September 23, 2016

κολάζ

Τη ζωή στην επαρχία πάντοτε την κορόιδευε. Επαρχιώτες έλεγε με απέχθεια, όπως άλλοι θα έλεγαν χωριάτες. Η ίδια μεγαλωμένη σε μία, (μα η ανωτερότητα είναι πάντα στο τέρμα ράφι και δύσκολα φτάνεται). Ίσως να μην έφταιγε κι αυτή - ποτέ δεν ένιωσε το σπίτι της σπίτι της, πόλη της την πόλη της. Έφυγε. Μα όπου κι αν πήγε, πάντοτε ένιωθε το μπιζέλι κάτω από το στρώμα, όλο να μεγαλώνει. Την ενοχλούσε έντονα στην πλάτη και στα πλευρά.


**
Κάποτε νόμισε της έλειπε αυτός, κάποτε κάποιος που ακόμα δεν γνώρισε, ο ήλιος, τα απογεύματα στη Μινέρβα, οι λαϊκές αγορές κάθε Τρίτη στο Παγκράτι, ένα χέρι να την σκεπάζει τα βράδια, όταν η κουβέρτα έπεφτε στο πλάι.

**
Κι εσύ να γελάς. Νομίσες θα κρατάς για πάντα τα σκήπτρα σου. Γελούσες, μα γελάστηκες. Για την πάντα βέβαιη αντιστροφή των ρόλων που τόσες φορές σου μίλησα, δεν προετοιμάστηκες. Μα ήρθε. Γέλασα κι εγώ με τη σειρά μου. Κι ακόμα πιο δυνατά όταν κατάλαβα πως μεγαλύτερη εκδίκηση από αυτήν που πήρα δεν υπήρχε. Οι λέξεις μου για εσένα τελείωσαν.

**
Τον Αύγουστο που μου χάρισες τον λάτρεψα όσο κανέναν. Θεό τον έκανα να μου αποκαλύψει τα όσα αγωνιούσα. Και το έκανε. Ούτε να φεύγεις, ούτε να μένεις, μου είπε. Να υπομένεις, να περιμένεις, να αναρωτιέσαι, σίγουρα όχι. Μονάχα να κινείσαι. Δε χρειάζεσαι κατεύθυνση. Χρειάζεσαι μόνο κίνηση. Μην βουλιάζεις, πρόσεχε τους βάλτους, μου είπε. Πρόσεχε, δεν φαίνονται από μακρυά! Μονάχα να κινείσαι. Μπρος, πίσω, προς τα πάνω ή πλάγια. Να κινείσαι. Την κίνηση τίποτε δεν θα μπορέσει να την νικήσει. Nα κινείσαι, σημαίνει να ζεις. Να ζεις, σημαίνει να κινείσαι.

**
Το σπίτι που ψάχνεις δεν είναι οι γονείς σου, η πόλη σου, ο ένας και μοναδικός άνθρωπός σου. Όχι, αυτός θα φύγει. Με ακρίβεια μαθηματικής εξίσωσης, θα φύγει. Σπίτι σου είναι το σύμπαν. Το όλον. Το δέρμα σου. Η άμμος. Η αναπνοή σου. Ο βυθός. Οι κόρες των ματιών σου. Το τσούξιμο. Οι νότες. Το ανατρίχιασμα. Η καλοσύνη. Το ευχαριστώ. Η ευγένεια. Το μειδίαμα. Το νόημα.

**
Δε με νοιάζει πια ποιος είναι εδώ. Με νοιάζει που είμαι εγώ. Με νοιάζει που κάθε πρωί ξυπνώ με ένα ευχαριστώ. Δεν ξέρω ποιον, ούτε γιατί, μονάχα ξέρω πως αυτό γι'αυτό το χρώμα της μοκαμβίλιας στο απέναντι μπαλκόνι και γι'αυτόν τον ουρανό ανάμεσα στις φυλλωσιές οφείλω κάποιον να ευχαριστήσω.

**
Την καρδιά μου από το πιάτο την παίρνω πίσω. Αν δεν είσαι νηστικός γι' αυτήν, δεν την χρειάζεσαι. Άλλωστε πάντοτε ήμουν κατά των περιττών θερμίδων.

**
Ο πατέρας, ένα απόγευμα μου είπε: "αν οι άνθρωποι δίπλα σου δεν αισθάνονται κάτι για σένα, χωρίς να περιμένουν κάτι από σένα, αναρωτήσου ξανά, γιατί είναι δίπλα σου;"

**
Τη ζωή στην επαρχία σταμάτησε να την σιχαίνεται. Να την κατηγορεί. Αγάπησε τις γωνιακές ταβέρνες που κάθε βράδυ γεμίζουν ζωή, το φούρνο της γειτονιάς της και την κυρία που ψήνει καλαμπόκια στην παραλία. Αγάπησε την χαρά της απλότητας, αφού πιο πραγματική από αυτή, έμαθε πως δεν υπάρχει. Ο καθένας ό,τι κι όσο μπορεί σκέφτηκε, σε εμάς εναποτίθεται να γίνουμε αυτό το παραπάνω που ψάχνουμε.

**
Επαγωγική γενίκευση:

Έπαψε να αγχώνεται για το μέλλον.
Έπαψε να αγχώνεται για οτιδήποτε δεν είναι εδώ.

**
Το τελευταίο αυτοκόλλητο: «Η μόνη χαρά στη ζωή, είναι ν'αρχίζεις.»



September 12, 2016

θάλασσα

τη θάλασσα
τη φοβάμαι
φοβάμαι
το βάθος της
το κρύο της
και το μπλε της
τις αντανακλάσεις της
τη  δήθεν αθωότητά της
εμένα
που αφήνομαι σ'αυτήν

σκιάζομαι
το βυθό της 
το θυμό της
την ηρεμία της
την τιμωρία της
όσα μου κρύβει
όσα δεν μπορώ να δω

τη θάλασσα
τη φοβάμαι
αφού δεν είναι δική μου
αφού δεν μπορώ
να την κάνω δική μου
κάθε που
πιο σφιχτά την κρατώ
πιο έντρομα
ξεφεύγει απ' τα χέρια μου

τη φοβάμαι
δεν στο κρύβω
όπως
όσο
ακριβώς
φοβάμαι 
εσένα
όπως/όσο/ακριβώς
φοβάμαι
ό,τι αγαπώ
ό,τι τρέμω
μην χάσω



September 5, 2016

για μιαν Ελένη

Την πρώτη φορά που την είδα φορούσε ένα μπλέ φόρεμα ως το γόνατο, σε γραμμή άλφα. Είχε ένα χαμόγελο μάλλον αθώο και ίσως το βρήκα κάπως βαρετό. Θες από τη γλώσσα που εύκολα σε εκείνα τα μέρη δε μιλιότανε, θες από ανάγκη η ερώτηση ήτανε απλή και κοφτή. Το ίδιο απλή και κοφτή η απάντηση. Φυσικά κανείς δε γνώριζε τότε, τη σημαντικότητα αυτής της τυχαίας ανταλλαγής λέξεων. Η άγνοια άλλωστε του κάθε τι που αρχίζει, η άγνοια είναι που ορίζει όλους τους ενθουσιασμούς της γης, η άγνοια και τις απογοητεύσεις.

Το όνομά της μάλλον συνηθισμένο. Σπούδασε τέχνες σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού, φημίζεται για την ικανότητά της να καταφέρνει να ομιλεί για ανούσια, με ανούσιους - κάτι που προσωπικά το βρίσκω ακόμα μεγαλύτερη τέχνη. Έχει δυο μακρυά λεπτά πόδια και σκούρα μαλλιά. Έντονα φρύδια και μάτια συχνά κουρασμένα ή λυπημένα. Σε άβολες ή απαιτητικές καταστάσεις, το αριστερό της χέρι παίζει πάντα με τα μαλλιά της. Δεν ξέρει πολλά από πολιτική ή γεωγραφία, χάνει στις λεκτικές διαμάχες και πολλές φορές οι σκέψεις της είναι τόσο μπερδεμένες, που με κανέναν Μίτο, καμιάς Αριάδνης δεν βρίσκει ή βρίσκεις άκρη. Η Ελένη κανείς εύκολα θα μπορούσε να πει κανείς πως δεν έχει κάτι τόσο μοναδικό, εκτός από την κλισέ μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου.

Τότε εγώ νομίζω θα γελούσα ειρωνικά, γιατί, τι κρίμα να μην ξέρει πως η Ελένη είναι πολύ πιο πάνω από τις μικρότητες των περισσότερων κλισέ μοναδικών ανθρώπων. Πως προσπερνάει, όσα εμείς δεν καταφέραμε ποτέ· βάζει πάνω από ηλίθιους εγωισμούς και καταγραφές του μεγέθους της προσπάθειας για μια σχέση, την αξία αυτής. Δίνει, χωρίς να περιμένει να πάρει πίσω και αδιαφορεί για το δικό της εγώ, προς χάρην της δικής σου ευχαρίστησης. Η Ελένη θα πέσει σε παγωμένο ποταμό μες στον χειμώνα, θα πάει στις πέντε το ξημέρωμα μαζί σου για ποδήλατο, θα χορέψει ταγκό - χωρίς να ξέρει η ίδια ταγκό - χωρίς να νοιάζεται αν εσύ ξέρεις ταγκό, επειδή απλά ταιριάζει. Θα κουβαλήσει από τη μία άκρη της πόλης ως την άλλη ένα τυχαίο γραφείο, απλά επειδή το ζήτησες, θα πει συγγνώμη και θα ξαναπεί συγγνώμη μέχρι να πιστέψεις πως το εννοεί· θα κάνει το τέλος να μοιάζει με αρχή, απλά επειδή είναι ικανή να το κάνει.

Ελένη. Όνομα κάπως συνηθισμένο. Δυο μακρυά λεπτά πόδια και σκούρα μαλλιά. Έντονα φρύδια και μάτια συχνά κουρασμένα ή λυπημένα. Σε άβολες ή απαιτητικές καταστάσεις, το αριστερό της χέρι παίζει πάντα με τα μαλλιά της. Δεν ξέρει πολλά από πολιτική ή γεωγραφία, χάνει στις λεκτικές διαμάχες και πολλές φορές οι σκέψεις της είναι τόσο μπερδεμένες, που με κανέναν Μίτο, καμιάς Αριάδνης δεν βρίσκει ή βρίσκεις άκρη. Η Ελένη κανείς εύκολα θα μπορούσε να πει πως είναι μια συνηθισμένη Ελένη. Κανείς εύκολα σε μια τυχαία αναφορά στο πρόσωπό της, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το αόριστο άρθρο. Τότε εγώ νομίζω θα γελούσα ειρωνικά, γιατί, τι κρίμα να μην ξέρει πως το μόνο άθρο που της ταιριάζει είναι το οριστικό.