December 22, 2016

το πρώτο χιόνι

τα παράθυρα ανοίγουν αλλιώτικα
στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού
το πρωί αργεί να ξημερώσει
η μέρα τρέχει πιο γρήγορα

τα πρωινά γεμάτα
φυστικοβούτυρο
γκουντ μόρνιν
χάου αρ γιου ντούινγκ τουντέι

ανακύκλωση πουθενά
( άπλετο πλαστικό
άπλετο φαγητό )
εκτός από τα πρωινά

συντροφιά βρίσκεις άκοπα
οι άνθρωποι εδώ πιστεύουν
εύκολα σε Θεούς
φερμένους από τη Δύση

λίγο ο Παρθενώνας
λίγο ο Διαφωτισμός
λίγο η σπασμένη προφορά
τα φώτα πέφτουν πάνω σου

έτσι βρέθηκα ξάφνου να παρακαλώ
για λίγη κράτη στις δοξασίες
δεν έχω μάθει να με υπηρετούν
μονάχα να υποκλίνομαι



December 11, 2016

αέρας σαν φως

Το σπίτι είναι μεγάλο, παλιάς εποχής, βικτωριανής αρχιτεκτονικής. Γαλάζιο σαν μπουμπουνιέρα και τυλιγμένο με ταπετσαρία φλοράλ. Τριγύρω δέντρα και παρακάτω μια λίμνη. Ησυχία παντού, εκτός από μέσα. Σαν μια προσπάθεια επιβολής του ενός πάνω στον άλλον. Καμιά φορά ακούγονται φωνές στο δρόμο, μα όλοι συνεχίζουν ό,τι κάνουν σα να μην συμβαίνει τίποτα. Η Γουέντι μεσήλικη γυναίκα, συμπαθής, με τις παραξενιές της, μα και τα βάσανά της. Σκότωσε τον άντρα της έμαθα με κυνηγετικό όπλο. 3 ντουφεκιές. Mπαμ μπαμ μπαμ. Δεν θυμάμαι τι σκέφτηκα όταν το άκουσα, μα όταν το είπα στη μητέρα μου είπε να μην την κρίνω, δεν ξέρεις που μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος όταν νιώθει να τον πατάνε, είπε. Ο Μπραντ είναι άνθρωπος κουρασμένος, μα ίσως περισσότερο κουραστικός. Θέλει να τραβήξει την προσοχή τόσο, που κόβεται και κανείς πια δεν ασχολείται μαζί του. Τις προάλλες βέβαια μου εξιστορούσε για το κορίτσι του, που πέθανε πριν από χρόνια έτσι ξαφνικά, δεν περνάει μέρα που να μην την σκέφτομαι είπε, κι εγώ έσφιξα τα δόντια μου για να μην κλάψω. Ο Τζέιμι είναι καλή καρδιά, φωνακλάς μα άνθρωπος σκεπτόμενος. Έχει ένα σκύλο την Σάστα, την αγαπάει σαν την κόρη που δεν έχει. Για τον Τζίμι δεν έχω αποφασίσει ακόμα. Α, είναι και ο Ρότζερ. Ο Ρότζερ είναι από τους ρόλους που δεν θα ήθελες να έχεις σε μια ιστορία, αυτούς που δεν εξυπηρετούν κανέναν σκοπό. Υπάρχουν μόνο για να γεμίζουν το κενό όταν οι υπόλοιποι παίζουν. Σκέφτομαι συχνά πως πολύ πιθανό να είμαι ο Ρότζερ στην ιστορία κάποιου άλλου και αυτό κάπως με θλίβει. Σκέφτομαι πως πολύ πιθανό να είμαι ο Ρότζερ σε ιστορίες για ανθρώπους που στις δικές μου είναι πρωταγωνιστές κι αυτό με θλίβει κάπως περισσότερο.

Τα δέντρα είναι κόκκινα ή κίτρινα. Πράσινα δεν έχω δει πουθενά. Τα κόκκινα βγάζουν από τον κορμό τους ένα γλυκό συρόπι που είναι λέει ιδανικό για πανκέικς. Τα κίτρινα δεν ξέρω που εξυπηρετούν. Το δωμάτιό μου είναι πάνω στη σοφίτα και βλέπω πολύ ουρανό και μπόλικο φως. Στην απέναντι σκεπή διασκεδάζουν πάντα την ώρα τους 3 σκίουροι. Νομίζω πως είναι αδέρφια, αλλά αποδεικτικά στοιχεία βέβαια δεν έχω. Είναι κάθε μέρα εκεί. Παράξενο σκέφτομαι, που από την τόση τεράστια ελευθερία που έχoυν επιλέγουν να μένουν στο ίδιο ακριβώς σημείο, τους αρέσει δεν τους αρέσει. Από αυτόν τον τεράστιο κόσμο, επιλέγουν να γίνουν μια κουκίδα που δεν μετακινείται, σε ένα μέρος που τυχαία γεννήθηκαν. Τι παράξενο σκέφτομαι ο φόβος να είναι άξονας ζωής, ή η αναβολή, ή η δικαιολογία. Τι παράξενο να μην είσαι περίεργος για το τι υπάρχει από πίσω, για το τι θα έβλεπες, αν απλά σηκωνόσουν να τραβήξεις την κουρτίνα. Τι παράξενο να μην θυμάσαι πόσος μικρός είναι ο κύκλος, να μην κάνεις τίποτα μην προλάβει και κλείσει αναρωτώμενος "τι θα μπορούσε να συμβεί εάν" ...

Η Κίμπερλι ξεχωριστό παράδειγμα σε όλα αυτά. Στέκεται σιωπηλή, ακουμπησμένη στο περβάζι του παραθύρου, κοιτώντας πάντα έξω, μακρυά και ψηλά. Κανείς δεν ξέρει τι σκέφτεται, μα μοιάζει να είναι κάτι τρομακτικά μεγάλο. Σα να φαντάζεται έναν θόρυβο που οι κοινοί θνητοί δεν μπορούν να φανταστούν, σα να αδιαφορεί για όποια ανάγκη επιβολής ή αναγνώρισης, σαν ο κόσμος που βλέπει να είναι καλύτερος από τον γνωστό. Η Κίμπερλι φαίνεται να ξέρει περισσότερα από εμάς. Στέκεται στο περβάζι του παραθύρου, κοιτώντας πάντα έξω, ψηλά και μακρυά, σιγοτραγουδώντας Λέοναρντ και περιμένοντας μονάχα αυτόν που θα ξέρει να συμπληρώνει τους στίχους που αυτή ξεχνά.




December 8, 2016

στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού

Πως θα τολμούσε μια προσγείωση να συγκριθεί με μια απογείωση δεν είχα φανταστεί μέχρι τότε, μα δεν γεννηθήκαμε λέει για τίποτα άλλο παρά μονάχα να διαψευόμαστε. Όλα σχετικά και αλληλοεξαρτώμενα· από το που και προς τα που οι προσγειώσεις και οι απογειώσεις. Ήταν από τις σπάνιες εκείνες φορές που ξέρεις πως αυτό που συμβαίνει δεν έχει συμβεί πριν, δεν θα συμβεί ξανά. Εξαιρετικά τα μοναδικά, αν δεν έπρεπε να κουβαλήσεις μαζί τους το βάρος της επίγνωσης της μοναδικότητάς τους. Ο ουρανός ίδιος με μουτζουρωμένο τζάμι, σαν μπογιά που δεν έκατσε καλά και χρειάζεται δεύτερο χέρι - κάτι ανάμεσα σε μωβ, πορτοκαλί ίσως και κόκκινο. Δίπλα μου ένας μεσήλικος κύριος από την Ιρλανδία "You will love it I promise you, you'll never go back".

Θυμάμαι τα δύο κάδρα στο σαλόνι, τα αναρριχώμενα φυτά και τη μυρωδιά από αρωματικά που θυμίζαν Ανατολή. Ήταν ένα παράξενο σκηνικό. Κάτω από το τραπεζάκι της τηλεόρασης, βιβλία, το μάτι μου έπεσε σε μια ποιητική συλλόγή του Πόε. Τα σπίτια όλα είχαν εξωτερικές σκάλες, τι όμορφο μέρος να διαβάζεις ή να κάνεις βιαστικά έρωτα με τον ήλιο είπα (κατόπιν έμαθα πως ήταν έξοδοι κινδύνου πυρκαγιάς - άνθρωποι χωρίς διόλου φαντασία, σκέφτηκα). Το διαμέρισμα ήταν μια ώρα μακρυά από το Μανχάταν. Την απόσταση από το κέντρο την έβρισκα πάντοτε τρομερά ανασταλτικό παράγοντα για να αγαπήσω μια πόλη, μα αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο σε αυτήν την περίπτωση. Οι μέρες πέρναγαν γεμάτες φάνσι κοκτέιλς, ντίνερ για δύο, επισκέψεις σε πολυτελή διαμερίσματα στο Τσέλσι,  εξκλούσιβ βραδιές κάτω από τη γέφυρα του Μπρούκλιν, όλα μετρημένα σε δολάρια - μα ποιος νοιάζεται όταν δεν είναι αυτός που πληρώνει; (Να θυμηθώ να το σημειώσω αυτό και να το κολλήσω στο ψυγείο. Μα ποιος νοιάζεται όταν δεν είναι αυτός που πληρώνει;"Θα ήθελα πολύ να σας ξαναδώ, θα μπορούσα να σας πάω βόλτα με τη θαλαμηγό μου" είπε αυτός "Μπορεί" απάντησε αυτή "Εννοώ τις λέξεις μου" είπε αυτός "Κι εγώ" αποκρίθηκε αυτή "εξού και το μπορεί" "Είστε ένα μυστήριο δεσποινίς μου, θα μπορούσατε να μου το μεταφράσετε κάποια στιγμή;" "Το κακό με τα μυστήρια, είναι πως δεν μεταφράζονται" είπε αυτή "Είστε ένας γρίφος, μα ίσως υπάρχει το κλειδί" ξαναείπε αυτός. Αποτυχείς απόπειρες ρομάντσου λέω εγώ, μα πάλι, τι θράσος να θέλω να ορίσω ακόμα και την επιτυχία;

Η λίστα είχε γεμίσει τικ, με εξαίρεση το ένα μόνιμα άδειο κουτάκι. Ίσως και να το έκανε επίτηδες - να κρατάει πάντα ένα "αλλά" για το τέλος. Ίσως το μόνιμα άδειο κουτάκι να μην εξυπηρετούσε κανέναν άλλον σκοπό, πάρα αυτόν της κίνησης. Ίσως να το ήξερε ήδη, ίσως να το ξέρεις κι εσύ. Το κουτάκι δεν γεμίζει εαν αλλάξεις σπίτι, δουλειά, χώρα, ήπειρο. Δεν είναι τόπος, ούτε προορισμός, είναι ο δρόμος που θα πάρεις κι αυτοί που θα διαλέξεις να τον περπατήσουν μαζί σου. Και το ξέρω και το ξέρεις, είναι πιο εύκολο να πηγαίνεις μόνος κι είναι αλήθεια δύσκολο να περπατάς με άλλους. Άλλοτε δεν ταιριάζει το βήμα σας - θέλεις να τρέξεις εσύ, θέλει να τρέξει εκείνος, κάποτε σκοντάφτει κι εσύ φοβάσαι να του δώσεις το χέρι μην σε παρασύρει μαζί· θυμάσαι όσους περπατούσατε μαζί και σε άφησαν στα μισά χωρίς προειδοποίηση κι άλλοι που ήταν και δεν ήταν δίπλα και σε έκαναν μία να τρέχεις, την άλλη να σέρνεσαι. Μα όμως το ξέρεις ήδη, η ζωή δεν είναι καλοκαίρι, είναι μέρες ζεστές και κρύες και γεμάτες βροχή και άνθη, που μπλέκονται η μία μέσα στην άλλη και σε μπερδεύουν και ποτέ δεν ξέρεις τι να φορέσεις. Και ξέρεις ακόμα καλύτερα πως αυτό, το άγνωστο, είναι η μόνη γοητεία κι εσύ πρέπει μάθεις να το εμπιστεύεσαι. Κι όταν πάλι φοβάσαι μπορείς πάντα να θυμάσαι τον μπαμπά σου, που για χρόνια προσπαθούσε να σου μάθει να ξαπλώνεις στη θάλασσα. Εμπιστεύσου με έλεγε, αφέσου στα χέρια μου, δεν θα σε αφήσω, μην φοβάσαι. Μα εσύ δεν τον πίστευες και βούλιαζες και πνιγόσουνα ξανά και ξανά. Θα είμαι εδώ έλεγε, σε κρατώ, εμπιστέψου με. Πέρασαν καλοκαίρια πολλά, κάποτε πείστηκες, αφέθηκες, τα χέρια του μετά από λίγο δεν ήταν πια εκεί, μα εσύ είχες μάθει να επιπλέεις.

Εκεί στην απομάκρυνση το ξέρεις, κάποιες φορές το μόνο που χρειάζεσαι είναι μια απομυθοποίηση. Χρειάζεσαι να φτάσεις στα φώτα, μονάχα για να τα κοιτάξεις περιπαιχτικά και να τα σβήσεις. Να πεις κοιτάξτε τα κατάφερα, έφτασα στο φεγγάρι κι ύστερα να γυρίσεις σπίτι. Γιατί ο ήλιος δεν είναι πιο κίτρινος εκεί που δεν τον φτάνεις και το νερό δεν είναι πιο μπλε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ή πάλι, όλα σχετικά και αλληλωεξαρτώμενα. Τα χρώματα από που τα κοιτάς, η ζωή με ποιον.