December 22, 2016

το πρώτο χιόνι

τα παράθυρα ανοίγουν αλλιώτικα
στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού
το πρωί αργεί να ξημερώσει
η μέρα τρέχει πιο γρήγορα

τα πρωινά γεμάτα
φυστικοβούτυρο
γκουντ μόρνιν
χάου αρ γιου ντούινγκ τουντέι

ανακύκλωση πουθενά
( άπλετο πλαστικό
άπλετο φαγητό )
εκτός από τα πρωινά

συντροφιά βρίσκεις άκοπα
οι άνθρωποι εδώ πιστεύουν
εύκολα σε Θεούς
φερμένους από τη Δύση

λίγο ο Παρθενώνας
λίγο ο Διαφωτισμός
λίγο η σπασμένη προφορά
τα φώτα πέφτουν πάνω σου

έτσι βρέθηκα ξάφνου να παρακαλώ
για λίγη κράτη στις δοξασίες
δεν έχω μάθει να με υπηρετούν
μονάχα να υποκλίνομαι



December 11, 2016

αέρας σαν φως

Το σπίτι είναι μεγάλο, παλιάς εποχής, βικτωριανής αρχιτεκτονικής. Γαλάζιο σαν μπουμπουνιέρα και τυλιγμένο με ταπετσαρία φλοράλ. Τριγύρω δέντρα και παρακάτω μια λίμνη. Ησυχία παντού, εκτός από μέσα. Σαν μια προσπάθεια επιβολής του ενός πάνω στον άλλον. Καμιά φορά ακούγονται φωνές στο δρόμο, μα όλοι συνεχίζουν ό,τι κάνουν σα να μην συμβαίνει τίποτα. Η Γουέντι μεσήλικη γυναίκα, συμπαθής, με τις παραξενιές της, μα και τα βάσανά της. Σκότωσε τον άντρα της έμαθα με κυνηγετικό όπλο. 3 ντουφεκιές. Mπαμ μπαμ μπαμ. Δεν θυμάμαι τι σκέφτηκα όταν το άκουσα, μα όταν το είπα στη μητέρα μου είπε να μην την κρίνω, δεν ξέρεις που μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος όταν νιώθει να τον πατάνε, είπε. Ο Μπραντ είναι άνθρωπος κουρασμένος, μα ίσως περισσότερο κουραστικός. Θέλει να τραβήξει την προσοχή τόσο, που κόβεται και κανείς πια δεν ασχολείται μαζί του. Τις προάλλες βέβαια μου εξιστορούσε για το κορίτσι του, που πέθανε πριν από χρόνια έτσι ξαφνικά, δεν περνάει μέρα που να μην την σκέφτομαι είπε, κι εγώ έσφιξα τα δόντια μου για να μην κλάψω. Ο Τζέιμι είναι καλή καρδιά, φωνακλάς μα άνθρωπος σκεπτόμενος. Έχει ένα σκύλο την Σάστα, την αγαπάει σαν την κόρη που δεν έχει. Για τον Τζίμι δεν έχω αποφασίσει ακόμα. Α, είναι και ο Ρότζερ. Ο Ρότζερ είναι από τους ρόλους που δεν θα ήθελες να έχεις σε μια ιστορία, αυτούς που δεν εξυπηρετούν κανέναν σκοπό. Υπάρχουν μόνο για να γεμίζουν το κενό όταν οι υπόλοιποι παίζουν. Σκέφτομαι συχνά πως πολύ πιθανό να είμαι ο Ρότζερ στην ιστορία κάποιου άλλου και αυτό κάπως με θλίβει. Σκέφτομαι πως πολύ πιθανό να είμαι ο Ρότζερ σε ιστορίες για ανθρώπους που στις δικές μου είναι πρωταγωνιστές κι αυτό με θλίβει κάπως περισσότερο.

Τα δέντρα είναι κόκκινα ή κίτρινα. Πράσινα δεν έχω δει πουθενά. Τα κόκκινα βγάζουν από τον κορμό τους ένα γλυκό συρόπι που είναι λέει ιδανικό για πανκέικς. Τα κίτρινα δεν ξέρω που εξυπηρετούν. Το δωμάτιό μου είναι πάνω στη σοφίτα και βλέπω πολύ ουρανό και μπόλικο φως. Στην απέναντι σκεπή διασκεδάζουν πάντα την ώρα τους 3 σκίουροι. Νομίζω πως είναι αδέρφια, αλλά αποδεικτικά στοιχεία βέβαια δεν έχω. Είναι κάθε μέρα εκεί. Παράξενο σκέφτομαι, που από την τόση τεράστια ελευθερία που έχoυν επιλέγουν να μένουν στο ίδιο ακριβώς σημείο, τους αρέσει δεν τους αρέσει. Από αυτόν τον τεράστιο κόσμο, επιλέγουν να γίνουν μια κουκίδα που δεν μετακινείται, σε ένα μέρος που τυχαία γεννήθηκαν. Τι παράξενο σκέφτομαι ο φόβος να είναι άξονας ζωής, ή η αναβολή, ή η δικαιολογία. Τι παράξενο να μην είσαι περίεργος για το τι υπάρχει από πίσω, για το τι θα έβλεπες, αν απλά σηκωνόσουν να τραβήξεις την κουρτίνα. Τι παράξενο να μην θυμάσαι πόσος μικρός είναι ο κύκλος, να μην κάνεις τίποτα μην προλάβει και κλείσει αναρωτώμενος "τι θα μπορούσε να συμβεί εάν" ...

Η Κίμπερλι ξεχωριστό παράδειγμα σε όλα αυτά. Στέκεται σιωπηλή, ακουμπησμένη στο περβάζι του παραθύρου, κοιτώντας πάντα έξω, μακρυά και ψηλά. Κανείς δεν ξέρει τι σκέφτεται, μα μοιάζει να είναι κάτι τρομακτικά μεγάλο. Σα να φαντάζεται έναν θόρυβο που οι κοινοί θνητοί δεν μπορούν να φανταστούν, σα να αδιαφορεί για όποια ανάγκη επιβολής ή αναγνώρισης, σαν ο κόσμος που βλέπει να είναι καλύτερος από τον γνωστό. Η Κίμπερλι φαίνεται να ξέρει περισσότερα από εμάς. Στέκεται στο περβάζι του παραθύρου, κοιτώντας πάντα έξω, ψηλά και μακρυά, σιγοτραγουδώντας Λέοναρντ και περιμένοντας μονάχα αυτόν που θα ξέρει να συμπληρώνει τους στίχους που αυτή ξεχνά.




December 8, 2016

στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού

Πως θα τολμούσε μια προσγείωση να συγκριθεί με μια απογείωση δεν είχα φανταστεί μέχρι τότε, μα δεν γεννηθήκαμε λέει για τίποτα άλλο παρά μονάχα να διαψευόμαστε. Όλα σχετικά και αλληλοεξαρτώμενα· από το που και προς τα που οι προσγειώσεις και οι απογειώσεις. Ήταν από τις σπάνιες εκείνες φορές που ξέρεις πως αυτό που συμβαίνει δεν έχει συμβεί πριν, δεν θα συμβεί ξανά. Εξαιρετικά τα μοναδικά, αν δεν έπρεπε να κουβαλήσεις μαζί τους το βάρος της επίγνωσης της μοναδικότητάς τους. Ο ουρανός ίδιος με μουτζουρωμένο τζάμι, σαν μπογιά που δεν έκατσε καλά και χρειάζεται δεύτερο χέρι - κάτι ανάμεσα σε μωβ, πορτοκαλί ίσως και κόκκινο. Δίπλα μου ένας μεσήλικος κύριος από την Ιρλανδία "You will love it I promise you, you'll never go back".

Θυμάμαι τα δύο κάδρα στο σαλόνι, τα αναρριχώμενα φυτά και τη μυρωδιά από αρωματικά που θυμίζαν Ανατολή. Ήταν ένα παράξενο σκηνικό. Κάτω από το τραπεζάκι της τηλεόρασης, βιβλία, το μάτι μου έπεσε σε μια ποιητική συλλόγή του Πόε. Τα σπίτια όλα είχαν εξωτερικές σκάλες, τι όμορφο μέρος να διαβάζεις ή να κάνεις βιαστικά έρωτα με τον ήλιο είπα (κατόπιν έμαθα πως ήταν έξοδοι κινδύνου πυρκαγιάς - άνθρωποι χωρίς διόλου φαντασία, σκέφτηκα). Το διαμέρισμα ήταν μια ώρα μακρυά από το Μανχάταν. Την απόσταση από το κέντρο την έβρισκα πάντοτε τρομερά ανασταλτικό παράγοντα για να αγαπήσω μια πόλη, μα αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο σε αυτήν την περίπτωση. Οι μέρες πέρναγαν γεμάτες φάνσι κοκτέιλς, ντίνερ για δύο, επισκέψεις σε πολυτελή διαμερίσματα στο Τσέλσι,  εξκλούσιβ βραδιές κάτω από τη γέφυρα του Μπρούκλιν, όλα μετρημένα σε δολάρια - μα ποιος νοιάζεται όταν δεν είναι αυτός που πληρώνει; (Να θυμηθώ να το σημειώσω αυτό και να το κολλήσω στο ψυγείο. Μα ποιος νοιάζεται όταν δεν είναι αυτός που πληρώνει;"Θα ήθελα πολύ να σας ξαναδώ, θα μπορούσα να σας πάω βόλτα με τη θαλαμηγό μου" είπε αυτός "Μπορεί" απάντησε αυτή "Εννοώ τις λέξεις μου" είπε αυτός "Κι εγώ" αποκρίθηκε αυτή "εξού και το μπορεί" "Είστε ένα μυστήριο δεσποινίς μου, θα μπορούσατε να μου το μεταφράσετε κάποια στιγμή;" "Το κακό με τα μυστήρια, είναι πως δεν μεταφράζονται" είπε αυτή "Είστε ένας γρίφος, μα ίσως υπάρχει το κλειδί" ξαναείπε αυτός. Αποτυχείς απόπειρες ρομάντσου λέω εγώ, μα πάλι, τι θράσος να θέλω να ορίσω ακόμα και την επιτυχία;

Η λίστα είχε γεμίσει τικ, με εξαίρεση το ένα μόνιμα άδειο κουτάκι. Ίσως και να το έκανε επίτηδες - να κρατάει πάντα ένα "αλλά" για το τέλος. Ίσως το μόνιμα άδειο κουτάκι να μην εξυπηρετούσε κανέναν άλλον σκοπό, πάρα αυτόν της κίνησης. Ίσως να το ήξερε ήδη, ίσως να το ξέρεις κι εσύ. Το κουτάκι δεν γεμίζει εαν αλλάξεις σπίτι, δουλειά, χώρα, ήπειρο. Δεν είναι τόπος, ούτε προορισμός, είναι ο δρόμος που θα πάρεις κι αυτοί που θα διαλέξεις να τον περπατήσουν μαζί σου. Και το ξέρω και το ξέρεις, είναι πιο εύκολο να πηγαίνεις μόνος κι είναι αλήθεια δύσκολο να περπατάς με άλλους. Άλλοτε δεν ταιριάζει το βήμα σας - θέλεις να τρέξεις εσύ, θέλει να τρέξει εκείνος, κάποτε σκοντάφτει κι εσύ φοβάσαι να του δώσεις το χέρι μην σε παρασύρει μαζί· θυμάσαι όσους περπατούσατε μαζί και σε άφησαν στα μισά χωρίς προειδοποίηση κι άλλοι που ήταν και δεν ήταν δίπλα και σε έκαναν μία να τρέχεις, την άλλη να σέρνεσαι. Μα όμως το ξέρεις ήδη, η ζωή δεν είναι καλοκαίρι, είναι μέρες ζεστές και κρύες και γεμάτες βροχή και άνθη, που μπλέκονται η μία μέσα στην άλλη και σε μπερδεύουν και ποτέ δεν ξέρεις τι να φορέσεις. Και ξέρεις ακόμα καλύτερα πως αυτό, το άγνωστο, είναι η μόνη γοητεία κι εσύ πρέπει μάθεις να το εμπιστεύεσαι. Κι όταν πάλι φοβάσαι μπορείς πάντα να θυμάσαι τον μπαμπά σου, που για χρόνια προσπαθούσε να σου μάθει να ξαπλώνεις στη θάλασσα. Εμπιστεύσου με έλεγε, αφέσου στα χέρια μου, δεν θα σε αφήσω, μην φοβάσαι. Μα εσύ δεν τον πίστευες και βούλιαζες και πνιγόσουνα ξανά και ξανά. Θα είμαι εδώ έλεγε, σε κρατώ, εμπιστέψου με. Πέρασαν καλοκαίρια πολλά, κάποτε πείστηκες, αφέθηκες, τα χέρια του μετά από λίγο δεν ήταν πια εκεί, μα εσύ είχες μάθει να επιπλέεις.

Εκεί στην απομάκρυνση το ξέρεις, κάποιες φορές το μόνο που χρειάζεσαι είναι μια απομυθοποίηση. Χρειάζεσαι να φτάσεις στα φώτα, μονάχα για να τα κοιτάξεις περιπαιχτικά και να τα σβήσεις. Να πεις κοιτάξτε τα κατάφερα, έφτασα στο φεγγάρι κι ύστερα να γυρίσεις σπίτι. Γιατί ο ήλιος δεν είναι πιο κίτρινος εκεί που δεν τον φτάνεις και το νερό δεν είναι πιο μπλε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ή πάλι, όλα σχετικά και αλληλωεξαρτώμενα. Τα χρώματα από που τα κοιτάς, η ζωή με ποιον.





November 4, 2016

τέχνη

στον τοίχο
του καινούριου
δωματίου μου
κρέμασα ένα
μεγάλο άσπρο χαρτί

να βλέπω
κάθε φορά
που το κοιτώ
αυτά που θέλω

που πάλι
δεν είναι εδώ

Frederic Forest  'Woman standing - Etude'

October 30, 2016

έγκλημα


όλες μου τις λέξεις
τις κλέψαν
άδοξα χτυποκάρδια

τι τεράστια αδικοπραξία

για τόσα ένδοξα που
περιμένουν κάποιος
να τα αφηγηθεί


October 12, 2016

ημερολογιακές συμπτώσεις

σαν σήμερα, τρία χρόνια πριν
σχεδόν άθελά μου προσγειώθηκα στο Βερολίνο

σαν χθες, τρία χρόνια πριν
αγκάλιαζα κάποιον που την επόμενη δεν είχε πια φωνή. λόγω απόστασης είπε. δεν ήξερα τότε, πως οι άνθρωποι ονοματίζουν απόσταση, τον φόβο της αλήθειας. δεν ήξερα τότε, πως οι άνθρωποι αν κάτι μόνιμα κάνουν με τις λέξεις, είναι να τις κόβουν και ράβουν στα μέτρα τους

σαν σήμερα, δύο χρόνια πριν
έψαχνα ακόμα που πάει  η αγάπη όταν χάνεται

έναν μήνα μετά
γνώρισα εσένα

σαν την μέρα  που γνώρισα εσένα, ένα χρόνο πριν
έκοψα την καρδιά μου στα δύο και στην έστειλα. να δεις τι έχει μέσα. να δεις πως ό,τι είχε μέσα, ήσουν εσύ

σαν σήμερα, ένα χρόνο μετά
θα μου βγάλω το καπέλο. για τους 6 μήνες που χώρεσα σε μία βαλίτσα, που στρίμωξα όλους μου τους φόβους σε μια χειραποσκευή, που φίμωσα όσα μας κρατάνε δέσμιους ενός τίποτα. θα με κοιτάξω στον καθρέφτη και δεν θα πω μ'αρέσει αυτό που είσαι. αλλά έγινες περισσότερα από όσα περίμενα. σαν σήμερα ένα χρόνο μετά, δεν θα ξέρω ακόμα φυσική ή χημεία. πως μετατρέπονται τα σύννεφα σε βροχή, πως υδρογόνο δύο - οξυγόνο ένα κάνει νερό, πως το πάθος μετατρέπεται σε απαθεία. μα θα μπορώ να λέω, πήρα ένα όνειρο και το έκανα ζωή. λοιπόν δεν ξέρω αν γίνονται όλα για κάποιον λόγο κι ο Κοέλιο μου ήταν πάντα αντιπαθής. μα μοιάζει πως αν τρία χρόνια πριν δεν με άφηνε εκείνος, δε θα γνώριζα ποτέ εσένα. αν δεν γνώριζα ποτέ εσένα, δε θα μάθαινα να ζω. αν δεν μου έστελνες την καρδιά μου πίσω - με αιτιολογία λάθος παραλήπτης - δε θα μάθαινα να ζω χωρίς εσένα. δε θα μάθαινα πως κανένας δεν χρειάζεται  στη ζωή σου, περισσότερο από όσο ο εαυτός σου. κανένας δε θα σου ανήκει περισσότερο από αυτόν. κανένας δε θα μπορέσει να σε αγαπήσει όσο  εσύ αυτόν, όσο αυτός εσένα.

κι αν όχι τόσα αν, πως θα;
έλεγα. τώρα. αντίο. γεια. πάω. εκεί. που. με. περιμένουν.

September 23, 2016

κολάζ

Τη ζωή στην επαρχία πάντοτε την κορόιδευε. Επαρχιώτες έλεγε με απέχθεια, όπως άλλοι θα έλεγαν χωριάτες. Η ίδια μεγαλωμένη σε μία, (μα η ανωτερότητα είναι πάντα στο τέρμα ράφι και δύσκολα φτάνεται). Ίσως να μην έφταιγε κι αυτή - ποτέ δεν ένιωσε το σπίτι της σπίτι της, πόλη της την πόλη της. Έφυγε. Μα όπου κι αν πήγε, πάντοτε ένιωθε το μπιζέλι κάτω από το στρώμα, όλο να μεγαλώνει. Την ενοχλούσε έντονα στην πλάτη και στα πλευρά.


**
Κάποτε νόμισε της έλειπε αυτός, κάποτε κάποιος που ακόμα δεν γνώρισε, ο ήλιος, τα απογεύματα στη Μινέρβα, οι λαϊκές αγορές κάθε Τρίτη στο Παγκράτι, ένα χέρι να την σκεπάζει τα βράδια, όταν η κουβέρτα έπεφτε στο πλάι.

**
Κι εσύ να γελάς. Νομίσες θα κρατάς για πάντα τα σκήπτρα σου. Γελούσες, μα γελάστηκες. Για την πάντα βέβαιη αντιστροφή των ρόλων που τόσες φορές σου μίλησα, δεν προετοιμάστηκες. Μα ήρθε. Γέλασα κι εγώ με τη σειρά μου. Κι ακόμα πιο δυνατά όταν κατάλαβα πως μεγαλύτερη εκδίκηση από αυτήν που πήρα δεν υπήρχε. Οι λέξεις μου για εσένα τελείωσαν.

**
Τον Αύγουστο που μου χάρισες τον λάτρεψα όσο κανέναν. Θεό τον έκανα να μου αποκαλύψει τα όσα αγωνιούσα. Και το έκανε. Ούτε να φεύγεις, ούτε να μένεις, μου είπε. Να υπομένεις, να περιμένεις, να αναρωτιέσαι, σίγουρα όχι. Μονάχα να κινείσαι. Δε χρειάζεσαι κατεύθυνση. Χρειάζεσαι μόνο κίνηση. Μην βουλιάζεις, πρόσεχε τους βάλτους, μου είπε. Πρόσεχε, δεν φαίνονται από μακρυά! Μονάχα να κινείσαι. Μπρος, πίσω, προς τα πάνω ή πλάγια. Να κινείσαι. Την κίνηση τίποτε δεν θα μπορέσει να την νικήσει. Nα κινείσαι, σημαίνει να ζεις. Να ζεις, σημαίνει να κινείσαι.

**
Το σπίτι που ψάχνεις δεν είναι οι γονείς σου, η πόλη σου, ο ένας και μοναδικός άνθρωπός σου. Όχι, αυτός θα φύγει. Με ακρίβεια μαθηματικής εξίσωσης, θα φύγει. Σπίτι σου είναι το σύμπαν. Το όλον. Το δέρμα σου. Η άμμος. Η αναπνοή σου. Ο βυθός. Οι κόρες των ματιών σου. Το τσούξιμο. Οι νότες. Το ανατρίχιασμα. Η καλοσύνη. Το ευχαριστώ. Η ευγένεια. Το μειδίαμα. Το νόημα.

**
Δε με νοιάζει πια ποιος είναι εδώ. Με νοιάζει που είμαι εγώ. Με νοιάζει που κάθε πρωί ξυπνώ με ένα ευχαριστώ. Δεν ξέρω ποιον, ούτε γιατί, μονάχα ξέρω πως αυτό γι'αυτό το χρώμα της μοκαμβίλιας στο απέναντι μπαλκόνι και γι'αυτόν τον ουρανό ανάμεσα στις φυλλωσιές οφείλω κάποιον να ευχαριστήσω.

**
Την καρδιά μου από το πιάτο την παίρνω πίσω. Αν δεν είσαι νηστικός γι' αυτήν, δεν την χρειάζεσαι. Άλλωστε πάντοτε ήμουν κατά των περιττών θερμίδων.

**
Ο πατέρας, ένα απόγευμα μου είπε: "αν οι άνθρωποι δίπλα σου δεν αισθάνονται κάτι για σένα, χωρίς να περιμένουν κάτι από σένα, αναρωτήσου ξανά, γιατί είναι δίπλα σου;"

**
Τη ζωή στην επαρχία σταμάτησε να την σιχαίνεται. Να την κατηγορεί. Αγάπησε τις γωνιακές ταβέρνες που κάθε βράδυ γεμίζουν ζωή, το φούρνο της γειτονιάς της και την κυρία που ψήνει καλαμπόκια στην παραλία. Αγάπησε την χαρά της απλότητας, αφού πιο πραγματική από αυτή, έμαθε πως δεν υπάρχει. Ο καθένας ό,τι κι όσο μπορεί σκέφτηκε, σε εμάς εναποτίθεται να γίνουμε αυτό το παραπάνω που ψάχνουμε.

**
Επαγωγική γενίκευση:

Έπαψε να αγχώνεται για το μέλλον.
Έπαψε να αγχώνεται για οτιδήποτε δεν είναι εδώ.

**
Το τελευταίο αυτοκόλλητο: «Η μόνη χαρά στη ζωή, είναι ν'αρχίζεις.»



September 12, 2016

θάλασσα

τη θάλασσα
τη φοβάμαι
φοβάμαι
το βάθος της
το κρύο της
και το μπλε της
τις αντανακλάσεις της
τη  δήθεν αθωότητά της
εμένα
που αφήνομαι σ'αυτήν

σκιάζομαι
το βυθό της 
το θυμό της
την ηρεμία της
την τιμωρία της
όσα μου κρύβει
όσα δεν μπορώ να δω

τη θάλασσα
τη φοβάμαι
αφού δεν είναι δική μου
αφού δεν μπορώ
να την κάνω δική μου
κάθε που
πιο σφιχτά την κρατώ
πιο έντρομα
ξεφεύγει απ' τα χέρια μου

τη φοβάμαι
δεν στο κρύβω
όπως
όσο
ακριβώς
φοβάμαι 
εσένα
όπως/όσο/ακριβώς
φοβάμαι
ό,τι αγαπώ
ό,τι τρέμω
μην χάσω



September 5, 2016

για μιαν Ελένη

Την πρώτη φορά που την είδα φορούσε ένα μπλέ φόρεμα ως το γόνατο, σε γραμμή άλφα. Είχε ένα χαμόγελο μάλλον αθώο και ίσως το βρήκα κάπως βαρετό. Θες από τη γλώσσα που εύκολα σε εκείνα τα μέρη δε μιλιότανε, θες από ανάγκη η ερώτηση ήτανε απλή και κοφτή. Το ίδιο απλή και κοφτή η απάντηση. Φυσικά κανείς δε γνώριζε τότε, τη σημαντικότητα αυτής της τυχαίας ανταλλαγής λέξεων. Η άγνοια άλλωστε του κάθε τι που αρχίζει, η άγνοια είναι που ορίζει όλους τους ενθουσιασμούς της γης, η άγνοια και τις απογοητεύσεις.

Το όνομά της μάλλον συνηθισμένο. Σπούδασε τέχνες σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού, φημίζεται για την ικανότητά της να καταφέρνει να ομιλεί για ανούσια, με ανούσιους - κάτι που προσωπικά το βρίσκω ακόμα μεγαλύτερη τέχνη. Έχει δυο μακρυά λεπτά πόδια και σκούρα μαλλιά. Έντονα φρύδια και μάτια συχνά κουρασμένα ή λυπημένα. Σε άβολες ή απαιτητικές καταστάσεις, το αριστερό της χέρι παίζει πάντα με τα μαλλιά της. Δεν ξέρει πολλά από πολιτική ή γεωγραφία, χάνει στις λεκτικές διαμάχες και πολλές φορές οι σκέψεις της είναι τόσο μπερδεμένες, που με κανέναν Μίτο, καμιάς Αριάδνης δεν βρίσκει ή βρίσκεις άκρη. Η Ελένη κανείς εύκολα θα μπορούσε να πει κανείς πως δεν έχει κάτι τόσο μοναδικό, εκτός από την κλισέ μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου.

Τότε εγώ νομίζω θα γελούσα ειρωνικά, γιατί, τι κρίμα να μην ξέρει πως η Ελένη είναι πολύ πιο πάνω από τις μικρότητες των περισσότερων κλισέ μοναδικών ανθρώπων. Πως προσπερνάει, όσα εμείς δεν καταφέραμε ποτέ· βάζει πάνω από ηλίθιους εγωισμούς και καταγραφές του μεγέθους της προσπάθειας για μια σχέση, την αξία αυτής. Δίνει, χωρίς να περιμένει να πάρει πίσω και αδιαφορεί για το δικό της εγώ, προς χάρην της δικής σου ευχαρίστησης. Η Ελένη θα πέσει σε παγωμένο ποταμό μες στον χειμώνα, θα πάει στις πέντε το ξημέρωμα μαζί σου για ποδήλατο, θα χορέψει ταγκό - χωρίς να ξέρει η ίδια ταγκό - χωρίς να νοιάζεται αν εσύ ξέρεις ταγκό, επειδή απλά ταιριάζει. Θα κουβαλήσει από τη μία άκρη της πόλης ως την άλλη ένα τυχαίο γραφείο, απλά επειδή το ζήτησες, θα πει συγγνώμη και θα ξαναπεί συγγνώμη μέχρι να πιστέψεις πως το εννοεί· θα κάνει το τέλος να μοιάζει με αρχή, απλά επειδή είναι ικανή να το κάνει.

Ελένη. Όνομα κάπως συνηθισμένο. Δυο μακρυά λεπτά πόδια και σκούρα μαλλιά. Έντονα φρύδια και μάτια συχνά κουρασμένα ή λυπημένα. Σε άβολες ή απαιτητικές καταστάσεις, το αριστερό της χέρι παίζει πάντα με τα μαλλιά της. Δεν ξέρει πολλά από πολιτική ή γεωγραφία, χάνει στις λεκτικές διαμάχες και πολλές φορές οι σκέψεις της είναι τόσο μπερδεμένες, που με κανέναν Μίτο, καμιάς Αριάδνης δεν βρίσκει ή βρίσκεις άκρη. Η Ελένη κανείς εύκολα θα μπορούσε να πει πως είναι μια συνηθισμένη Ελένη. Κανείς εύκολα σε μια τυχαία αναφορά στο πρόσωπό της, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το αόριστο άρθρο. Τότε εγώ νομίζω θα γελούσα ειρωνικά, γιατί, τι κρίμα να μην ξέρει πως το μόνο άθρο που της ταιριάζει είναι το οριστικό.


August 26, 2016

Αμοργός

ένας Καζούλης που
δεν αγγίζει τίποτα πια
άτοπες συζητήσεις που
δεν μπορεί, κάτι θα
μα, δεν, τίποτα

γλυκό ταψιού
στις τρεις το ξημέρωμα
όχι ένα, ούτε δύο
ίσως τρία, με παγωτό μαστίχα
από τα βαριά που λιγώνουν

ένα ασταμάτητο κλάμα
από το πουθενά
αυτό το πουθενά, που
πάντα είναι κάπου

οικογένειες που απολαμβάνουν
αμέριμνα τις διακοπές τους
ένας μπαμπάς που μασάει
ησύχως τα σπόρια του

μια μαμά που επιμένει να
καπνίζει παρά τις επιπλήξεις
της κόρης της
κι ένας επίμονος βήχας στην
τουαλέτα ενός καταστρώματος

μπλε, απέραντο μπλε και άσπρο
κι εσύ, ξανά εσύ
να πάρεις τη θέση σου
ανάμεσα στις γραφικότητες
ένα μολύβι που δεν γράφει
αφού
οι άνθρωποι περνούν μπαμπά
και δες, τίποτα δεν σημαίνουν
κι ας τότε σήμαιναν τα πάντα

κι άλλοι που μένουν μαμά
χωρίς να το ξέρουν
365 πρωινά κι άλλα τόσα

κι ένα πλοίο, που όλο φτάνει
3 είπανε η ώρα άφιξης
μα βράδιασε, κι ακόμα


July 29, 2016

πουλιά παντού

πως ένα κάτι
δίπλα σε ένα

κάτι άλλο
μπορεί να είναι

τόσο ουράνιο
όσο σιχαμερό

June 29, 2016

έναν χρόνο και δύο μήνες μετά

δεν ήρθε για ζάχαρη, μα για ό,τι ακριβώς είχε να του δώσει - κάτι πικραμύγδαλα ξεχασμένα στο ψυγείο. πυροτέχνημα δεν άστραψε κανένα, μονάχα για λίγο εκείνο το βλέμμα που ήξερε  ν' αναγνωρίζει μόνο αυτή. λουλούδια δεν έφερε. ένα τζιν εντ τόνικ σε ποτήρι μιας χρήσης κι ένα χτυποκάρδι ενός απογεύματος.

δεν ήρθε λάθος ώρα. ήρθε η ώρα ακριβώς, να διασκεδάσει το χρόνο της αναμονής μέχρι το επόμενο αεροδρόμιο. και τούτη τη φορά δεν την πείραξε  το πλαστικό. ίσως γιατί διψούσε, ίσως γιατί κι αυτό το χνούδι  στη ραχοκοκαλιά της έπρεπε κάποτε κάποιος να το χαιδέψει.

ίσως γιατί καμιά φορά
θέλεις να ξαπλώσεις μονάχα
να αφήσεις τη θάλασσα
να έρχεται καταπάνω σου
κι ας σου χαλά(σ)ει
τα κάστρα που έφτιαξες
με τόσο κόπο
και
τόση αφέλεια

June 17, 2016

παράπονο

γιατί να μην σε έχω τώρα εδώ
να πλέκεις με τα δάχτυλά σου
σταυρόλεξα στα μαλλιά μου
να χάνεται ο δείκτης σου
στο αμείλικτο κενό
ανάμεσα στο στήθος μου
και να φαντάζεσαι ναυάγια
στο τρίγωνο της λεκάνης μου

γιατί ο αφαλός μου να μοιάζει
στον πιο όμορφο κόμπο της γης
μα εσύ πουθενά για να τον λύσεις
γιατί τον ιδρώτα μου να τον γλύφουν
οι πετσέτες στο γυμναστήριο
και το κορμί μου να μην
το αγγίζει άλλος παρά
το εμαγιέ του μπάνιου μου

γιατί να με τρώει
και να με χορταίνει
μόνο ο καθρέφτης μου
και τα μικρά άσπρα ανθάκια
πάνω στο γραφείο μου γιατί
δεν μου τα πήρες εσύ
αλλά εγώ μόνη μου προχθές
από έναν παππούλη με χέρια
τρεμάμενα στην Wittenbergplatz

τις μπλε μου μέρες γιατί, γιατί
να τις ξέρουν μόνο οι νότες και
γιατί, γιατί να μην έρθεις τώρα
να με τραβήξεις από τις
σπασμένες τάβλες μου
που χρόνια μ' έχουν λατρέψει
να με πας κάπου δίχως γκρίζο
να με λατρέψεις για λίγο εσύ

μα πιότερο φως μου
γιατί να μην ξέρω το όνομά σου
και που μπορώ να σε βρω

May 28, 2016

άμυνα

ένα πρωί
θα ανοίξω διάπλατα
το παράθυρο του δωματίου μου
και με τα δυο μου χέρια
θα τραβήξω
μακρυά το ένα πλευρό
του θώρακός μου
από το άλλο


θα ξεκολλήσω
την καρδιά μου
από τη θέση της
και θα την πετάξω μακρυά
μαζί της και τα τρία εσύ
που έχουν κολλήσει πάνω της
σαν βδέλλες

θα αρπάξω μια σκούπα
να καθαρίσω ό,τι απολύματα
αναμνήσεων κατακάθυσαν
στο κούφιο κεφάλι μου
κι αν φυσάει άνεμος
και τις ξαναφέρει πίσω
θα τις κάψω το δίχως άλλο

μια σακοράφα θα χρειαστώ
κι έναν σπάγγο να σφίξω γερά
το στήθος μου πάλι
μπόλικο μπετό για το τείχος
ηλεκτροφόρα καλώδια
κι ένα θεριό σαν την Λερναία Ύδρα

να κόβει όποιο κεφάλι
προσπαθήσει να σκαρφαλώσει
παλιό ή νέο
κι εγώ από μακρυά
θα απολαμβάνω
να μην νιώθω τίποτα


*στον κύριο Κ.

May 22, 2016

ισορροπία

μέρες τώρα
όλο και φουσκώνει
το ευ της ευδαιμονίας

κι εγώ που
συνηθισμένη δεν είμαι
σε τέτοια παράξενα

αρχίζω να φοβάμαι
μην κάνω κάποια
λάθος κίνηση
και χυθεί


May 14, 2016

τα βουνά της κυρίας Ευτυχίας

"Τότε επληρώθη το ρηθέν διά Ιερεμίου του προφήτου, λέγοντος, "Και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, την τιμήν του εκτιμηθέντος, τον οποίον εξετίμησαν από των υιών Ισραήλ, και έδωκαν αυτά εις τον αγρόν του κεραμέως, καθώς μοι παρήγγειλεν ο Κύριος." 

Δεν κατάλαβα πότε και πως, μα κάποτε τιτλοφορήθηκα ως βασίλισσα του δράματος. Κόπος κανένας, ήμουν καλή, είπαν. Δεν αντιστάθηκα, όποιου είδους στέμμα άλλωστε, πάντοτε λαμπερό και δύσκολα το απαρνιέσαι. Στη γλώσσα ήμουν επίσης καλή, αυτό το αντιλήφθηκα αργότερα. Σαν το καλοσκέφθηκα βέβαια, θυμήθηκα πως στο συντατικό των αρχαίων ελληνικών ποτέ δεν ακολούθησα κανόνες, μα πάντα έπαιρνα το μεγαλύτερο βαθμό της τάξης στο άγνωστο. Ζήλεια θυμάμαι οι συμμαθήτριες, σημασία εγώ. Από τον συνδυασμό των δύο, είπαν πως τα καταφέρνω καλά με τις λέξεις - χαζομάρες λέω εγώ, μα πάλι, δάφνες, άρα καλοδεχούμενες.

Τις προάλλες το λοιπόν μου ανατέθη η αποστολή να γράψω μια ιστορία. Μια στορία δίχως αγόρια, δάκρυα, αιματηρές συγκρούσεις, άδοξο τέλος. Όφειλε να έχει τρία κορίτσια που γελούσαν ασταμάτητα, πολλά δέντρα, κάτι βουνά που μοιάζαν σαν να κατακάθησαν από τα χρόνια, ένα μοναστήρι, μια μοναχή που έβλεπε πέρα από τα μάτια, έναν ταξιτζή που δεν έβλεπε πίσω από τα γέλια, μια χούφτα λεωφορεία που δεν έφταναν ποτέ στην ώρα τους, δύο ζαχαροπλαστεία, μια ξακουστή πουτίγκα και ένα σουβλατζίδικο που πουλούσε καλαμαράκια και μπιφτέκια λαχανικών.

Ως μετρ του δράματος και ενάντια σε κάθε είδους όριο, σκάλωσα. Ποτέ δεν τα πήγα καλά με τους δοσμένους τίτλους, μοιάζουν με τις εκθέσεις που μας έβαζε η κυρία κάθε Σεπτέμβριο, "Να περιγράψετε πως περάσατε τις διακοπές σας". Δεν ήθελα να περιγράψω τις διακοπές μου, ήθελα να πω απλά: ήταν όμορφα! Αρχική σκέψη της αδυναμίας μου να δημιουργήσω ιστορία με τα ανωτέρω δοσμένα στοιχεία, ήταν το ενδεχόμενο μειωμένο ενδιαφέρον του αναγνώστη και το γλυκανάλατο περιεχόμενο. Έπειτα σκέφτηκα πως ίσως αιτία να είναι τα γελαστά κορίτσια, που δεν μπορεί παρά να είναι πάντα όμορφα και κατ' επέκτασιν, πως ίσως τελικά τα όμορφα είναι ανθρωπίνως αδύνατον να συλληθούν με λέξεις. Ίσως τότε κατάλαβα την ανίκανότητά μας να αντικατοπτρίσουμε αψεγάδιαστη την ομορφιά. Ίσως πάλι τη δική μου μονάχα. Νομίζω ο Ελύτης τα είχε καταφέρει αρκετά καλά.

Δεν ξέρω τελικά αν επληρώθη το ρητό του κατά Ματθαίο Ευαγγέλιον, ούτε τι απέγινε η αρχική πρόθεσή μου να πάρει τροπή σταυρικής θυσίας αυτή η ιστορία. Ξέρω κι είναι αρκετό, πως ένα ρητό που διάβασα παλιά - και αμφέβαλλα σφόδρα για την εγκυρότητά του - για κάποια μεγαλοκυρία που λέγεται Ευτυχία, εκπληρώθηκε έναν Απρίλιο, 2016 χρόνια μετά Χριστόν και ήμουν παρούσα.



[...] «Είδα κι έπαθα να μην έχω την ανάγκη της. Και τώρα που παλεύοντας τα κατάφερα, έρχεται και μου δίνει συγχαρητήρια, πως αυτό ακριβώς, ότι δεν έχω την ανάγκη της, αυτό είναι ευτυχία.»

May 6, 2016

βλέπε χάσταγκ

δεν είναι το κρίμα που δεν ακούστηκαν μερικά βογκητά, παράταιρα θα ήταν άλλωστε καθόλου του στυλ μου. είναι το γαμώτο του κάτι δικού μου, που νόμισα πως είχα και έχασα. δεν με ενδιέφερε να μείνω για πολύ. δεν χρειαζόμουν εσένα, χρειαζόμουν μόνο τον ώμο σου, να φανταστώ για λίγο πως είναι ο ώμος κάποιου άλλου. δεν θα πήγαινα βαθύτερα, εκεί προς το τικ τακ. νο ίντερεστ ατ ολ. το κρεβάτι σου δε θα μύριζε αργότερα το άρωμά μου, δε θα έβρισκες τρίχες μου στα σεντόνια σου, ούτε το πρωί την λακούβα μου στον καναπέ. θα τα έπαιρνα μαζί μου, γιατί δεν ήθελα να τα αφήσω. δεν είναι το κρίμα, είναι το γαμώτο. για το μήνυμα που ήρθε προχθές στον Α. από κάποια που του έλεγε πως είναι ερωτευμένη μαζί του και στην ερώτησή μου πως νιώθει, χάιδεψε επιδεικτικά τους όρχεις του. είναι το γαμώτο αυτό, καθώς και όλα τα γαμώτο για όσα έχω γράψει εγώ κατά καιρούς, των οποίων οι αναγνώστες τους θα έκαναν το ίδιο. είναι το γαμώτο και ο κόμπος στην κοιλιά μετά από κάθε απογούτευση. μα πιο πολύ είναι που νόμισα ότι τέλειωσα με τις απογοητεύσεις 


May 3, 2016

κυματοθραύστης

[ γεια σου, όπως αντίο] 

αν
μία αλήθεια υπάρχει καθολική
στο ανάμεσα του εγώ από το εσύ
είναι η δεδομένη άφιξη
εκείνου του πρωινού όπου το εγώ
ή το εσύ θα ξυπνήσει ευχόμενο να
ξυπνούσε αλλού από όπου ξύπνησε

σημείωμα στο κομοδίνο
μακρόσυρτος ήχος πόρτας
που κλείνει κρυφά
φαίνοντα αντάξια κι αρκετά προς
αποφυγήν υγρών βλεφαρίδων και
ενοχλητικών ερωτηματικών

αν
μία αλήθεια υπάρχει καθολική
είναι πως αν κάτι σε δένει
με τον άλλον
αυτόν με το κεφαλαίο άλφα
μα κι αυτόν με το μικρό
είναι το απολύτως τίποτα

αν
καμία αλήθεια από τις ανωτέρω
δεν είναι καθολική
είναι η παρακάτω που λέει πως
και την συμπλήρωσες νομίζω εσύ
 το τελευταίο μας αδιάφορο βράδυ
τίποτα δεν είναι κρίμα, κρίμα δεν υπάρχει
εδηλώθη με στόμφο

[ κρίμα, το επιρρηματικό ]

κι ας μοιάζουν όλα
με κορδόνι μπερδεμένο κι άλυτο
κορδόνι από μπετό είναι
που σπάνε πάνω τα κύματα

ο κόμπος σας
τυχαίο γεγονός πως για λίγο
σκάτε από την ίδια πλευρά
άγνωσται οι βουλαί του Αιόλου
κάποτε φυσάει δυνατότερα
κάποιος περνάει απέναντι

τίποτα δεν είναι κρίμα
και καμιά αγάπη ανιδιοτελής
ακατάλυτη κι ακατάσχετη

έλεγα ίσως αυτή
της μητέρας για το παιδί
μα πάλι θα γελάστηκα

η δικιά μου ένα πρωινό
με ονόμασε τέρας


April 26, 2016

άτιτλο

είναι δύσκολο να γράψεις ιστορίες
σε λευκό χαρτί 
όσο δύσκολο να φανταστείς φιγούρες 
σε ουρανό δίχως σύννεφα

March 28, 2016

μια λεμονιά ανθίζει

πως μοιάζουν οι δέκα βαθμοί Κελσίου δεν ενθυμούμαι πια, αν δεν είναι μείον θα'ναι ένας, δύο, άντε τρεις. με φειδώ όλα, γιατί όχι κι η ζεστασιά. ζεστασιά - αγκαλιά κάποτε συνώνυμα, πια ιδέα δεν έχω από αυτά τα γραμματικά. ίσως πρέπει ν' ανοίξω λεξικό πάει καιρός και οι λέξεις μ' εγκατέλειψαν όπως μ' εγκατέλειψαν τα γράμματα. ψέμματα· τα γράμματά μου με εγκατέλειψαν, τα υπόλοιπα ποσώς με ενδιαφέρουν. πάντα εγωκεντρική ήμουν το γνωρίζω δα, θα με αφορούσε μονάχα ό,τι κινούταν γύρω μου κι όχι σε τροχιά ακτίνας μεγαλύτερη των 20 μέτρων. το λοιπόν, εν μέσω πανικών και κατακλυσμών συνεχίζω τις βόλτες στη φούσκα μου. πάντα με εξίταραν τα σενάρια και οι εκδοχές τι / θα / γινόταν / αν. αν δεν έφευγα μπορεί να μην έχανα το πρώτο μ, ούτε να με άφηναν οι λέξεις. το Παγκράτι θ'άνθιζε πάντα το μήνα Φεβρουάριο. οι τυρόπιτες της πλάτείας με την κόκκινη πιπεριά θα αποτελούσαν καθημερινό πειρασμό ή βάσσανο, το ίδιο και οι πάστες της Τούλας. βάσσανο γιατί βρίσκομαι σε μόνιμη δίατα, άρα θα όφειλα να είμαι ευγνώμων που λείπουν μα λες καμιά φορά, τελοσπάντων πόση πια δίαιτα; έρχεται κάποια στιγμή το κορμί και επαναστατεί ξεχνιέται η πείνα; η δίψα; η επιθυμία;

και να, ήθελα βασικά να πω, πως ξύπνησα προχθές το πρωί και σκέφτηκα 'κάποτε βγάζει κρύο και μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ' κι έτσι θα τέλειωνα αυτό το (α)συναρμολόγημα γιατί μόνο η απόγνωση ικανοποιεί τον αναγνώστη, μα τούτη την φορά ποσώς με ενδιαφέρει ο αναγνώστης κι η ικανοποίησή του θα προτιμήσω αυτήν της αλήθειας. γιατί η αλήθεια λέει, αν δεν έφευγα δεν θα συναντούσα ποτέ το δεύτερο μ ούτε τόσα άλλα καινούρια γράμματα και λέξεις η γλώσσα μου δεν θα ήξερε από άλλες γεύσεις ούτε τα χέρια μου τι μπορούν να αγγίξουν δεν θα μάθαινα ποτέ πως η πραγματικότητα μπορεί να ξεπεράσει κάθε σενάριο ούτε ποτέ πως η αγαπημένη μου λέξη είναι:
Vorfreude
άνοιξε λεξικό
έχεις καιρό να το κάνεις




February 5, 2016

ευχή γενεθλίων

του χρόνου τέτοια μέρα
να μην βρίσκω ευχή

January 31, 2016

Magengeschwür

αν ένα τεκμήριο
υπάρχει πως
(κάποτε) υπήρξες

είναι ο πόνος
στην κοιλιά

που (ακόμα)
μου προκαλεί
το όνομά σου

January 30, 2016

lunch break

Η δουλειά μου δεν αρέσει. Είναι πιεστική και δεν έχει το παραμικρό ενδιαφέρον - τουλάχιστον για το δικό μου το μυαλό, που σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα των άλλων, δουλεύει πιο περίπλοκα από το συνηθισμένο. Ταυτόχρονα και πάντα πάλι με άξονα την λογική, ποτέ δεν παραπονέθηκα για το περιβάλλον ή τις απολαβές. Γραφεία που ανεβοκαταβαίνουν, μπάλες φουσκωτές αντί για καθίσματα, καρέκλες μασάζ, εκπτώσεις σε γυμναστήρια, σε επιλεγμένα καταστήματα, γκαλά και πάρτυ και φώτα και λάμψη και φαγητό κυρίως φαγητό. Φαγητό δίχως όριο. Δεν έχω φάει περισσότερο στη ζωή μου από αυτούς τους 10 μήνες εργασίας. Κρουασάν και κορν φλέικς και καφετιέρες και τοστιέρες και βαφλιέρες και μπουφές ιταλικός και μπουφές ταϋλενδέζικος και ποπ κορν και παγωτά και chocolate Monday και chocolate Friday - γιατί στάθηκε αδύνατο να αποφασίσουν αν αρμόζει καλύτερα να αρχίζει ή να τελειώνει η εβδομάδα με σοκολάτα.

Μα εμένα τίποτα από όλα αυτά δεν με ενθουσιάζει τόσο, όσο η ώρα του μεσημεριανού. Όχι, όχι για το φαγητό, μα για εκείνο το μπαλκόνι απέναντι. Κάθομαι πάντα στην ίδια θέση, έχω πιάτο τη λίμνη όλη, τον ήλιο - όποτε βγει - και τη βροχή. Κοιτάω το χιόνι, τον ουρανό, τους περαστικούς, μα πιο πολύ κοιτάω το μπαλκόνι του τρίτου ορόφου, στην άλλη μεριά του δρόμου. Πάντα κάποιος θα καπνίζει. Εδώ στη Γερμανία οι άνθρωποι ακολουθούν τους κανόνες. Ποτέ και κανείς δεν θα καπνίσει σε εσωτερικό χώρο ακόμα και στους -10° Κελσίου, θα βγει στο μπαλκόνι. Εναλλάσονται οι άνθρωποι στο μπαλκόνι, άλλοτε ένας, άλλοτε τρεις, ψηλοί, μέτριου αναστήματος, διαφορετικής ηλικίας, μα πάντα τους κοιτώ με αμείωτο ενδιαφέρον και πόθο. Γνωστό πως αγαπώ τις υπερβολές, μα δεν θα υπερέβαλλα αν παρομοίαζα τούτον τον πόθο, όπως αυτόν του ναυγαού για τη στεριά. Αυτοί δεν φαίνεται να δίνουν σημασία, παρά να είναι αφοσιωμένοι στην νικοτίνη τους. Μα είμαι σχεδόν σίγουρη πως ανάμεσα στις βαθιές τζούρες, τα χνώτα και τις κοφτές κουβέντες ρίχνουν κι αυτοί κλεφτιές ματιές  στη δική μας τραπεζαρία. Ή ίσως σε κάποιο άλλο μπαλκόνι, στο δικό τους "απέναντι", με τον ίδιο πόθο που κοιτάω εγώ το δικό τους.

Γιατί, πάντα, το σπίτι του γείτονα θα είναι καλύτερο από το δικό μας και το γρασίδι στην άλλη μεριά του φράχτη θα είναι πιο πράσινο και η Ελλαδα δεν θα είναι ποτέ τόσο καλή όσο το εξωτερικό και το εξωτερικό ποτέ τόσο καλό όσο η Ελλάδα και η ιστορία πάντα θα τελειώνει νωρίς ή δεν θα έχει αρκετά καλό τέλος ή η μουσική υπόκρουση θα είναι λάθος. Και πάντα θα κοιτάμε αυτό το κάτι που λείπει, μα που όταν θα έρθει θα μας κάνει ευτυχισμένους, μα που όταν έρχεται, γυρίζουμε το βλέμμα και κοιτάμε κάτι άλλο που λείπει μα που όταν έρθει θα μας κάνει ευτυχισμένους κι όλα αυτά με μια τόσο απόλυτη σιγουριά που μόνο μας κάνει να φαινόμαστε λίγο ακόμα πιο καρικατούρες του Αρκά, όταν όσα λείπουν αργά ή γρήγορα έρχονται και η ευτυχία συνεχίζει να μοιάζει με πεταλούδα που ποτέ δεν καταφέραμε να πιάσουμε ή να αγγίξουμε. Και συνεχίζουμε να ξοδεύουμε την ζωή μας κοιτώντας απέναντι μπαλκόνια, φράχτες, χώρες, άλλες ζωές, ξεχνώντας πως ό,τι έχουμε είναι μόνο το τώρα. Ξεχνώντας πως "το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσε να μας συμβεί είναι αυτό που μας συμβαίνει κάθε στιγμή, γιατί οτιδήποτε άλλο, δεν υπάρχει καν."