August 26, 2016

Αμοργός

ένας Καζούλης που
δεν αγγίζει τίποτα πια
άτοπες συζητήσεις που
δεν μπορεί, κάτι θα
μα, δεν, τίποτα

γλυκό ταψιού
στις τρεις το ξημέρωμα
όχι ένα, ούτε δύο
ίσως τρία, με παγωτό μαστίχα
από τα βαριά που λιγώνουν

ένα ασταμάτητο κλάμα
από το πουθενά
αυτό το πουθενά, που
πάντα είναι κάπου

οικογένειες που απολαμβάνουν
αμέριμνα τις διακοπές τους
ένας μπαμπάς που μασάει
ησύχως τα σπόρια του

μια μαμά που επιμένει να
καπνίζει παρά τις επιπλήξεις
της κόρης της
κι ένας επίμονος βήχας στην
τουαλέτα ενός καταστρώματος

μπλε, απέραντο μπλε και άσπρο
κι εσύ, ξανά εσύ
να πάρεις τη θέση σου
ανάμεσα στις γραφικότητες
ένα μολύβι που δεν γράφει
αφού
οι άνθρωποι περνούν μπαμπά
και δες, τίποτα δεν σημαίνουν
κι ας τότε σήμαιναν τα πάντα

κι άλλοι που μένουν μαμά
χωρίς να το ξέρουν
365 πρωινά κι άλλα τόσα

κι ένα πλοίο, που όλο φτάνει
3 είπανε η ώρα άφιξης
μα βράδιασε, κι ακόμα


1 comment: