March 31, 2014

αποκόλλησις

σε βλέπω συχνά τελευταία
είσαι συνήθως σε ποτήρια οινόπνευμα
δεν μου αρέσει το οινόπνευμα
προτιμώ να το παραγγέλνω χρωματιστό
ροζ, κόκκινο, πράσινο ή μπλε
προσπαθείς να μου μιλήσεις
να βγεις στην επιφάνεια
δε σ'αφήνω
ανακατεύω το ποτό, να διαλυθείς
σε πιέζω με το καλαμάκι, να σε πνίξω
προσπαθείς να μπεις στο μυαλό μου
δεν έχω τι άλλο να κάνω, σε καταπίνω
και χάνεσαι
ως την επόμενη φορά
σε κάποιο άλλο χρώμα

(θέλω να ξυπνήσω ένα πρωί
και να σταματήσω να σ'αγαπώ
να σε φιλήσω στο μέτωπο
να σου ζητήσω συγγνώμη
και να φύγω, έτσι
χωρίς σημείωμα)

March 23, 2014

πυροτεχνήματα στην Πράγα

Το ήξερες ότι μπορείς να αγγίξεις τον ήλιο; Να τον πιάσεις στα χέρια σου, να παίξεις μαζί του σαν παιδί, να τον περιεργαστείς, να τον μάθεις. Και τα σύννεφα! Tα σύννεφα δεν μπορεί, θα ήξερες ότι μπορείς να τα αγγίξεις. Να τα αγγίξεις και να τα γευτείς, να βγάλεις λίγο τη γλώσσα έξω και να τα δοκιμάσεις. Έχουν ωραία γεύση τα σύννεφα, μοιάζει λίγο με χιόνι και λίγο με εκείνο το σακουλάκι που αγοράζαμε μικρά, που είχε μέσα κάτι κόκκους που σκάγαν στο στόμα. Πως λεγόταν να δεις; Κλείσε τα μάτια και σκέψου ένα μέρος κι όλα αυτά μαζί. Να αγγίζεις τον ήλιο, να ξαπλώνεις στα σύννεφα και να το σώμα σου να γίνεται ένα με τη θάλασσα. Το σύμπαν μια ολόκληρη μουσική κι εσύ να επιπλέεις μέσα του. Δε γίνεται; Ω, ναι, αν είσαι ερωτευμένος γίνεται! Κι εγώ ξέρεις είμαι πάντα ερωτευμένη την Άνοιξη. Δε γίνεται; Ω, ναι γίνεται! Ο πιο μεγάλος έρωτας της ζωής μου ήταν και θα είναι Αυτή. Η ίδια η Άνοιξη. Με κεφαλαίο πάντα το άλφα. Της αξίζει άλλωστε. Από τα 24 γράμματα, διάλεξε να έχει το άλφα για αρχικό. Όπως η Αρχή. Ξέρεις αυτά, δεν είναι απλές συμπτώσεις. Άνοιξη, ΑρχήΑναγέννηση. Εποχή στα ελληνικά, μα προτιμώ την λέξη Era. Αυτή δεν είναι μια απλή εποχή του χρόνου, που διαδέχεται την προηγούμενη. Άνοιξη σημαίνει ένας καινούριος κόσμος που ανοίγεται μπροστά σου, μια σελίδα λευκή κι ένα μολύβι, ή γιατί όχι μια πένα, μια εποχή που γράφεις εσύ. Μια ιστορία από σένα, για σένα. Μπορείς να βάλεις όσο χρώμα θες, όσο ήλιο θες, να δεις το ξερό χώμα να γεμίζει ζουμπούλια και τον μαύρο ουρανό να γίνεται μπλε. Καθαρό και ατόφιο μπλε. Η Άνοιξη υπάρχει για να διαδίδει περίτρανα πως οι εποχές αλλάζουν, όπως αλλάζουν οι πόλεις, τα τοπία, οι γωνίες -οπτικές και μη- όπως αλλάζουν οι άνθρωποι. Αλήθεια έχεις πάει ποτέ ένα ταξίδι την Άνοιξη;

Old Town Square, Prague
Στην Πράγα πρέπει να πας. 
Ξέρεις εκεί συμβαίνουν μαγικά. Και μένεις εσύ να κοιτάς με γουρλωμένα μάτια σα να πετάχτηκες μέσα από μια ντουλάπα, ή έναν φουρτουνιασμένο ωκεανό σε έναν πίνακα, όπως ακριβώς γινόταν με τη Νάρνια. Όσο και να τσιμπήσεις να δεις αν κοιμάσαι, όχι, δεν κοιμάσαι. Σ'αυτήν την πόλη σίγουρα θα πιστέψεις στη μαγεία. Θα περπατήσεις σε στενά παραμυθένια, θα νιώσεις μικροσκοπικός, έτοιμος να γίνεις με μια ραβδιά αόρατος, τα μάτια σου δεν θα αρκούν να τα καταβροχθίσουν όλα. Θα πιεις τσάι στο καφέ του Κάφκα, εκεί ακριβώς που γεννήθηκε, ίσως εκεί να έγραψε και τον "Πύργο", ποιος ξέρει; Θα δεις το ηλιοβασίλεμα πάνω στη γέφυρα του Clarles και θα χορέψεις στα στενά της Παλιάς Πόλης. Θα δεις το ρολόι που μετρά δευτερόλεπτα χωρίς να σταματήσει από το 1940, ένα καμπανάκι να χτυπά από ένα αποστεωμένο χέρι, τους νεκρούς να ανασταίνονται, κάποιον να σαλπιγγίζει στο κάθε ακριβώς της ώρας και το πλήθος να χειροκροτά, κι ύστερα θα περάσεις από το σπίτι που χορεύει. Όταν πεινάσεις θα φας trdelnik -3 σύμφωνα μαζί! σου λέω οι άνθρωποι εκεί δεν είναι σαν εμάς, έχουν υπερφυσικές ικανότητες, θα έλεγα είναι περισσότερο κάτι σαν ήρωες του Τόλκιν- ίσως να φας και δύο, μπορεί και τρία. Το βράδυ θα δεις τα φώτα της πόλης να ανάβουν για σένα, θα νιώσεις το τρέμουλο της βάρκας στα νερά του Vlatva, θα κρατηθείς γερά από τον εξώστη, θα ερωτευτείς τη ζωή. Αυτοί που λείπουν ίσως περάσουν αστραπιαία από το μυαλό σου. Ίσα για να σου θυμίσουν, ότι αν άξιζαν θα ήταν εκεί, δίπλα σου. Να κρατηθείς από αυτούς, να σου δώσουν μια ζακέτα να μην κρυώνεις. Μα δεν είναι, θα κάνεις μια γρήγορη κίνηση με το χέρι, να διώξεις αυτό που μπήκε στο μάτι σου και θα κοιτάξεις αλλού. Το βαθύ σκοτάδι, τις κορυφές από τους πύργους, να τρυπάνε τον ουρανό, τα επιβλητικά αγάλματα, το φεγγάρι. Κάπου ίσως να δεις μια απόμακρη λάμψη κι ύστερα μια άλλη δίπλα της, κι άλλη, κι άλλη. Και ο ουρανός ξαφνικά θα γεμίσει φως. Πολύχρωμο φως να ταιριάζει στην εποχή σου. Και σε όλα αυτά που έρχονται. Έτσι ξαφνικά. Από που εκεί δεν κοίταζες, από εκεί που είχες γυρισμένη την πλάτη.


Στην Πράγα, να πας την επόμενη άνοιξη σίγουρα.
Ή γιατί όχι; Αυτήν.
Προλαβαίνεις!



March 16, 2014

η επιστροφή



Θα 'θελα να 'μουνα εκεί
στη στριμωγμένη Κυριακή
των καλεσμένων της μαμάς σου
ξεγλιστρούσες από το σαλόνι, πήγαινες μέσα μόνη
και ο ουρανός έπαιζε άλλη μουσική

Θα 'θελα να 'μουνα εκεί
στου auditorium τη σιωπή
κάτω απ' το βλέμμα του μαέστρου
ξεγλιστρούσες απ' το χάδι του ήχου
κι όλους αυτούς που βήχουν
κι έβγαινες έξω εκεί που φώναζε η ζωή
Θα 'θελα να 'μουνα εκεί
μια μέρα που έπεφτε βροχή
κι έλειπε το ένα σώμα απ' το άλλο
ξεγλιστρούσες από το σεντόνι
και κοιταζόσουν μόνη σ' έναν καθρέφτη
που δεν το 'χε ακόμα πει

Μπορώ ωστόσο να 'μαι εκεί
στην αμοντάριστη στιγμή
λίγο μετά από την αγάπη
ξανά θα ξεγλιστράς απ' το κενό σου
και δίπλα ο θάνατός σου θα λέει
φεύγω κι άντε πάλι απ' την αρχή

Ναι, θέλω αν θέλεις να 'μαι εκεί
στην τώρα φωτιστή σκηνή
λίγο μετά από την αγάπη
όταν με την ομορφιά σου μόνο
θα φτιάξεις νέο χρόνο
όλες τις μέρες που δεν ήμουνα εκεί


«Σβήσε το φως, είναι αργάΑργά για οτιδήποτε.»

March 11, 2014

ασυντέλεστος μέλλοντας

Δυο ώρες πριν την άφιξη ήταν ήδη στο αεροδρόμιο.
Η πτήση είχε καθυστέρηση. Έτσι κάνει πάντα κάνει το σύμπαν όταν καταλάβει την τρομερή σου ανυπομονησία για κάτι. Σα να σε περιπαίζει μοιάζει και μένεις εσύ να δαγκώνεις νύχια, να τραβάς μανίκια και να καρφώνεις με τα μάτια μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, λες και κουνούπι είναι ο άλλος και θα σου ξεφύγει. Όλοι όρμηξαν προς την έξοδο, αυτός ως συνήθως τελευταίος. Επίτηδες το έκανε ή απλώς δεν τον ένοιαζε αν θα την αγγίξει δύο λεπτά νωρίτερα; Δεν μάθαμε ποτέ. Εκείνο το φιλί κράτησε αιώνες. Όπως όλα αυτά που περιμένεις καιρό. Μια λάμψη μπορεί να 'ναι και να νομίσεις ότι κράτησε όσο ένα ξημέρωμα και ένα δειλινό μαζί. Δεν μπορείς να χορτάσεις κάτι όταν ο πόθος σου γι'αυτό είναι μεγαλύτερος κι από αυτόν του να αναπνέεις.

Τα πρωινά τους ήταν πιο ονειρικά κι από τα πιο καλομελετημένα όνειρα. Έμοιαζαν με αυτά τα πρωινά που έχεις συνδέσει την τέλεια ευτυχία. Εξωτικό νησί, απέραντη πράσινη ακτή, φοίνικες και κοκτέιλ. Το φως που ξεγλιστρούσε από τις γρίλιες ήταν το μοναδικό ξυπνητήρι τους. Αυτή άνοιγε πάντα πρώτη τα μάτια κι έμενε εκεί για κάμποση ώρα και του ψυθίριζε στο αυτί. Του έλεγε για τον έρωτά της με τα μάτια του, τα φρύδια του, τα χείλη του, το σκουλαρήκι του, τα δόντια του, το χαμόγελό του -αυτό το χαμόγελο ήταν που την φυλάκισε το δίχως άλλο - τις μουσικές του, τις σιωπές του, του έλεγε και του έλεγε ώσπου κάποτε ξυπνούσε κι αυτός. Το πρωινό του το πήγαινε πάντα στο κρεβάτι, φυσικός χυμός πορτοκάλι και κρουασανάκια με πάστα φουντουκιού 47% - πιο πολύ δεν βρήκε! Οι μέρες περνούσαν και τα μάτια τους έλαμπαν σαν αστρόπλοια. Οι λίμνες είχαν ανθίσει γι'αυτούς, οι κύκνοι άνοιγαν τα φτερά τους για να την κάνουν να χαμογελάσει κι αυτός να την ερωτευτεί λίγο παραπάνω. Περπάταγαν στην Friedrichstrasse δίπλα στο ποτάμι και στρώνονταν τα τραπέζια, με κόκκινα καρό τραπεζομάντηλα για να καθήσουνε. Την έπιανε σφιχτά από το χέρι "Σ'αγαπώ" της έλεγε "Σ'αγαπώ! Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;"

Τα πάρκα ήταν πιο πράσινα από ποτέ και ο ήλιος έλαμπε μόνο γι'αυτούς. Τρέχανε στους δρόμους αγκαλιασμένοι - είναι μεγάλοι οι δρόμοι αυτής της πόλης και πλατείς να περνάει ο έρωτας σαν ποτάμι - "Σε λατρεύω φως μου" του έλεγε, κοιτώντας τα εκθαμβωτικά του μάτια. Ξέρετε, υπάρχουν μάτια και μάτια. Μάτια που κοιτάς και προσπερνάς, μάτια που ξεχνάς ότι κάποτε τα κοίταξες, μάτια άδεια. Κι είναι και μερικά μάτια, μεγάλα, με κάτι μαύρες λαμπερές μπίλιες που σε καρφώνουν στην καρδιά. Μάτια που σε ακολουθούν παντού κι αξιώνουν σκέψεις όπως "εσύ θα μείνεις για πάντα εδώ" ή "σε περίμενα".

Το σώμα του είχε αλλάξει σχήμα, οι κινήσεις του δεν θύμιζαν τίποτα παλιό, θα έλεγε κανείς πως ήταν κάποιος άλλος ολότελα. Έμοιαζε να τον γνωρίζει από την αρχή κι αυτός εκείνην. Το κρεβάτι ήταν μικρό και γκρίνιαζε συχνά πως δεν κοιμάται καλά, αλλά ακόμα κι οι τοίχοι έβλεπαν πως χαιρόταν σα μικρό παιδί έτσι που ήτανε στριμωγμένοι κι αγάπη τους κάπου μπλεγμένη στα παπλώματα. Τα πρωινά έβγαινε στο παράθυρο, κοιτούσε τον πύργο, γελούσε και της τραγουδούσε τους πιο παράξενους σκοπούς. Τα απογεύματα βγαίνανε φωτογραφίες, τέσσερις κάθε φορά. Σε όλα τα αυτόματα μηχανήματα που έβρισκαν μπροστά τους, όπως έκανε εκείνος ο παράξενος κύριος που κυνηγούσε η Αμελί. Αυτούς όμως δεν κυνηγούσε κανένας πια, παρά μονάχα ο ήλιος. Κι από αυτόν δεν θέλανε να ξεφύγουν. Τα βράδια χορεύανε στα στενά πίσω από το Kreuzberg, "δεν μου αρέσουν αυτά τα μέρη" της έλεγε, "αγκάλιασέ με" του έλεγε εκείνη. Λουλούδια έπεφταν από τον ουρανό κι αυτός της έφτιαχνε κολιέ με πρασινάδες και άσπρα ανθάκια. "Ω, μάτια μου, γιατί δεν είναι όλοι οι άνθρωποι όσο χαρούμενοι είμαστε εμείς;" αναρωτιόταν και οι δύο φωναχτά. "Μη φεύγεις" του έλεγε ύστερα, "Μείνε λίγο ακόμα". Μα αυτή τη φορά δεν ήταν ένα απλό υπεραστικό, όπως τότε που αφήνανε τα λεωφορεία να φεύγουν κι αυτοί να παίρνανε πάντα το τελευταίο, ή αυτό της επόμενης μέρας, ή της παραεπόμενης, τι τους ένοιαζε; "Άσε τη μαμά σου να φωνάζει" του έλεγε. Πάντα το ήξερε άλλωστε πως μόλις την γνώριζε, θα την συμπαθούσε.

Δυο ώρες μετά την απογείωση έμεινε στο αεροδρόμιο.
Γυρνώντας αγόρασε μία γόμα και άρχισε να σβήνει. Αυτός δεν ήρθε ποτέ. Αυτή δεν έμεινε να περιμένει. Όλα μπήκαν σε χρόνο καινούριο. Σ' έναν χρόνο ανύπαρκτο. Ασυντέλεστο μέλλοντα τον ονόμασε.


March 6, 2014

πες μου

έλα να ξαπλώσεις λίγο δίπλα μου
μη φοβηθείς, δεν είμαι θυμωμένη
θέλω να κοιταχτούμε λίγο χωρίς να μιλάμε
κι ύστερα θέλω να σου κλείσω τα μάτια
θέλω να σου δώσω μια στιγμή  τα δικά μου
θέλω να δεις μια φορά όλα όσα βλέπω
μια αγάπη που άφησες ανυπεράσπιστη από το πρώτο λεπτό
παρατημένη σ'εκείνο το παγωμένο παγκάκι όπου γεννήθηκε
έναν έρωτα με τη γλώσσα έξω, εξαντλημένος να προσπαθεί να γίνει κανονικός
κάποια γεννέθλια που τα κεριά έσβησαν δυο φορές, όχι, όχι για τις φωτογραφίες
αλλά γιατί οι τούρτες ήταν δύο κι εσύ δεν ήξερες ποια ευχή να διαλέξεις
να δεις ξένα πόδια να ανοίγουν διάπλατα μπροστά σου
κι ένα κρεββάτι άδειο, να περιμένει εσένα
να δεις μηνύματά σου με άλλους παραλήπτες
να δεις να με προδίδεις ξανά και ξανά για μερικά βογκητά
ή για λίγη επιβεβαίωση (αυτήν που ποτέ δεν σου έδωσα εγώ)
να δεις ένα Πάσχα, ένα αντίο, ένα φθινόπωρο, άλλο αντίο
και έπειτα να δεις πως μ'αγάπησες τάχα και ξανά φοβήθηκες το βαρύ χειμώνα
να δεις ένα κόκκινο τηλέφωνο και κέρματα να πέφτουν άσκοπα μήπως απαντήσει
μα δεν απάντησε ποτέ, κάτι απόμακρες φωνές ακούστηκαν μονάχα, καμιά η δική σου
θέλω να δεις πόσο μακρυά σου είμαι πια
ούτε με το βλέμμα δεν μπορείς να με αγγίξεις
μα πιο πολύ θέλω να δεις ποιος ήταν αυτός που με έδιωξε
και να τον μουτζώσεις με όλο σου το είναι

σου τα δανείζω για λίγο τα μάτια μου μωρό μου
γιατί δεν θα μπορέσω αλλιώς να καταλάβω ποτέ
"πως τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε;"