January 30, 2014

εν λευκώ *

Οι δρόμοι είναι άσπροι, όπως ακριβώς κι ο ουρανός.
Αν για λίγο παραζαλιστείς και κλείσεις τα μάτια,
όταν τα ανοίξεις δεν θα μπορέσεις να καταλάβεις
αν πατάς ή πετάς.
Η γραμμή του ορίζοντα έχει εξαφανιστεί,
όσο προσεχτικά και να κοιτάξεις, δεν είναι πια εκεί.
Τα δέντρα είναι άσπρα όπως και τα αυτοκίνητα.
Τα χέρια μου είναι άσπρα όπως και τα μάτια μου,
έχει χαθεί εκείνο το μπλε φως, που 'μοιαζε με ηλεκτρικό
η λάμψη εκείνη που ήταν όμοια με κινούμενες σπίθες.
Δεν υπάρχει ούτε φως, ούτε λάμψη, μόνο άσπρο
το ξεθωριασμένο άσπρο, ξέρεις.
Άσπρο όπως η καρδιά μου, έχεις δει ποτέ άσπρη καρδιά;
Εγώ πρώτη φορά βλέπω.
Την παίρνω στα χέρια μου και την κοιτάω προσεκτικά
ψάχνω να βρω μήπως υπάρχει κάπου λίγο κόκκινο
έστω ροζ, μα πουθενά, μόνο κάτι γκρι γρατζουνιές διακρίνω.
Άσπρα είναι και τα βράδια μου
ίδια κι απαράλλαχτα με τα πρωινά - δεν μπορώ πια να τα ξεχωρίσω.
Άσπρες οι μνήμες, τα παρόντα και τα μέλλοντα
άσπρες οι απουσίες, οι παρουσίες άσπρες - με τάση προς το διάφανο
σαν μια ακαθόριστη, ανόητη ισορροπία.
Και τώρα, το χαρτί που γράφω άσπρο κι αυτό
όπως και τα γράμματα που σχηματίζονται πάνω του.
Άσπρα τα ακροδάχτυλά μου, τα νύχια μου, οι βλεφαρίδες.
Ακόμα κι εκείνο το σημάδι στο κόκκαλο της λεκάνης
ήταν βαθύ βυσσινί κάποτε, θυμάσαι;
Άσπρες οι κλήσεις εσωτερικού κι εξωτερικού
μαθαίνω έχετε ήλιο εκεί
μα γιατί δεν έχουν καταφέρει να μεταφέρουν τον ήλιο με καλώδια;
Θα ερχόταν έστω λίγο κίτρινο
ας είναι.
Ξέρω πια όλες τις συνεπαγωγές του κόσμου.
Ποτέ δεν μου άρεσαν τα μαθηματικά, αλλά
αλλά μετά το ίσον με βελάκι πάντα ήξερα τι θα μπει.
Η παρουσία του άσπρου
συνεπάγεται την απουσία του μαύρου
κι είναι αλήθεια δεν μου λείπουν τα σκοτάδια
όσο κι αν τα αγάπησα
Μα όμως τι γίνεται με τα χρώματα;
Ποιός μου τα έκλεψε και
ποιος θα μου τα φέρει πίσω;


“How happy is the blameless vestal’s lot!
The world forgetting, by the world forgot.
Eternal sunshine of the spotless mind!
Each pray’r accepted, and each wish resign’d”
Alexander Pope, Eloisa to Abelard
*

January 19, 2014

ωφελιμιστικός φιλελευθερισμός

-Για πάντα; φώναξε
-Για πάντα ψυθίρισε
-Μόνο εμένα;
-Μόνο εσένα!
-Θα πεθάνω αν σταματήσεις να μ'αγαπάς.
-Η ζωή θα αρχίζει και θα τελειώνει μαζί σου.
-Θα σε σκοτώσω αν μ'αφήσεις.
-Ναι με σκοτώσεις, ναι!

**

Μα αυτή δεν ήταν η αιτία που έγινε κουκίδα στο μυαλό του από την πρώτη φορά που την συνάντησε; Κουκίδι που όσο περνούσε ο καιρός μεγάλωνε. Που έγινε μόνιμη σκέψη του και σημάδι στο δέρμα του; Επειδή έλεγε με έναν συγκεκριμένο τρόπο το γεια και κουνούσε πάντα τα χέρια της όταν μιλούσε. Επειδή στριφογυρνούσε μια μπούκλα με το αριστερό της χέρι όταν αγχωνότανε. Επειδή ήταν όμορφη και είχε όποιον ήθελε. Επειδή είχε όποιον ήθελε, αλλά δεν είχε κανέναν. Επειδή ήξερε πολλά και ταυτοχρόνως τίποτα. Επειδή τον έκανε να την σκέφτεται, όχι για το μεγάλο στήθος, ούτε για τα σαρκώδη χείλη. Αλλά επειδή του μάθαινε καινούριες νότες και τον κόσμο από την αρχή. Επειδή του μάθαινε να περπατάει στα σκοτάδια και να μην χάνεται. Να ξεχνάει ό,τι είχε ζήσει πριν από αυτήν. Επειδή του φώτιζε τον κόσμο. Μα αυτός δεν ήταν ο λόγος που έτρεμαν τα χέρια του πριν συναντηθούν; Αυτός δεν ήταν ο λόγος που τα μάγουλά του έπαιρναν αυτό το περίεργο ροζ χρώμα και έσφιγγε τα χείλη του σφιχτά; Επειδή ήταν έτσι κι όχι αλλιώς. Επειδή είχε λίγο παρελθόν κι αμέτρητο μέλλον. Επειδή συχαινόταν τα μέτρια και επειδή ήξερε να αγαπάει. Επειδή δινότανε ολόκληρη, χωρίς να τη νοιάζει μήπως και τελειώσει. Επειδή είχε περίεργη προφορά και έλεγε μακρόσυρτα το σίγμα. Επειδή οι αγκαλιές της ήταν σφιχτές και τα φιλιά της είχαν μια γεύση απροσδιόριστη. Επειδή οι φούστες της ήταν πολύ πιο πάνω από το γόνατο κι επειδή ήταν ανοιχτό βιβλίο, σε μια γλώσσα που όμως κανείς δεν καταλάβαινε. Επειδή ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο, να γνωρίσει ανθρώπους, να πηγαίνει σε μέρη άγνωστα, τα βράδια να μην καταλήγουν όπως των άλλων. Επειδή ήθελε και ήθελε και ήθελε. Επειδή ήταν ό,τι δεν ήταν αυτός.

Κι αυτός... Σκέτη καταστροφή να τους έβαζες να παίξουν στο ίδιο σανίδι. Αυτός σαν δίσκος βυνιλίου, που είχε κολλήσει στο ίδιο τραγούδι. Μαγκωμένος στις ίδιες μονοτονικές κινήσεις. Να ξυπνήσει το πρωί. Να ανοίξει τον υπολογιστή. Να βάλει τον αγαπημένο του σταθμό. Να φτιάξει τη χωρίστρα από την ίδια πάντα μεριά. Να βάλει γαλλικό κι ύστερα να κάτσει στην καρέκλα, κάνοντας με την καρέκλα μια στροφή. Να ανοίξει με αριθμητική ακρίβεια το σάιτ με τα αθλητικά, τα μουσικά νέα (για ανακάλυψη καινούριων τραγουδιών - ίσως είχε αρχίσει να βαριέται κι ο ίδιος τον εαυτό του τελευταία), με σειρά όλα τα κοινωνικά δύκτια. Κατά τις 3 ο καθιερωμένος μεσηριανός καφές, στην ίδια καθιερωμένη καφετέρια, με την ίδια καθιερωμένη παρέα.

-Να μην πας στο Παρίσι! Δεν θέλω να πας!
-Να μην πίνεις πολύ. Δεν μου αρέσεις όταν πίνεις.
-Ποιος είναι αυτός;
-Γιατί θες να είσαι ωραία; Ωραία θα είσαι μόνο για μένα.
-Θέλω να κοιμηθώ μόνος μου.
-Κουράστηκα, δεν θέλω άλλο.

Την αγαπούσε έλεγε. Δεν ήξερε πια τι αγαπούσε. Την ήθελε απλά δικιά του. Μόνο δικιά του. Μόνο μαζί του, μόνο δίπλα του. Να την ελέγχει, να την καθορίζει. Την ήθελε άβουλη σαν πλαστελίνη, να παίρνει το σχήμα που αυτός της έδινε. Κι όταν έβλεπε να την χάνει τρελαινότανε. Την καταδίωκε, την κατηγορούσε για ανεπαρκή συναισθήματα, για απιστίες, για επιπολαιότητες. Καυγαζίζανε σα μανιακοί. Μα αυτό Θεέ μου, δεν ήταν σχέση. Ήταν σκέτη σας λέω καταστροφή. Ήταν ο κατακλυσμός ο ίδιος. Μα και στην κιβωτό να είχαν προλάβει να ανέβουν, θα τρώγονταν σίγουρα μεταξύ τους. Μάλωναν και ξαναμάλωναν και πια δεν ήξερε ούτε κι αυτή γιατί μάλωναν. Το μόνο θυμότανε στο τέλος ήταν οι φωνές να της τρυπούν τ' αυτιά, ο πόνος στους κροτάφους και τα χέρια του να την πνίγουν.

Ύστερα ήρθαν βράδια καινούρια. Που όμως έμοιαζαν με εκείνα τα παλιά. Άρχισε μετά να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά, κάτω από εκείνο το κιτρινόασπρο φως της χαρτονένιας λάμπας. Ζούσε περίεργες νύχτες σ' εκείνο το δωμάτιο. Παράξενες πως να σας πω. Γεμάτες μάτια, χέρια, τσιγάρα, φώτα, σκοτάδια και θλίψεις. Χιλιομετρικά σ'αγαπώ. Χιλιομετρικά σε μισώ. Σιωπές απέραντες. Αντίο σε όλες τις γλώσσες.

(-Σ'αγαπώ! -Που; -Τι εννοείς; -Που είναι αυτή η αγάπη για την οποία μου μιλάς; Πες μου! Την ακούω, μα δεν μπορώ να τη δω, να την πιάσω, να την αγγίξω, να τη νιώσω. Που είναι αυτή η αγάπη; Πες μου.)

**

-Για πάντα; φώναξε
-Για πάντα ψυθίρισε
-Μόνο εμένα;
-Μόνο εσένα!
-Θα πεθάνω αν σταματήσεις να μ'αγαπάς.
-Η ζωή θα αρχίζει και θα τελειώνει μαζί σου.
-Θα σε σκοτώσω αν μ'αφήσεις.
-Ναι με σκοτώσεις, ναι!

**

( Μάτια μου.. Μια απορία μόνο. Γιατί μου έλεγες ψέματα;
Έφυγα και δεν με σκότωσες. Χωρίσαμε κι όμως κι οι δυο μας ζούμε. )

January 3, 2014

για ένα κομμάτι ήλιου

Για να νιώσεις τα πόδια σου να αιωρούνται καθώς κρέμεσαι από μια γέφυρα
για να γκρεμιστεί ο κόσμος σου φορές αμέτρητες και να δεις ότι συνεχίζει να υπάρχει άλλες τόσες
για να νιώσεις τον έρωτα σε κάθε νεκρό κι απομακρυσμένο κύτταρο του κορμιού σου
για να πετάς στα σύννεφα και να πέφτεις απ' αυτά
για να νιώσεις μόνος και να ανακαλύψεις ότι πάντα έχεις τον εαυτό σου
για να δεις ότι "να ξαναρχίσεις μπορείς και με την τελευταία σου πνοή"
και πως ο χρόνος δεν τελειώνει παρόλο που περνάει

Για να πνίγεσαι σε μια κουταλιά νερό ή και σε μια σφιχτή αγκαλιά
για να νιώσεις το χέρι σου να ιδρώνει από αγάπη σε μια βραδινή ανοιξιάτικη βόλτα
για ένα μπέργκερ με έξτρα πίκλ σως ή πολλά μπέργκερ με έξτρα πικλ σως
για να κλάψεις από τα πολλά γέλια και να γελάσεις από το πολύ κλάμα
για τις μέρες που βρίσκεις το νόημα και γι' αυτές που το ξαναχάνεις
για τους μήνες ή τα χρόνια που δεν μπορείς να ξεφύγεις - από ό,τι κι αν προσπαθείς να ξεφύγεις
για εκείνες τις στιγμές που αρχίζεις να αγαπάς τη φυλακή σου
μα περισσότερο για εκείνη τη μέρα που όλα γεμίζουν φως και τόσο φυσικά κλείνεις την πόρτα πίσω σου
για αυτή την επανάσταση που τόσο φοβόσουν
γι' αυτή τη φυγή - μπορεί και ηρωική έξοδο - που ποτέ δεν πίστεψες ότι θα καταφέρεις
για να ανέβεις σε τρένα και σε αεροπλάνα και να χάσεις πτήσεις και να κάτσεις πάνω σε βαλίτσες
μήπως και χωρέσεις όσα θες να πάρεις μαζί σου
χωρίς να ξέρεις πως οι στιγμές ζυγίζουν πολύ και τα συναισθήματα περισσότερο

Γι' αυτά που τελικά αφήνεις πίσω και ξαφνικά ξετρυπώνουν στην τσέπη σου ή στο μυαλό σου
για τα ταξίδια με επιστροφή αλλά και γι' αυτά χωρίς
για να δεις πως μπορείς να γίνεις κάποιος άλλος, ένας άνθρωπος που θαυμάζεις
για να τα διαλύσεις όλα σε μια νύχτα και να χτίσεις τον κόσμο ολόκληρο σε μια μέρα
για εκείνες τις μέρες γεμάτες τοίχους και εκείνα τα βράδια γεμάτα οθόνες
για όλες τις ώρες που ξοδεύεις στο τηλέφωνο λέγοντας απολύτως τίποτα
και για εκείνο το χαμόγελο που έχεις κλείνοντάς το
για να πιεις και να μεθύσεις και να κλάψεις και να πεις αλήθειες

Για εκείνα τα συμπαντικά δευτερόλεπτα πριν από κάποιο συγκεκριμένο πρώτο φιλί
και για εκείνα τα άλλα, τα αδιάφορα, δευτερόλεπτα και φιλιά
για εκείνο το πρωινό χαζό χαμόγελο ευτυχίας
και για όλα εκείνα τα ωραία τραγούδια που σου φτιάχνουν τη μέρα
για να χορέψεις κάτω από τη βροχή ή και να τρέξεις να σωθείς από αυτήν
για να κάνεις φίλους, να χάσεις φίλους, να βρεις καινούριους και να δεις πως τίποτα δεν τελειώνει
για εκείνη την ερημική παραλία που έκανες μπάνιο χωρίς μαγιώ
και για εκείνον τον άγνωστο που φίλησες ένα βράδυ σ' ένα τρένο
για εκείνο το απόγευμα κάτω από τον κόκκινο ουρανό που κοιτιόσασταν στα μάτια χωρίς να μιλάτε
και για εκείνη την εκδρομή στην εξοχή που ξαναβρήκες το παιδί μέσα σου κοιτώντας μια μαρουδίτσα
για εκείνη την Πρωτοχρονιά που πήρες από τον Αη - Βασίλη το δώρο που τόσα χρόνια περίμενες
και ίσως ακόμα για εκείνη τη Μ. Παρασκευή που σου το πήρε πίσω

Για ένα κομμάτι ήλιου πάνω στον ώμο σου
αρχίζουν οι νέες χρονιές
τελειώνουν οι παλιές
βρίσκεσαι εδώ