μπουγάτσα που μου έπαιρνε μετά το φροντιστήριο, κρυφά από τη μαμά. για τις χιλιάδες εργατοώρες που ίδρωσε για να σπουδάσω. ευχαριστώ που ακόμα είναι εδώ. που αντικατέστησε τη μπουγάτσα με κολοκυθόπιτα και βρίσκεται κάθε πρωί στο πανέρι, όποτε είμαι σπίτι. που τα πικραμένα μάτια του με εκλιπαρούν να με δουν να χαμογελώ. που δεν βρίσκει πουθενά αλλού χαρά, εκτός από τη δική μου. θέλω να πω ευχαριστώ για την αγάπη. κι ας εγώ δεν τη βρίσκω αρκετή. κι ας ήθελα να είναι παραπάνω. κι ας πιστεύω ότι δεν πήρα όσες αγκαλιές δικαιούμουν όταν ήμουνα μικρή. κι ας πιστεύω ότι δεν παίρνω όσες αγκαλιές δικαιούμαι τώρα που δεν είμαι. είμαστε άπληστοι οι άνθρωποι. είμαστε άνθρωποι. κι εγώ. κι αυτός. κάθε παιδί. και κάθε μπαμπάς. κι αν το θυμόμασταν πιο συχνά θα θέλαμε να πούμε περισσότερα ευχαριστώ. για όλα. για όσα.

May 17, 2017

loving strangers

Πρώτη φορά κατάλαβα γιατί τον απεικανίζουν με βέλη. Μάλλον δεύτερη. Μα τούτη η φορά πόνεσε περισσότερο από την πρώτη. Στο αναπάντεχο, εκεί κρύβεται η ευστοχία του - η ατυχία σου. Δεν το είδα να έρχεται, μονάχα το ένιωσα. Απότομα στα δεξιά του θώρακα. Το ένιωσα να σχίζει το κορμί μου, να γλιστράει με δεξιοτεχνία ανάμεσα στις πλευρές και να σφηνώνεται βαθιά. Nα μπήγεται σε αυτό το αφράτο πράγμα που χτυπά κάθε δεύτερο του λεπτού και για λίγο να το σταματά. Ένιωσα μια παλινδρόμηση και κατάφερα να ψελίσω τέσσερις λέξεις. Θυμάμαι το άβολο βλέμμα του. Κοντοστάθηκε χωρίς να ξέρει τι να πει. Χαμογέλασε και αποχώρησε. Ξαναγύρισε. Μάλλον του άρεσε το ξαφνικό θήραμά του. Ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες κι αρχίσαμε να χορεύουμε, ύστερα να μιλάμε ξανά. Μιλούσαμε, μιλούσαμε, μιλούσαμε. Γύρω μας κανείς κι ας ήταν εκατοντάδες. Γύρω μας σιωπή από ηχεία που έπαιζαν τόνους μεγαβάτ. Είμασταν εμείς το σύμπαν και το σύμπαν εμείς. Ξαπλώσαμε στην κούνια. Μια κλωστή ένωνε τις τεράστιες κόρες των ματιών μας. 3 εκατοστά απόσταση μας έφερνε πιο κοντά από ότι μας χώριζε. Κοιτιόμασταν για ώρες χωρίς να ακουμπάμε ο ένας τον άλλον. Θυμάμαι το ερωτερικό του μπράτσου του. Ποτέ δεν θέλησα να αγαπήσω τόσο πολύ, κάτι τόσο ξένο. Δεν ξέρω πως τα χείλη μας άγγιξαν, χωρίς καθόλου να κινηθούμε. Θα ορκιζόμουν στην φυσική έλξη, αυτήν που δημιουργείται από τον καθαρό ελεκτρισμό. Δεν με άφηνε, δεν τον άφηνα. Θυμάμαι να του μαθαίνω πράγματα καινούρια. Θυμάμαι να γελάει. Τα μάτια του. Μπλε βαθιά άγρια μάτια. Άγρια για όλους εκτός από εμένα. Τα φρύδια του, ξανθά, αχνοφαίνονταν. Τις άσπρες τρίχες στους κροτάφους. Το κατάλευκο των δοντιών του. Συγχωρέστε με για την απέραντή μου επιφάνεια, μα πάει καιρός που δεν μπορώ να σταματήσω να υποκλίνομαι στην ομορφιά. Ήταν όμορφος. Όμορφος σαν άνοιξη. Καυτός σαν καλοκαίρι. Σα να σ'αγκάλιαζαν η θάλασσα και ο ήλιος μαζί. Ήταν όμορφος. Θεέ μου, πόσο όμορφος. Θυμάμαι τις ιστορίες του. Θυμάμαι τις δικές μου. Όλες σε άπταιστα γερμανικά. Οι λέξεις πάντα βρίσκονται όταν απέναντί σου βρίσκεται αυτός που θέλεις να τις ακούσει. Θα φύγω του είπα. Μα έμεινα. Θα φύγω του είπα και του έπιασα το χέρι. Ακολούθησε. Φεύγω του λέω. Έμεινα ξανά. Η πόρτα σήμαινε το τέλος. Το ήξερα. Έφυγα. Ένα μήνυμα ήρθε και το κοφτερό βλέμμα του στην πόρτα μου. Ένας ύπνος. Αφού μόνο αυτός στο μικρό μου μυαλό σημαίνει περισσότερα από οτιδήποτε άλλο. Θυμάμαι κάθε διαδρομή που έκαναν τα δάχτυλά του στο κορμί μου. Από τις παλάμες μέχρι το λαιμό. Από τους γοφούς μέχρι τον αυχένα. Χαιδεύω. Πόσο υποτιμεμένο ρήμα. Θυμάμαι το πρωί μετά. Τα μάτια του. Τα φρύδια του. Τον άτριχο θωρακά του. Θυμάμαι. Πόσο υπερτιμημένο ρήμα. Και πάμε τώρα στα βασικά. Ξέρω. Ρήμα χρήσιμο, ανελέητο, αδυσώπητο. Ξέρω πως αυτός δεν θυμάται τίποτα.

May 13, 2017

τσουνάμι

τότε που χτίζεις
τα πιο γερά, θεόρατα
απροσπέραστα τείχη
τότε που πια κοιτάς
ατρόμητα τον εχθρό

τότε αμείλικτα
γιγαντιαία κύματα
μεγαλύτερα και από
την περίμετρο της γης
εμφανίζονται και
ισοπεδώνουν τα πάντα

( μα, αλλόκοτο, για δες
πως λάμπουν όλα
μες στην καταστροφή )


May 5, 2017

άνοιξε άνοιξη

- καλημέρα, τι θα θέλατε;

- μιαν Άνοιξη παρακαλώ.


April 21, 2017

χέρι-χέρι

δεν είναι πως
κουράστηκα να περιμένω

είναι που κάπου
στην αναμονή

ξέχασα πως μοιάζει
να ζεις τη ζωή
στο εμείς

[ Florida, March 2017]

April 14, 2017

στον Όλιβερ

στο δέρμα μου κάνουν παρέα κάτι κόκκινες κυλίδες. δίπλα μου κατουρούν κάτι σκυλιά. καμιά φορά με βάζουνε να διαλέξω ανάμεσα στους σκύλους και τις γάτες. δεν έχω τι να απαντήσω. δεν επικροτώ την πουλημένη αγάπη. τόση μοναξιά που μια μέρα αγοράζεις κάποιον που θα σ'αγαπάει όσο τον ταίζεις. ειρωνεία. τους ανθρώπους μια μέρα σταματάμε να τους ταίζουμε, να τους ποτίζουμε. τους αφήνουμε να λυσσάξουν για λίγη προσοχή κι ίσως κάπου βαθιά το ευχαριστιόμαστε που τους τη στερούμε. τους ανθρώπους κάποια στιγμή τους βαριόμαστε. δεν άκουσα ποτέ κανέναν να βαρεθεί το σκυλί του. ας είναι. προς Θεού μην παρεξηγηθώ, δεν είναι σκοπός μου να τα βάλω με τα ζωντανά. προχθές επισκέφτηκα στο σπίτι του Χέμινγουέι, είχε λέει 4 γυναίκες και 53 γάτες. πόσο θαυμάζω τους ανθρώπους που δεν το βάζουν κάτω ποτέ. πάλι έχασα όμως το δρόμο. πόσους συνειρμούς να αντέξει ένα μυαλό. συχνά συμβαίνει αυτό τελευταία - χωρίς δυστυχώς να ξέρω που ακριβώς αποσκοπεί. θες να πεις όχι, λες ναι. θες να μείνεις, φεύγεις. θες να μιλήσεις, χορεύεις. θέλεις να φιλήσεις, φιλάς. ποτέ δεν ξέρεις τι θα γίνει, μέχρι να γίνει.  ///  την πρώτη φορά που τον είδα μου φάνηκε κουλ. κουλ με μία μεγάλη δόση επιφάνειας. εξυπνάδα για βιτρίνα. πρόσεξα επίσης το ύψος του και τα μεγάλα του χέρια. δεν έδωσα σημασία. δεν έδωσε κι αυτός. ποτέ δεν ξέρεις τι θα γίνει μέχρι να γίνει. τα χείλη μας ταίριαξαν. ήξερε όλα τα βήματα. σα να είχε μελετήσει εγχειρίδιο. αργά. γρήγορα. απαλά. άγρια. προς μεγάλην μου έκπληξη κατάφερε ό,τι δεν κατάφερε κανείς. το Σάββατο ήταν καλύτερο από την Πέμπτη. τότε πρόσεξα εκτός από το ύψος του και τα μεγάλα του χέρια, τις κόρες των ματιών του όταν χαμογελούσε. πως ανεβοκατέβαινε το στέρνο του όταν ανέπνεε. πως έτρεμε το χέρι του όταν πλησίαζε το δικό μου. αν κάποιος μου ζητούσε να τον περιέγραφα θα έβρισκα μονάχα ένα επίθετο. κουλ. το πιο κουλ άτομο που γνώρισα ποτέ.  ///   lust. άνω και κάτω τελεία. λαγνεία. πόθος. ασέλγεια. άμετρος επιθυμία. η στέρηση προκαλεί την υπερβολή. την ατελειώτη σεξουαλική επιθυμία χωρίς καμία συναισθηματική εμπλοκή. ανανάς, πάγος, μάνγκο, βούτυρο, θάλασσα, κάψιμο, ταχύτητα, βάθος, σάλιο, πείνα, γλυκό, αλμυρό, παραπάνω. δεν θα πω ψέματα. τα χείλη του ήταν τα πάντα. τα πάντα χωρίς τα χείλη που έλειπαν. πόσα στόματα είναι αρκετά για να καλύψουν μια επιθυμία; με ρωτάς; θα πω μια νύχτα δεν είναι αρκετή. ούτε ένα κρεβάτι. ούτε ένα ξημέρωμα. ούτε ένας πορτοκαλί ήλιος ολόγιομος. ούτε ένα βίντεο. ούτε ένα χάπι. ούτε ένα μπάνιο μαζί. ούτε να λούσω τα μαλλιά σου. ούτε να σε γλύψω παντού. αν με ρωτάς όλα αυτά δεν είναι αρκετά. ούτε να μου πιάσεις το μπούτι. ούτε να μου σφίξεις το λαιμό. ούτε μια πολαρόιντ. ούτε ένα ταξί για το σπίτι σου. ούτε ένας ύπνος μαζί. αν με ρωτάς όλα αυτά δεν είναι αρκετά. πάλι έχασα όμως το δρόμο. πόσους συνειρμούς να αντέξει ένα μυαλό. αν με ρωτάς όλα αυτά που δεν είναι αρκετά είναι για εσένα. αυτά θυμάμαι. και κυρίως εσένα, Όλιβερ. είσαι κουλ. και σε πάω.   ///


[ αυτοί // που ποθούν τα πάντα ταυτόχρονα, που ποτέ δε χασμουριούνται ή λένε έστω και μία κοινοτοπία, αλλά που καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, που σκάνε σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στα αστέρια κι από μέσα τους ξεπηδά το μπλε φως της καρδιάς τους ..
* τζακ κέρουακ - στο δρόμο ]

March 14, 2017

ένα βράδυ στη Νότια Καρολίνα

ο ουρανός ήταν μαύρος. το μαύρο που μοιάζει με βελούδο, που μοιάζει με γιορτή. σκόρπια αστέρια εδώ κι εκεί. το φεγγάρι μισό. από τα μισά που δεν ψάχνουν το άλλο μισό τους. τα ολόκληρα μισά. βγήκαμε στην πίσω αυλή. ήταν απέραντη και έμοιαζε με τεράστια ζεστή μπανιέρα. αρχίσαμε να κολυμπάμε ανάμεσα σε τριαντάφυλλα και ήχους από κοκκόρια, μασουλώντας μπισκότα από αμύγδαλο. δεν δύναμαι να θυμηθώ τι ακριβείς σκέψεις μου, μα θυμάμαι πως η ζωή έμοιαζε με θαύμα. θαύμα που μόνο οι τολμηροί καταφέρνουν να δουν. νιώθαμε τα κορμιά μας να ιδρώνουν από μια παράξενη ζεστασιά, σαν χάδι από χέρια που συναντάς μόνο όταν ακουμπάς το κεφάλι σου στο μαξιλάρι. καπνίζαμε φυτά που μας πήγαιναν σε κόσμους καινούριους, που μας έφερναν τόσο κοντά που δύσκολα ξεχώριζες το σώμα σου από του άλλου και γελούσαμε. γελούσαμε ασταμάτητα. αρπάζαμε ο ένας τα χείλη του άλλου και δεν τα αφήναμε μέχρι να πληγιάσουν, μέχρι η γλώσσα μας να κοπεί. σου αρέσω ρώταγα, σε ποθώ έλεγες. κάποτε αρχίσαμε να τρέχουμε γυμνοί ανάμεσα στα δέντρα. ήταν ψηλά και γυμνά όπως εμείς. οι πατούσες μας μάτωναν, μα η ζωή, η ζωή είναι πόνος κι όποιος δεν πονά δεν ξέρει τι θα πει ζωή. συναντάγαμε λόφους και κατηφοριές ξανά και ξανά, μα εμείς συνεχίζαμε είτε από περιέργεια είτε από καπρίτσιο. φτάσαμε σε ένα βράχο και ξαπλώσαμε. αναπνεύσαμε ουρανό, ξεράσαμε προδοσία. θυμηθήκαμε ξάφνου τις αμέτρητες φορές που προσποιηθήκαμε ειλικρίνεια, τις φορές που πλησιάσαμε κοντά, μα πάλι δεν τα καταφέραμε. σκεφτήκαμε τη ζωή με λιγότερες μάσκες και μετά τις φορέσαμε και κατηφορίσαμε. αν δεν τρέμαμε τόσο την αλήθεια ... θα έμοιαζαν όλα τα βράδια μας σαν ένα βράδυ στη Νότια Καρολίνα.


February 27, 2017

τήξη

Σαρλότ
Ντούραμ
Μιάμι
Λος Άντζελες

μα αυτή
να ονειρεύεται
διαρκώς
την Αίτνα
και
τη λάβα της

να ποθεί
αγωνιωδώς
ένα ηφαίστειο
ενεργό
να μπει μέσα 
να λιώσει


February 23, 2017

αρρυθμία

τελευταία εικοριτετράωρα στο γαλάζιο σπίτι. ξέρει κανείς πως οφείλεις να νιώσεις όταν γνωρίζεις πως κάτι δεν θα το ξαναδείς ποτέ; εγώ δεν ξέρω. κάθε δύο δεύτερα της ώρας μου λένε πως θα τους λείψω. ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τέτοια επίδραση όταν και μονάχα δεν προσπαθώ γι'αυτήν. έχω συνέχεια ταχυπαλμίες κι ο ύπνος μου είναι άστατος. βλέπω περίεργες εικόνες. ανακατεμένα χθες με σήμερα και αύριο. η κάποτε ζωή μου παρελαύνει βιαστικά μπροστά από τα μάτια μου χωρίς να με αφορά να εστιάσω. πόσο παράξενο αίσθημα το δεμενοιάζειπια. πόσο αλλόκοτο που όλα έχουν την λάμψη που θα τους δώσεις εσύ. ταχυπαλμίες ξανά. μια μόνιμη έλλειψη κάτι μη ορισμένου. ένα κενό σφινωμένο μέσα μου. δύο σταγόνες να κρέμονται μόνιμα στο εσωτερικό των ματιών μου. προχθές έγινα θεία. ένα μικροσκοπικό πλάσμα που αναπνέει ρυθμικά έχει λίγο από το αίμα μου. παραπροχθές ένα αγόρι 22 χρονών με ρώτησε για τη ζωή μου. 10 χρόνια από σήμερα. όσα απάντησα μοιάζουν μάλλον πολύ μακρινά για να τα φτάσω. όπως έμοιαζαν όλα όσα έφτασα και πλέον είναι πολύ κοντινά για να με ενθουσιάσουν. που πήγαν τα γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ; που παρέπεσαν οι καρτ-ποστάλ που έγραψα; τι λέει στην τελευταία σελίδα του σεναρίου; γιατί τόση αγωνία;


February 14, 2017

των τριάντα κρίση

Δεν ξέρω πως μοιάζει, ούτε πότε έρχεται, νομίζω όμως πως είναι η μέρα εκείνη που αρχίζεις να κρύβεσαι από το χρόνο. Η μέρα που αρνείσαι να σβήσεις τα κεριά κι αφού σου επιβάλλεται, μόνη σου ευχή είναι να σταματήσουν οι δείκτες. Η μέρα που όλος ο χρόνος δεν είναι μπροστά σου, αφού έχεις ήδη αρκετό πίσω σου. Τότε που τα χρόνια εκείνα μοιάζουν μακρινά. Τα χρόνια. Εκείνα. Τα γεμάτα καλοκαίρια, ζουμιά, χτυπήματα, θρανία, αθωότητα. Τότε που μόνη σου ευχή ήταν οι δείκτες να καλπάσουν. Τα χρόνια γεμάτα χρόνο, άδειες μέρες, γεμάτες μουσικές, μακαρόνια, αμφιθέατρα, αγόρια που νόμιζες θα αγαπάς για πάντα, κορίτσια που έμοιαζαν απλησίαστα, αφέλεια. Μοιάζει νομίζω με εκείνη τη μέρα που το μέλλον που κάποτε φάνταζε σαν αφράτο μαξιλάρι που ακουμπούσες πάνω του  όλα σου τα χάπι έντιγνκς είναι πια παρόν. Το χέρι που έκοβε αμέριμνα τις μέρες του χρόνου ψάχνοντας από πίσω για καινούριο απόφευγμα, ξεχνάει να τις γυρίσει σε μια απελπισμένη προσπάθεια αιώνιας νιότης και αρχίζεις να διπλοκοιτιέσαι στον καθρέφτη σε μια αναζήτηση αυτής της ανεπιθύμητης γραμμής δίπλα από το μάτι ή της λευκής τρίχας, που μπορεί να μην βλέπεις μα φαντάζεσαι να τρέχουν ορμητικά καταπάνω σου.

Είναι νομίζω εκείνη η ίδια ημέρα που πρέπει να πάρεις παράμερα τον ώριμό εαυτό σου και να του πεις να σταματήσει να κάνει σαν παιδί, αφού πια παιδί δεν είναι. Να περάσεις το χέρι σου στους ώμους του, να τους στρίψεις λίγο προς τα πίσω, να δει πως η αφετηρία είναι κάπου μακρυά, άρα έχεις φτάσει σε ένα κάπου. Να του θυμήσεις πως η ζωή δεν είναι δεν είναι παιχνίδι ταχύτητας, όπου πηδάς από κουτάκι σε κουτάκι σε μια προκαθορισμένη διαδρομή, με νικητή όποιον φτάσει πιο γρήγορα στο τελευταίο. Μοιάζει περισσότερο με επιτραπέζιο, με άγνωστες αποστολές και παγίδες και άτυχες ζαριές που σε πηγαίνουν δυο βήματα μπροστά, πέντε πίσω. Νίκη, όποιος ίσως καταφέρει να αγαπήσει το κάθε κουτάκι όσο τα προηγούμενα, όσο τα επόμενα. Να πάρεις τώρα τον ωριμό σου εαυτό, να περάσεις και το άλλο χέρι πίσω στους ώμους και να τον κάνεις μια αγκαλιά, γιατί μπορεί πια παιδί να μην είναι, μα ίσως την χρειάζεται περισσότερο. Να του πεις επίσης να διαβάσει την Ιθάκη του Καβάφη. Γιατί, άνθρωποι είμαστε και ξεχνάμε, πάντοτε και διαρκώς τα πιο σημαντικά.

 ( Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους. )

January 23, 2017

ρομάντσο μικρής διάρκειας

να ανοίξω
τα πόδια
να σπρώξεις
δυνατά
να φτάσεις
βαθιά
- εκεί
πάνω απ'το ήπαρ -
να μπεις
να βγεις
να μπεις
να βγεις
να μπεις
να βγεις
να μπεις
να βγεις
και μετά
να μου πεις
πως κουράστηκες

January 18, 2017

ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος

Ένα γιώτα (ι) έμελλε να είναι το καινούριο μου κρασ. Κρασ λέω, γιατί στην προσπάθεια να μεταφραστεί στην ελληνική θα είχε ως αποτέλεσμα κάτι σαν ερωτική συντριβή/σύνθλιψη/σύγκρουση,  που μου φάνηκε μεγάλη υπερβολή για να κάνω χρήση της. (Ρητορική εσωτερική απορία: Μήπως όταν αποφεύγουμε να κατονομάσουμε κάτι σταματάει να είναι ό,τι είναι;) Αυτό το γιώτα λοιπόν ήταν ένα τυχαίο γιώτα. Πριν περίπου δύο μήνες, ακριβώς 72 ημέρες  δεν γνώριζα την ύπαρξή του κι όταν την έμαθα μου πέρασε σχεδόν αδιάφορη. Ένα άγνωστο γράμμα, χωρίς καμία ιδιαίτερη λάμψη, καμία ταχυπαλμία στη θέασή του, κανένα φτερούγισμα στο άγγιγμά του, ένα γράμμα που ήξερα ότι θα είναι περαστικό. Ένα τίποτα. Ένα μηδέν. Που θα παρέμενε όλα αυτά, εάν εγώ δεν αποφάσιζα να το κάνω κάτι.

Η ιστορία συνήθως έχει ως εξής. Όπως το γιώτα μου, έτσι και κάθε άλλο γράμμα στην αρχή χτυπάει φοβισμένα την πόρτα. Εσύ κοιτάς από το ματάκι, την ανοίγεις λίγο μόνο, βγάζεις το κεφάλι από τη σχισμή. Έχει κουτί με γλυκά, ανθοδέσμη και χαμόγελο. Φαίνεται καλόκαρδο, διαφορετικό. Σου λέει δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Λες ας μην φοβηθώ εξαιρέσεις υπάρχουν. Ανοίγεις την πόρτα, κερνάς τσάι. Γελάς διστακτικά στην αρχή. Ξεκαρδίζεσαι στη συνέχεια. Το γράμμα φαίνεται να κερδίζει έδαφος. Εξαιρέσεις υπάρχουν. Βγάζεις το κέικ από το φούρνο. Την επόμενη το καλείς για φαγητό. Βγάζεις το καλό κρασί, στρώνεις τα χαλιά. Ετοιμασίες για ποιον; Για κάποιον που μέχρι χθες σκεφτόσουν αν θα του ανοίξεις την πόρτα. Αλλά εξαιρέσεις υπάρχουν. Το γιώτα φαίνεται αλλιώτικο, σε πηγαίνει βόλτα στη λίμνη, σου λέει τα μυστικά του, σε κοιτά σαν το πιο ξεχωριστο γράμμα που έχει γνωρίσει. Κατακτά κι άλλο έδαφος. Δεν σε πειράζει. Εξαιρέσεις υπάρχουν.

Το γιώτα αρχίζει πλέον να επηρεάζει την πραγματικότητά σου, μια πραγματικότητα στην οποία μέχρι προ ολίγου δεν είχε καν θέση. Μια θέση που εσύ του έδωσες για να την αναβαθμίσει, μα ανάθεμα στη ζωή και τις εξαιρέσεις της, το γιώτα είναι σκάρτο, η πραγματικότητα σου υποβαθμίζεται. Κι εσύ αντί - χωρίς ούτε να κάνεις τον κόπο να σηκωθείς από την καρέκλα - να πάρεις το γιώτα να το πετάξεις στον κάλαθο κι όχι αυτόν της ανακύκλωσης, να κλείσεις τις δυο άκρες του να γίνει πάλι μηδέν, μακραίνεις λίγο τη γραμμή και το κάνεις 1 κι από ένα το κάνεις 2 κι ύστερα για φαντάσου 3! Και φυσικά ξέρεις ότι δε γίνεται, δεν αξίζει να γίνει 4, μα εσύ το κάνεις, γιατί όσα λιγότερα αξίζει να πάρει, τόσα πιο πολλά δίνεις, γιατί νομίζεις ή ελπίζεις ότι θα. Θα; *Ξεκάρδισμα* Κι αρχίζεις ξαφνικά να στροβιλίζεσαι γύρω από ένα άλλο γράμμα, σα να είναι ο άξονας του σύμπαντός σου, ξεχνώντας μονομιάς τον έναν κανόνα που οφείλεις να θυμάσαι. Το κεφαλαίο γράμμα στη ζωή μας είμαστε εμείς, οι υπόλοιποι παίζουν απλά στην αυλή με τις λέξεις μας. Κι εμείς τι κάνουμε, κάνουμε τους άλλους ΚΕΦΑΛΑΙΑ, σαν επί τούτου, για να μας επισκιάζουν και σα να μην φτάνει μόνο αυτό, μόλις αυτούς τους κάνουμε κεφαλαία, γινόμαστε εμείς μικρά και συνεχίζουμε να μικραίνουμε κι άλλο κι άλλο, τόσο που σχεδόν δε φαινόμαστε. 

Βεβαίως, η ενοχή είναι κάτι που πέφτει πάντα σε δυο ζευγάρια ώμους. Δεν ευθύνεσαι εσύ για τα γράμματα που συναντάς. Δε φταις αν είναι καμπούρικα, στραβά, αλλόκοτα. Αν είναι μισά ή κακοδουλεμένα. Αν έχουν μάθει να κρέμονται από το χέρι που τα έφτιαξε και δεν έχουν ακόμα ωριμάσει. Δε φταις εάν τα μάτια τους είναι χαλασμένα και δεν βλέπουν ότι μπορεί να είσαι ένα γράμμα ξεχωριστό, ένα γράμμα που θα τους ίσιωνε λιγάκι. Δεν φταις εάν χτυπάς και δε σου ανοίγουν. Φταις που δεν λες να σταματήσεις να χτυπάς, γιατί αφού δεν ανοίγει δεν είναι η πόρτα σου. Φταις για όλα τα γιώτα και τα κάπα και τα σίγμα που δεν κλωτσάς μακρυά, όταν παύουν να εξυπηρετούν τον σκοπό για τον οποίο ήρθαν κοντά. Φταις που αφήνεις να σου κλέβουν τη λάμψη που αυτά δεν έχουν. Που αμφισβητείς (αν έχεις τον Θεό σου) τη δική σου αξία, επειδή οι άλλοι δεν έχουν να πληρώσουν! Δε φταις εάν τα γράμματα που συναντάς είναι μικρά. Φταις που ξεχνάς ότι είσαι κεφαλαίο.

The Missing Piece - Shel Silverstein

January 10, 2017

το εφτά

θέλω τέλος (ή και ταυτόχρονα) να γνωρίσω έναν άνθρωπο όμορφο. όμορφο στην όψη και στην καρδιά. θέλω όταν γνωριστούμε τα μάτια μας να καρφωθούν μεταξύ τους κι ανάμεσα να σφινωθεί μια απέραντη λάμψη που να φωνάζει ψυθιριστά επιτέλους. βρεθήκαμε. έφτασε η εποχή μας. θέλω το μέσα μου να δυναμιτίσει. το στομάχι μου να γίνει γροθιά. το μυαλό μου να πονέσει. όλη μου η φαιά ουσία να καεί. η ύπαρξή μου να υποκλιθεί στην παρουσία του. θέλω να μην είναι μπερδεμένος. θέλω να με ψάχνει. θέλω από πριν να με ψάχνει και μόλις με βρει να είναι έτοιμος. να σφίξει τα δάχτυλα μου μέσα στα δικά του. να μην σκεφτεί ούτε στιγμή να χαλαρώσει το κράτημα. να με προστατεύει σαν τη ζωή του. θέλω να ξέρει από ισορροπία. να μου μάθει κι εμένα να ισορροπώ. θέλω να μου λέει πως είμαι όμορφη. από πάνω μέχρι μέσα. να μου λέει πως με περίμενε. να θέλει παιδιά. να θέλει τα παιδιά μου. να με γνωρίσει στους φίλους του. να γίνουν φίλοι μου. να με γνωρίσει στους δικούς του. να γίνουν δικοί μου. να με αγαπάει. να πηγαίνουμε βόλτες στους αστερισμούς της νύχτας. στη Μεγάλη και την Μικρή Άρκτο, στο Διαβήτη, τα Ιστία, τον Τουκάνα. αν δεν φτάνουν τα καύσιμα να πηγαίνουμε μέχρι το περίπτερο. ή την συκιά κάτω από το σπίτι. να μην φοβάμαι. να τον αγαπώ. να μην τον στεναχωρώ. να τον συγχωρώ. να θέλει να τον συγχωρώ. να μην αδιαφορεί στην πάντοτε υπαρκτή πιθανότητα να χαθούμε. του χρόνου τέτοια μέρα να του διαβάζω το εφτά. να μοιάζει με προφητεία. να αγαπιόμαστε. να αγαπιόμαστε. να αγαπιόμαστε. να μην θυμίζει το σεξ σε ό,τι κάποτε ονομάσαμε σεξ. να τρέχει από το στόμα μου έρωτας. να χύνει εθισμό. να είμαι αυτός. να είναι εγώ. να κάνουμε σχέδια. αν χρειαστεί και σχεδία. να μην φοβάμαι. να τον αγαπώ. να με αγαπά. να ξέρουμε πως θα φτάσουμε μαζί στο τέλος. να μην το πιστεύουμε. να το ξέρουμε.