December 29, 2014

πάουζε

όταν μοιάζει ν' αγγίζεις το νόημα
ένα μονάχα οφείλεις
να μην γράφεις, να ζεις

(άμμος είναι άλλωστε και τα χέρια σου τρύπια)

December 6, 2014

αγάπησα ένα κλισέ

«Κάποιες μέρες η αγάπη απλά στρίβει το δρόμο κοιτάει λίγο πίσω σηκώνει τον ώμο και χάνεται ενώ εσύ κοιτάς το κενό.»


Ήταν απόγευμα, τα ηχεία έπαιζαν τον ίδιο επαναλαμβανόμενο στίχο που έπαιζαν εδώ και χρόνια. Μέρες γεμάτες ομίχλη, χωρίς σταματημό. Έτσι έμοιαζαν, έτσι ήταν. Κι όμως την ίδια εκείνη μέρα, εκείνη τη μέρα που τίποτα δεν την ξεχώριζε από τις υπόλοιπες, η άκρη αυτή που τόσο κοντά ήταν μα δεν έλεγε να ενωθεί με την απέναντι, το αποφάσισε. Την ακούμπησε, οι δύο γραμμές ενώθηκαν κι ο κύκλος έκλεισε. Έκλεισε και ξέρετε, γελάω, γιατί μόνο τώρα κατάλαβα πως το μαγικό -ίσως και λίγο ενοχλητικό- με τους κύκλους είναι ότι δεν μπορείς να τους κλείσεις εσύ. Μονάχα μόνοι τους μπορούν να κλείσουν, μα ύστερα.. Ύστερα κλείνουν τόσο δυνατά, τόσο σφιχτά και τότε πια το ξέρεις πως έκλεισαν για πάντα και ποτέ πια δεν μπορούν να ξανανοίξουν.

Δεν ξέρω αν ήταν τυχαίο. Ή μοιραίο. Ποτέ δεν πίστεψα στη μοίρα, πάντα μισούσα τα κλισέ. Ξέρω μονάχα πως εκείνο το βράδυ έμοιασαν όλα να θέλουν να καταρρίψουν κάθε μου κοσμοθεωρία. Μοιάσαν όλα να επιβεβαιώνουν οτιδήποτε μπανάλ έχω ποτέ ακούσει, να όπως "λαβ φρομ δε φερστ σάιτ" ή "τα καλύτερα έρχονται εκεί που δεν το περιμένεις" - ξερνάω ή "το βαθύτερο σκοτάδι είναι λίγο πριν την αυγή" κι άλλες τέτοιες γλυκανάλατες μπούρδες που ακόμα σιχαίνομαι σφόδρα, μα είναι πλέον αδύνατο να μην παραδεχτώ πως ίσως περιέχουν κάποια αλήθεια. Και δεν βρίσκω άλλη λέξη κι αναγκάζομαι να γίνομαι κι εγώ κλισέ αλλά το ακόμα πιο μαγικό είναι, πως όταν οι δυο άκρες ενωθούν, μια άλλη διαγράφεται, λίγο πιο πέρα. Μακρυά από τις μουτζούρες και την παράλογη φασαρία, να παραμείνει ανενόχλητη, να χαράξει τη δική της πορεία. Κι αρχίζει να τρέχει κι είναι τόσο ραγδαία και γρήγορη, που σχεδόν φτιάχνει ημικύκλιο χωρίς καλά καλά να το καταλάβεις. Κι εσύ βρίσκεσαι μέσα αδυνατώντας να ακολουθήσεις τις όποιες εξελίξεις. Σε παρασέρνει και σε φοβίζει, πάει πιο μακρυά από την απειροελάχιστη φαντασία σου, μα το μόνο που δεν θες αυτή τη φορά, είναι να ξεφύγεις. Είναι εκείνο το συναίσθημα που έπαιρνες όρκο πως υπάρχει, μα κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν είχες ως τότε. Και ξαφνικά οι μέρες που η αγάπη στρίβει το δρόμο σταματούν να έρχονται, εσύ παύεις να κοιτάς το κενό, τα κρατήματα δεν είναι πια χαλαρά, ο κόσμος δεν είναι μικρός -μα τεράστιος να χωρά την ύπαρξή σου όλη. Τα φιλιά έχουν νόημα και τα μάτια λάμψη, τα χαμόγελα βγαίνουν αβίαστα κι οι αναπνοές, ω αυτές επιβεβαιώνουν το πως το μόνο μέρος που έπρεπε και θα μπορούσες να βρίσκεσαι είναι το "εδώ". Ο ολοκαίνουριος κύκλος σου είναι πραγματικότητα και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, ούτε κανένας άλλος να τραγουδά γι'αυτόν παρά οι αγαπημένοι σου.

About Today - The National *


e.e. cummings

ΥΓ: Και ξέρω πως τα ανωτέρω καμιά λογοτεχνική ή άλλη αξία έχουν και θα μπορούσαν να φτάσουν άντε μέχρι την έκθεση που μας έβαζε η δασκάλα "Περιγράψτε πως περάσατε στις διακοπές" μα δεν πηγαίνω δημοτικό για να έχω την ευκαιρία τούτη, αλλά θα ήθελα πολύ να έχω ερωτηθεί, γιατί θα έγραφα περίπου αυτά μαζί με ένα υστερόγραφο. Ιτ γοζ σο φακινγκ πέρφεκτ κυρία Δασκάλα μου.

November 20, 2014

πολλών το τέλος

στον ελεύθερό μου χρόνο
αλλάζω όνομα στο μπλογκ

δεν έχει άλλες θολές ιστορίες
μας τελείωσαν

όπως τελείωσε το εγώ το εσύ
και η άσκοπη ονοματολογία ενός τίποτα
που εκ παραδρομής είχε το όνομα του κάτι

November 8, 2014

εις υγείαν

Στην κουζίνα όλο κάτι μαγειρεύουν. Μυρίζει πάντα κάρι κι άλλα διάφορα μπαχαρικά που δεν μπορώ να διακρίνω. 
Στην κουζίνα όλο κάτι μαγειρεύουν. Ακούω φωνές, γέλια, κινεζικά, ινδικά, γερμανικά. 
Στην κουζίνα όλο κάτι μαγειρεύουν. Εγώ συνήθως τρώω πράσινα. Δεν θέλουν μαγείρεμα αυτά. Και κάτι παξιμάδια λαδιού που μου έδωσε η μητέρα φεύγοντας. Τις προάλλες προσπάθησα να ψήσω λίγα αμύγδαλα, βλέπεις δεν ήμουν ποτέ της υγιεινής διατροφής. Έχω υποφέρει αρκετά για να στερήσω από τον εαυτό μου την απόλαυση που θα μου έδινε το απαγορευμένο. Πολύ αλάτι και πολλή ζάχαρη, αλλιώς προτιμούσα πάντα το τίποτα.
Στην κουζίνα όλο κάτι μαγειρεούν. Ακούω πιάτα, πηρούνια, ο φούρνος ανάβει. Τις προάλλες ήταν στους 200 βαθμούς, είδα μία πίτσα μέσα, με το χάρτινο κουτί απέξω και το διάφανο πλαστικό. Κάποιος δεν ήξερε πως μαγειρεύται η πίτσα, μα μαγείρευε.
Στην αυλή όλο κάτι μαγειρεύουν. Ακούω μουσική από ηχεία, φωνές παιδικές και μια μπάλα συνέχεια να σκάει.
Στο κτίριο 1 όλο κάτι μαγειρεύουν. Ή στην αίθουσα του πινγκ πονγκ. Ή στο Biergarten. Ή στο Tiergarten. Ή στην Rosenthaler Platz. Ή στην Warschauer Straße. Ή σ'εκείνο το διαμέρισμα με το πορτοκαλί φως. Ή στο Παρίσι. Ή στη Νέα Υόρκη. Ή στα σπίτια με τους μεγάλους πολυελαίους. Ή στην Αθήνα. Ή στην επαρχία. Ή εκεί που οι άνθρωποι πίνουν πάντα ένα κρασί μετά την δουλειά. Ή εκεί που ακούγονται κλάματα μωρών. Ή εκεί που υπάρχουν προβολείς αμέτρητοι. Ή εκεί που υπάρχει σκοτάδι. Ή εκεί που οι κοφτές αναπνοές φτιάχνουν τα καλύτερα ποιήματα. Ή εκεί που άνθρωποι αγαπιούνται. Ή εκεί που συμβιβάζονται. Ή εκεί που απλά συνεχίζουν.
Αλλού πάντα κάτι μαγειρεύουν. Αλλά εγώ είμαι εδώ. Και τρώω ωμή την πραγματικότητα.


October 19, 2014

( κάτι πιο μικρό απ'το τίποτα )

(Goodbye First Love, 2011)

οι στιγμές μας είναι πολύτιμες. αξίζουν κάτι περισσότερο από όλο το πετρέλαιο του κόσμου.
τα δευτερόλεπτα μαζί σου δεν τα χαρίζω σε κανέναν. τα 'χω κρυμμένα στην αριστερή πλευρά του εγκεφάλου μου.
δεν τα δίνω στο πλήθος. δεν τα σκορπάω σε μάτια άλλων. είναι για μένα. για σένα. για εμάς.
δεν φτιάχτηκαν για την ικανοποίηση του Εγώ. ούτε για την θρέψη των όσων μας τρώνε.
οι στιγμές μας είναι ό,τι έχει μείνει από το β' πληθυντικό πρόσωπο που κάποτε υπήρξε.
τις στιμές μας δεν τις έδωσα ποτέ και σε κανέναν. έτσι κανένας δεν μπορεί να μου τις κλέψει.

" να γυρίσω πού, να κοιτάξω τί, να ρωτήσω ποιόν; "


τις απορίες μου τις έχω φυλαγμένες σε ένα βαζάκι.
γυάλινο.
μια μέρα θα σπάσει και θα εξατμιστούν.

September 16, 2014

πικέ κουβέρτα

Κάθε πρωί, υπάρχουν κάποια κλάσματα του δευτερολέπτου, ίσως δευτερόλεπτα, μπορεί να συμπληρώνουν και λεπτά, που το μυαλό σου είναι κάπου ανάμεσα στο κενό και την πραγματικότητα. Είναι κάτι κλάσματα του δευτερολέπτου, ίσως δευτερόλεπτα, μπορεί να συμπληρώνουν και λεπτά που δεν θυμάσαι. Δε θες να κλάψεις, ούτε να γελάσεις, δε νιώθεις άγχος, ούτε πίεση, η καρδιά σου χτυπάει αβίαστα κι εσύ βρίσκεσαι στην πιο ουδέτερη κατάσταση που υπήρξες από τότε που το συνειδητό σου άρχισε να παίρνει τη θέση της παιδικής άγνοιας. Είναι κάποια κλάσματα του δευτερολέπτου, ίσως δευτερόλεπτα, μπορεί και να συμπληρώνουν και λεπτά που όλα είναι εντάξει. Χωρίς το θα, είναι.

Ύστερα περνάνε. Πόσο να κρατήσουν άλλωστε; Δευτερόλεπτα, λεπτά, εξ ορισμού χρόνος ελάχιστος. Όλα μπαίνουν στην τάξη τους, ή την αταξία τους. Σκέφτεσαι πόσα έχεις να κάνεις, που δεν έχεις κάνει. Σκέφτεσαι πως οι άνθρωποί σου, αποδείχτηκαν απλά άνθρωποι - χωρίς το σου. Σκέφτεσαι πως η ζωή δε μοιάζει με έναν Αύγουστο γεμάτο καρπούζια στα μάγουλα, ούτε έναν Ιούνιο γεμάτο μπουγέλα. Αλλά με έναν Σεπτέμβριο γεμάτο αρχές που αδυνατείς να βρίσκεσαι μέσα. Σκέφτεσαι πως η ζωή σου πήρε ένα δρόμο που δεν διάλεξες. Σκέφτεσαι, αμφιβάλλεις, δεν ξέρεις, δεν θες να μάθεις. Εκείνο το απροσδιόριστο βάρος, μπαίνει ακριβώς ανάμεσα στα δύο κόκκαλα του θώρακα, να μην μπορεί να φύγει, να φυλακιστεί εκεί για όλη την υπόλοιπη μέρα.

Ένα πρωί όμως θυμάσαι ένα τραγούδι. Θυμάσαι πως έχεις επιλογές. Θυμάσαι πως βρίσκεσαι εδώ που βρίσκεσαι, επειδή εσύ το επέλεξες έτσι. Θυμάσαι πως καμιά φορά δεν χρειάζεται ήλιος, μα ένας Σεπτέμβρης ίσως αρκεί για να γεμίσουν όλα φως. Θυμάσαι κάτι - κλισέ ίσως, μα "αν έφτασα τόσο μακρυά ήταν για να μην ακούσω που δεν μου αποκρίθηκαν"Και μπορεί ναι, να μην σου αποκρίθηκαν, μα εσύ πια θυμάσαι... Τώρα αρχίζεις και θυμάσαι, πως ορίζοντας υπάρχει και μπροστά, όχι μόνο πίσω. Θυμάσαι πως αν σταματήσεις να κοιτάς χαμηλά, θα δεις πως εσύ κοντεύεις, φτάνεις ήδη σε κάποια κορφή, και, πως να τους ακούσεις ή να σε ακούσουν καρδιά μου με τέτοια απόσταση που σας χωρίζει;

* Χαμογελάς συγκαταβατικά και συνεχίζεις.



It was a nice journey, but I have to get home. *

August 28, 2014

ένας Αύγουστος γεμάτος σκόνη

"Μου είπε ότι μ'αγαπάει! Αλήθεια μου το 'πε. Μου είπε ότι θέλει να περάσει όλο το καλοκαίρι μαζί μου, μου είπε ότι του έλειψα, πολλά μου είπε, αλλά εγώ δεν ήθελα, γιατί ήξερα ότι θα ξαναερχόταν το τέλος και δεν αντέχω άλλα τέλη. Μα ξαναφέθηκα και τον αγάπησα στ'αλήθεια ξανά από την αρχή, κι έκανα έρωτα μαζί του και μου κρατούσε το χέρι στο δρόμο και μ'αγκάλιαζε σα να ήμουν κάτι πολύτιμο κι έβλεπα στα μάτια του ότι είμαι.

Και δεν πήγαινα τα βράδια σπίτι του να κοιμηθώ, γιατί έκλαιγα που θα φύγω. Κι ύστερα είπα η αγάπη όλα τα μπορεί και εμείς μπορεί να τα καταφέρουμε ακόμα κι από μακρυά. Γιατί τίποτα δεν ήταν όπως παλιά, δεν έβλεπα πια σύννεφα στο βλέμμα του και το βήμα του είχε πάψει να είναι αμήχανο. Και στο νησί ήταν όλα υπέροχα και με αγκάλιαζε και με φιλούσε και με αγαπούσε.

Μα ύστερα.. Τα πάντα γύρω από το σεξ. Ποια αγάπη μου λες; Μόνο αυτό θα σκέφτονται. Πάντα αυτό θα σκέφτονται. Ότι θα βρω γκόμενο λέει. Πόσο λίγο με ξέρει. Μετά από τόσο καιρό και ακόμα ξέρει τόσα λίγα από αυτά που σκέφτομαι. Μπορεί να ήταν η τελευταία φορά που θα κοιμόμασταν μόνοι, μου είπε και ήθελα να πω. Γιατί ποτέ δεν μου μιλάς; Γιατί μια φορά δε μου λες τι σκέφτεσαι; Γιατί δεν μου λες θέλω να μείνεις, αντί το προλαβαίνεις το λεοφωρείο; Δεν θέλω να φύγω. Φοβάμαι τόσο πολύ. Το ξέρω ότι θα είμαι μόνη. Το ξέρω ότι δε θα βρω γκόμενο όπως λέει, το ξέρω γιατί με ξέρω. Τους είναι όλους τόσο εύκολο να εμφανίζουν ξαφνικά μια άλλη. Αυτό θα κάνει κι αυτός το ξέρω. Μα όχι εγώ. Εγώ όχι.

Τον αγαπώ. Για πρώτη φορά στη ζωή μου νιώθω τόσο πολύ την καρδιά μου να χτυπάει και ξέρω τι είναι. Δεν θέλω να τον χάσω, μα ούτε αυτό καταλαβαίνει. Πως θέλω κάθε στιγμή και κάθε λεπτό να είμαι μαζί του και να του χαιδεύω τα μαλλιά και να τον φιλάω στα μάτια. Αλλά κατάλαβες τι να χάσω; Να προσπαθήσω για τι; Για παράταση λίγης ξεγνοιασιάς; Αν κάτι ζηλεύω αυτή τη στιγμή είναι η άγνοια των ερωτευμένων. Η ιστορία θα είναι πάντα ίδια. Τίποτα δεν θα την απογοητεύει."


"Κείνο το απόγευμα ορκιστήκαμε πως θα φτύναμε τα κουκούτσια κάθε καλοκαίρι
και ο Αύγουστος θα μας βρίσκει πάντα με τις γλώσσες μας ενωμένες."

[ ό,τι έμεινε από κείνον τον Αύγουστο - οι υποσχέσεις. ]

August 20, 2014

ένα απόγευμα του Αυγούστου
κάπου εκεί κοντά στο ηλιοβασίλεμα
θα πάψω να αναπνέω από την έλλειψή σου
οξυγόνου

August 15, 2014

απορίες

Αν ένα από τα βράδια που έχεις ρεπό
και κάθεσαι στο Πόρτο Ράφτη και κοιτάς τα αστέρια
μου ζητούσες να έρθω, το ξέρεις ότι θα ερχόμουν;

Αν μου ζητούσες να έρθω να ταίσουμε τις κότες μαζί
και να μαζέψουμε αυγά και να σε βλέπω να κοιτάς τις γάτες σου
στα μάτια αντί για εμένα το ξέρεις ότι θα ήμουν εκεί;

Αν μου ζητούσες να μείνω γυμνή πάνω στην αμμουδιά
για να εξευρενήσεις τις πληγές μου ή και να παίξεις μαζί τους
το ξέρεις ότι θα σε άφηνα;

Αν μου έδινες χώρο να εξουδετερώσω κάθε σου φόβο
να λιώσω κάθε σου αμφιβολία, να σε πείσω ότι μπορώ
το ξέρεις ότι θα το έκανα; Ότι, ναι, μπορώ να το κάνω;

Αν σου τα έλεγα όλα αυτά, θα μου έλυνες μια απορία;
Ποιό από τα δύο κορίτσια προτιμάς;
Αυτό που δείχνω ή αυτό που είμαι;

July 20, 2014

να μάθεις να φεύγεις

Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας
Να φεύγεις  - αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς
Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο
Να τρέχεις μακρυά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε
Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου
(Όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας - αποδέξου το)
Να σταματήσεις να αγαπάς τον Μέλλοντα, όταν αυτό που έχεις είναι μόνο ο Ενεστώτας
Να φεύγεις από εκεί που δεν ξέρεις γιατί βρίσκεσαι - από 'κει που δεν ξέρουν γιατί σε κρατάνε
Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες
Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις
Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι
Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη
Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι
Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω - δεν τους το χρωστάς
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου
Μην πιστεύεις αυτά που λένε - η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει
Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει
Να μην συγχωρείς όσους δεν σου έπλυναν τα πόδια σου με δάκρυα μετανοίας
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς, οι τρίτες για τους γελοίους
Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση την σχέση την κοροϊδία κοροϊδία
Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει σαν μωρό
κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλυφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα, όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου
Και. Να μάθεις να φεύγεις. Από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες
Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι' αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ' αυτά

July 15, 2014

3 μέρες μετά την -για δεύτερη φορά ατελή- προδωσία
ξάπλωσε σε ξένο κρεβάτι.
μόνο για να έχει να του πει όταν κάποτε θα ρωτούσε
"ήταν εύκολο. τόσο καιρό ήταν τόσο εύκολο."

July 7, 2014

η αγάπη γράφεται με ήττα

( Κι εσύ τώρα θα κλείσεις τα φώτα και θα ψυθιρίσεις σε κάποια άλλη όλα αυτά που δεν τόλμησες ποτέ να φωνάξεις σε μένα. Γιατί πίστευες  πως είμαι μακρυά, πως δεν θα νιώσω. ) Κι όμως ίσως αγαπημένε μου, ίσως αν είχες φωνάξει να σε είχα ακούσει. Ίσως αν ήθελες να ακούσω, να είχα ακούσει. Δε θα μου μοιάζει. Καμιά δε θα μου μοιάζει εμένα. Όσο κι αν ψάχνεις λίγο από το χαμόγελό μου, τα μαλλιά μου να σε εμποδίσουν να κοιμηθείς, το ψέλλισμά μου, εκείνη τη λάμψη στα μάτια μου όταν κοιτούσαν τα δικά σου, τίποτα δεν θα βρίσκεις. Μην κοκκινίζεις και μην χτυπάς το χέρι στο τραπέζι. Διάλεξες να ζήσεις έτσι - ζήσε λοιπόν.

Γιατί οι σχέσεις σου να έχουν πάντα τον αριθμό 3; Αυτό αναρωτιόταν η πριν-από-εμένα επί ένα χρόνο. Ίσως και να την είχα παρεξηγήσει τελικά. Μα εντύπωση μου κάνει όμως. Ακόμα δεν έμαθες πως η ζωή είναι κύκλοι; Κύκλοι ασταμάτητοι. Στο είχα πει νομίζω. Φώναξα φεύγοντας, θα συναντιόμαστε συνέχεια, γιατί στον κύκλο δεν μπορείς να κρυφτείς μωρό μου.

Έχω παντού πληγές. Και πονάνε. Πολύ, όπως ακριβώς την πρώτη φορά. Ποτέ δεν κατάλαβα ποιος ήταν ο στόχος σου τελικά. Να με σκοτώσεις ήθελες κι αποτύγχανες πάντα; Ή σου άρεσε να με βλέπεις γεμάτη αίματα; Πονάω τόσο πολύ που σκέφτηκα πως θα ήθελα να νιώσεις λίγο από αυτόν τον πόνο. Έτσι, μόνο για να ξέρεις πως είναι. Σκεφτόμουνα τρόπους να σε εκδικηθώ, ξέρω πως μπορώ. Αλλά κοίτα κάτι περίεργο - όταν αγαπάς κάποιον δεν έχεις τη δύναμη να σηκώσεις μαχαίρι εναντίον του. Μόνος σου θα το κάνεις άλλωστε κι αυτήν την φορά. Ο χειρότερος εχθρός σου, ο εαυτός σου. Πάντοτε φαντάσματα σε κυνηγούσανε.
( Τώρα αγκάλιασέ την και πες της μερικά αστεία μήπως και καταφέρεις να της κλέψεις τον θαυμασμό που δεν κατάφερες ποτέ να κλέψεις από μένα. Ύστερα κλείσε τα μάτια σου και δες με στα όνειρά σου. Ή τους εφιάλτες σου. Το φάντασμά μου θα σε κυνηγάει για καιρό. )


[..] I would have
loved you more if I had sat in a small room rolling a
cigarette and listened to you piss in the bathroom,
but that didn’ happen. your letters got sadder.
your lovers betrayed you. kid, I wrote back, all
lovers betray. it didn’ help. you said
you had a crying bench and it was by a bridge and
the bridge was over a river and you sat on the crying
bench every night and wept for the lovers who had
hurt and forgotten you. [..]

Charles Bukowski, An almost made up poem

June 27, 2014

θα 'ρθει ο καιρός




Θα `ρθει ο καιρός που θα σπάσω την πόρτα / κι καρδιά μου στο φως θα χιμήξει
Θα φύγω μακριά / θα πετάξω ψηλά / θα πετάω σ’ ασύλληπτα ύψη
Και τότε πια δεν μπορεί / αυτή η φτηνή / αυτή η χλωμή / η τιποτένια μου θλίψη
Θα μείνει ορφανή / θα γυρνάει σαν τρελή / θα ζητάει να με βρει / και δε θα με βρίσκει

"Μια μέρα θα εμφανιστώ μπροστά σου χωρίς να το περιμένεις (και χωρίς να το περιμένω),
μπλεγμένη στα ερωτευμένα χέρια ενός τύπου που δεν ξέρει τι σκέφτομαι για σένα,
και θα σου πω μισομεθυσμένη με μάτια σχισμές και χαμόγελο εκδικητικό και τρισευτυχισμένο
«κοίτα με ποιόν κοιμάμαι τώρα»…"

June 13, 2014

καλοκαιρινές βροχές εν καιρώ ανυδρίας


[…] "Πήγαινε πιες νερό, δεν ήπιες όλη μέρα". Και μέσα σε αυτή την ατάκα συνόψισα τα πάντα… Διόλου πια με ενδιέφερε αν θα μου φέρει ποτέ λουλούδια και τσάντα από κροκόδειλο, το ίδιο κάνει. Μόνο εκείνο το “δεν ήπιες νερό όλη μέρα”. Ήρθε και ακούμπησε πάνω στην άλλη του κουβέντα:
"Σήμερα πρέπει να σε βγάλω στον ήλιο" – καταλήγω:
Αυτά είναι τα μόνα αληθινά δώρα και άντρας είναι αυτός που δεν σ’ αφήνει να ξεραθείς… Να μαραθείς, είπα. Να ξεραθείς -είπε αυτή- και έχει διαφορά. Που ένα ποτήρι με νερό φτάνει για να την κάνει.

[…] Άντρας είναι αυτός που σου διασφαλίζει μια τέτοια γυναικεία, προστατευμένη ζωή, ώστε αν χρειαστεί, να την αφηγηθείς στη μάνα σου, να μην ντραπείς, να μη σε λυπηθεί, να μην ανησυχήσει. Ιδίως να μην μπει στη λογική να σου φέρει αυτή εκείνο το ποτήρι το νερό που λέγαμε.


Μαλβίνα Κάραλη,
Τα χρυσαφένια λέπια του κροκοδείλου

June 8, 2014

και ναι | και όχι

και ήταν άνοιξη
και δεν ήταν

και πολλά άλλαξαν
και όλα ίδια έμειναν

και εσύ έφυγες
και πίσω έμεινες

και θυμήθηκες να ξεχνάς
και δεν ξέχασες

και τη θάλασσα άγγιξες
και δεν βράχηκες

και τον ήλιο έπιασες
και δεν κάηκες

και παντού ήσουν
και πουθενά δεν πήγες

και τη ζωή κόντεψες
και πεθαμένος έμεινες

και η γόμα σώθηκε
και το χαρτί σκίστηκε


και ο κόσμος έλαμψε
και το φιλμ κάηκε





και παντού ταξίδεψες
και τίποτα δεν έμαθες

και τα μάτια έκλεινες
και τίποτα δεν έβλεπες

και οι λέξεις χάσαν το νόημα
και εσύ συνέχισες να μιλάς

και ξέφυγες
και με τις αλυσίδες είσαι

και καιρός πέρασε
και τίποτα δεν άλλαξε





και το καλοκαίρι ήρθε
και δεν έχει έρθει

και τόσα καλοκαίρια ήρθαν
και κανένα δεν σε πήρε
(ΦΟΙΒΕ ΓΙΑΤΙ ΨΕΥΔΕΣΑΙ;)

και οι νότες λύγισαν
κι εσύ δεν είσαι μουσική
κι εγώ δεν είμαι χρώμα
κι αυτή δεν είναι μύθος
κι αυτός είναι δεν όραμα
και οι αντανακλάσεις σώπασαν
και οι δείχτες σταμάτησαν
και το ντόμινο ποιος θα το ακουμπήσει;



June 2, 2014

χωρίς παραλήπτη

Αθήνα, 25/04/12

Τελευταία οι μέρες περνάνε πιο εύκολα. Ακολουθώ ένα πρόγραμμα και προσπαθώ να επικεντρωθώ στη σχολή. Στο μυαλό μου συνέχεια, εσύ. Αυτό πλέον το έχω δεχτεί. Απλά προσπαθώ να μην μου λείπεις. Να μην νιώθω την απουσία σου, αλλά να τη μετατρέψω σε μια ψεύτικη παρουσία. Σήμερα στο μάθημα δάκρυσα. Κοιτούσα τον καθηγητή, έλεγε για τον Καλλικράτη, τις προσπάθειες εξορθολογισμού στην τοπική αυτοδιοίκηση, το σύστημα αυξημένης αναλογικής... και δάκρυσα. Πέρασαν στιγμές από μπροστά μου και κατάλαβα ότι πλέον δεν είσαι εκεί. Όσο κι αν θέλω να νομίζω ότι είσαι, όσο και να κοιτώ τις φωτογραφίες μας και να χαμογελώ σα 'να 'μαστε μαζί, δεν είμαστε. Δεν μπορώ να σου στείλω ένα μήνυμα να σου πω ότι βαριέμαι, ούτε ένα αστείο που θα σου φανεί χαζό, ούτε να σου πω ότι μου λείπεις, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα μου πεις κι εσύ το ίδιο. Δεν είμαστε μαζί. Και δεν μπορώ να πάρω το λεωφορείο να έρθω να σε βρω, ούτε...

Αθήνα, 23/05/12

Σε βλέπω συχνά στον ύπνο μου τελευταία. Σε βλέπω. Ξυπνάω, θέλω να σε πάρω τηλέφωνο, αλλά δε γίνεται. Ύστερα γράφω. Γράφω όσα θέλω να σου πω. "Θέλω να σε αγγίξω,να σε μυρίσω, να σου χαϊδέψω τα μαλλιά και να σε φιλήσω. Πόσο μ' αρέσει να σε φιλάω. Στο λαιμό και στα μάτια. Μ' αρέσουν τα μάτια σου. Έχουν μια λάμψη μοναδική. Κι όταν χαμογελάς... Όταν χαμογελάς μπορείς να κάνεις έναν άνθρωπο ευτυχισμένο. Και τα χείλη σου, πόσο αγαπώ να τα φιλάω κι αυτά, λίγο, απαλά, και μετά να τα δαγκώνω και μετά να τα φιλάω πάλι, για πολλή ώρα, να μην μπορείς να πάρεις ανάσα. Θέλω να με αγκαλιάσεις. Σφιχτά, όπως εκείνο το βράδυ... Μου έχεις λείψει. Να 'ξερες πόσο. Αλλά η έλλειψη κάποιου δεν αναπληρώνεται με την παρουσία κάποιου άλλου. Κάποιου τυχαίου. Σκέφτομαι πριν συναντηθούμε, πόσο ανούσια ήταν όλα. Ξυπνούσα το πρωί σε ξένα κρεβάτια, χωρίς να ξέρω ποιον θα αντικρύσω, ή τι είχε γίνει το προηγούμενο βράδυ. Κι ύστερα ήρθες εσύ. Και τώρα δεν θέλω, δεν θέλω να ξαναγυρίσω πάλι πίσω. Δεν το θέλω αλήθεια σου λέω. Αλλά φοβάμαι. Φοβάμαι πως πλησιάζει η μέρα που δεν θα έχω άλλη υπομονή και τίποτα από όλα αυτά δε θα με νοιάζει πια. Και ξέρω ότι μπορώ να το κάνω. Να το σκοτώσω μέσα μου. Όμως ξέρω ότι μόνο το μπορώ, αλλά δεν το θέλω. Αφού το μόνο που πραγματικά θέλω είναι να πιάσω το χέρι σου και να πάμε μια βόλτα μαζί."

Αθήνα, 10/11/12

Ξέρεις σκέφτομαι πως όχι απλά δεν με αγάπησες, όχι απλά δεν ένιωσες τίποτα για μένα, αλλά δεν ήμουν κάτι άλλο παρά ένα παιχνίδι για σένα. Κι όχι ένα απλό παιχνίδι. Ένα παιχνίδι απ'αυτά που δεν μας αρέσουν, απ'αυτά που τα καταστρέφουμε, τα διαλύουμε, και μετά τα πετάμε. 
Ένα πράγμα σου ζήτησα. Ένα πράγμα. Κι εσύ δεν μπόρεσες να μου κάνεις αυτή τη μηδαμινή χάρη. Γιατί δεν άντεχες. Δεν άντεχες να με βλέπεις να υπάρχω χωρίς εσένα, να χαμογελάω παρόλο που με σούταρες δυο φορές. Γιατί δε νοιάζεσαι για κανέναν άλλον παρά μονάχα για τον εαυτό σου. Πως ο εαυτός σου θα είναι καλά.  Μονάχα αυτός. Και μακάρι δηλαδή να είναι αυτός ο λόγος και να μην το έκανες απλά γιατί ήξερες πως είχα καιρό να κλάψω για σένα και ήθελες με κάποιον τρόπο να το ξανακαταφέρεις. Να σε ενημερώσω, το κατάφερες.


Πάτρα, 27/09/13

-Δε θέλω να φύγω.
-Τότε μην φύγεις.


Βερολίνο, 05/11/13

Ξέρεις, δε θυμώνω με εσένα. Θυμώνω που δε βρέθηκε κάποιος να σου μάθει να αγαπάς.
(Ίσως και να θυμώνω με εμένα τελικά.)

Άτοπο, 01/01/14

Ένας αγώνας δρόμου να κερδίσω ένα σου χαμόγελο. Οι αγκαλιές σου λάφυρο πολέμου.
Αυτό ήταν όλη μας η σχέση, αγάπη μου. Σ'αφήνω μόνο πια, με τον χειρότερό σου εχθρό, τον εαυτό σου.
(Θα) μου λείπεις.



Οι χιλιάδες λεπτομέρειές σου,
που δε θα μάθω,
είναι επώδυνες ακίδες
σ’ εκείνη την περιοχή
του εγκεφάλου μου
που θα σ’ αγαπούσε
αν είχες μείνει.

(Νευροανατομία - 
Μιράντα Παπαδοπούλου)

May 16, 2014

χωροχρονικό συνεχές

Θα 'ρθουνε βράδια που δεν θα θέλεις να ξημερώσουν. Μέρες που θα πονάς από ευτυχία. 
Τα πρωινά πάραθυρα θα μυρίζουν ήλιο αμέτρητο. Τα βράδια γιασεμί. Θα μοιάζουν οι μέρες όλες σαν βόλτα σε κανάλι της Βενετίας. Οι νύχτες σαν καλοκαιρινές πατημασιές στην Πλάκα. Και τα πρωινά, ω αυτά θα μοιάζουν σίγουρα στο Παρίσι της άνοιξης.!
Τα χείλη σου θα πονάνε από τα φιλιά. Θα γίνονται εκρήξεις στο στομάχι σου. Θα κλαις πια μονάχα από χαρά. Από τα μάτια σου θα πετάγονται σπίθες. Τα χέρια σου θα μουδιάζουν. Τα πόδια σου δεν θα τα ελέγχεις. Τ' αστέρια θα πέφτουν σαν ανάποδα πυροτεχνήματα. Θα 'ρθούνε μέρες που το δέρμα σου θα μυρίζει άλλο δέρμα. Τα χείλη σου θα έχουν γεύση κεράσι και ούσκι χρόνων πολλών. Θα χορεύεις ακατάπαυστα σε έναν απέραντο ακάλυπτο γεμάτο προβολείς. Θα σου ψιθυρίζει το σύμπαν κι εσύ θα ανακαλύπτεις έναν κόσμο καινούριο. Η αγάπη δεν θα πονάει πια.
Θα 'ναι όλα σαν ένα τεράστιο μακροβούτι. Το σώμα σου δεν θα ζυγίζει γραμμάριο. Κι η καρδιά σου δεν θα κουράζεται όταν χτυπά.

Ένα πρωί θα είναι, σαν όλα τα άλλα, μπορεί και απόγευμα, κάπου εκεί που δύει ο ήλιος και μπαίνει μέσα από τις κουρτίνες και χτυπάει στα έπιπλα πάνω.
Όλα όσα φαντάστηκες θα έρθουν και θα απλωθούν μπροστά σου σαν θάλασσα. Ή μπορεί και όχι, μπορεί να μην έρθουν, γιατί θα έρθουν περισσότερα. Πιο πολλά από όσα μπόρεσε ποτέ να φτάσει ο νους σου. Θα μοιάζουν με ωκεανό και θα είναι όλος δικός σου.

April 27, 2014

μπουσουλάω ακόμα θαρρώ

βγάλε με από την τροχιά μου
μάθε μου να περπατάω ξανά
βάλε μου στα χείλη χρώμα κόκκινο
κάνε με να μεθώ από χαρά
ζωγράφισέ μου τον ήλιο
διώξε τις σκιές
- τα πλατάνια με στοιχειώνουν
πες μου πως η απόσταση
δε μεγαλώνει με το χρόνο
μάθε μου πως να μην είμαι Εγώ
ξύπνα με πριν το ξημέρωμα
ακούμπησε τα μούσια σου στον αφαλό μου
άκουσε πως γουργουρίζει η κοιλιά μου για σένα
κάνε τον ουρανό μου μπλε
μάθε μου πως γράφεται το "ίζαμ"
δείξε μου πως να σε αγγίζω χωρίς να πονάς
εξαφάνισε το χθες
γίνε το κρεβάτι μου
χάρισέ μου το μυαλό σου
και μερικά απ' τα δάχτυλά σου
μάθε μου καινούριες νότες
άνοιξε τα χαρτιά σου
πες μου τι κάνεις τις ώρες που δε με σκέφτεσαι
δείξε μου πως να χορεύω στο δικό σου ρυθμό
κάνε με να μπορώ χωρίς
μάθε μου πως σταματούν να ποθούν

ή

έλα


April 22, 2014

λόγος υποθετικός

αν σου έγραφα ένα γράμμα
θα μάθαινες για την αφόρητη απουσία σου
για την παράνομη κατοχή των σκέψεών μου
και τα 86400 δευτερόλεπτα της ημέρας
θα μάθαινες πως κάποτε θα συναντηθούμε
καλοκαίρι θα είναι
θα τρέξω με ορμή καταπάνω σου
θα σπάσω όλα τα φράγματα της λογικής
τα χέρια σου θα ανοίξουν σαν δαγκάνες
και θα με λιώσουν μέσα τους
να μην ξαναφύγω ποτέ πια

θα σου έλεγα
είναι ακατόρθωτο να σταματήσω να σ'αγαπώ
όσο κι αν προσπαθώ με όποιους τρόπους
θεμιτούς ή αθέμιτους -συγγνώμη γι'αυτό-
πως πρέπει να έρθεις να με βρεις κι εγώ
τρέχοντας θα κατέβω και τους 10 ορόφους
θα σου έλεγα αγάπη μου
πως τα πρωινά μου δεν είναι πια φωτεινά
γιατί όταν ξυπνάω δεν αντικρύζω τα μάτια σου
και την Άνοιξη δεν έχω τι να την κάνω αφού
ν'ανθίζω μπορώ μόνο με τα δικά σου φιλιά
να επιστρέψω δεν τολμώ αφού
δεν έχω κανέναν να με περιμένει

αν σου έγραφα ένα γράμμα θα (...)

μα δεν θα σου γράψω, γιατί μεγαλώσαμε πια
μου είπαν πως οι μεγάλοι δε γράφουν γράμματα
έχουν άλλες δουλειές, που χρόνος για τέτοια
οι μεγάλοι λέει ζούνε με κενά
-τα κενά λέει συνηθίζονται-
οι μεγάλοι λέει ακολουθούν τα γεγονότα και
τα γεγονότα μου είπαν να μη γράψω άλλο γράμμα
ήμουν κάποτε μικρή άλλωστε, έχω γράψει πολλά
τα έχεις άραγε κρατημένα;

[κατά φαντασίαν επέτειοι]

April 8, 2014

όσα ποτέ δεν ήρθαν

Δεν είναι πια το πρόβλημα στα βράδια.
Το πρόβλημα πλέον είναι στα πρωινά.  Όχι, όχι δεν είναι βαριά, το πάπλωμα άλλωστε έχει μεταφερθεί στο πατάρι, ούτε να κρυφτείς μπορείς, ούτε να το σηκώσεις χρειάζεται. Ο ήλιος ξεμυτίζει κάθε χάραμα, μόνο για να σε κάνει να χαμογελάσεις. Είναι να, μόναχα μια αίσθηση, σα να ξεράθηκε ο λαιμός σου. Κι ας είναι πλεόν Απρίλης.
Είναι που κάτι λείπει και ξέρεις πως δεν είναι πίσω να κοιτάξεις αυτή τη φορά. Είναι όλα όσα κάθε βράδυ, όταν κλείσεις τα μάτια ζωγραφίζονται στο μυαλό σου, όσα με ακριβείς λεπτομέρειες θα μπορούσες να τα περιγράψεις στον καθένα. Όλα όσα συνέβησαν, αλλά κάπου αλλού, κάπου χωρίς εσένα. Είναι που θες έναν ώμο να γείρεις, και να ακούσεις μια φωνή να λέει "όλα θα γίνουν όπως ακριβώς πρέπει, όπως ακριβώς πρέπει για να γίνεις χαρούμενη". Κι είναι ύστερα κι αυτά, τα τυχαία αποσπάσματα,  που κάνουν τα πρωινά σου - που δεν ήταν τόσο βαριά - να γίνονται μεσημέρια αβάσταχτα.

"Είναι που θες να κλάψεις με λυγμούς, για όλα όσα ονειρεύτηκες, αγάπησες, περίμενες - για όλα όσα ποτέ δεν ήρθαν. Είναι αυτή η αβάσταχτη ανάγκη να θέλεις να χαριστείς και να μην έχεις που. Αυτή η αβάσταχτη ανάγκη , να θέλεις σε κάποιον να χαριστείς.
Και αυτός ο κάποιος να μη μπορεί να πάρει μια μορφή, μες στο μυαλό σου.
Να θέλεις να μαδήσεις την ύπαρξη σου. Να τη σκορπίσεις.
Να την πυρπολήσεις, μόνο για χάρη του.
Να θέλεις να του αφιερώσεις ένα τραγούδι. να του στείλεις ένα φιλί.
Και να μη βρίσκεις πουθενά τα χνάρια του για να τ’ακολουθήσεις.
Μου λείπει η αγάπη μου, εντάξει. Μου λείπει αφόρητα.
Μα σίγουρα, δεν είναι το πρόσωπο της που ψάχνω μέσα σ’ αυτό το τοπίο.
Είναι κι αυτός ο τεράστιος ήλιος. που έχει κουλουριαστεί μες στην ψυχή μου.
Θέλει ένα τρυφερό βλέμμα για να σηκωθεί. Ένα άγγιγμα απαλό, έστω στην άκρη των μαλλιών…
Τόσο πολλά γυρεύει ο άτιμος για να μεσουρανήσει;
Τόσο πολλά;"

Ναι είναι κάτι πρωινά, κάτι μεσημέρια που λείπει, λείπει πολύ εκείνο το αγόρι με το κυπαρισσί γιλέκο, το αμήχανο βήμα και το αθώο χαμόγελο. Εκείνα τα χέρια που μέσα τους τίποτα δεν φοβόσουν κι εκείνα τα μάτια γεμάτα αλήθειες. Μα αυτά δεν υπάρχουν πια, δεν υπάρχουν εδώ και καιρό. Κι ύστερα λείπουν περισσότερο, εκείνα τα αδιάφορα βράδια που δεν έκανες τίποτα να βρουν ένα κάποιο ενδιαφέρον. Εκείνες οι σχέσεις που επέπλεαν σαν φελλός, οι δήθεν χειραψίες και οι άσκοπες τζούρες επιβεβαίωσης. Λείπουν τα αντίο, που έχασαν τον δρόμο τους στο βωμό της αγάπης κι οι συγγνώμες που δέχτηκες χωρίς να πρέπει. Στον ίδιο βωμό κι αυτές. Λείπει η σχέση που φαντάστηκες, μα ποτέ δεν έκανες και αυτή η σπουδαία αγάπη που ποτέ δεν ήρθε. Τα μεγάλα λόγια που ποτέ δεν είπες κι αυτά που ποτέ δεν άκουσες. Μα πιο πολύ το ξέρεις, λείπεις εσύ. Κοίτα στον καθρέφτη. Δεν είσαι εσύ αυτό που βλέπεις. Όχι σίγουρα δεν είσαι! Εσύ χαμογελούσες και έλαμπε ο κόσμος. Άνοιγες τα μάτια σου και φώτιζε η γη. Εσύ κάποτε ήσουνα ζωή.

Αν σου λείπει κάτι -το ξέρω- είναι εκείνα τα συμπαντικά δευτερόλεπτα που τα κύτταρά σου κοντεύουν να ξεκολλήσουν και να αρχίσουν να χορεύουν, αυτόνομα, όχι σαν ένα σώμα.
Εκείνος, εκείνος ο ήχος που ποτέ δεν άκουσες, ο ανεπαίσθητος εκείνος ήχος, σαν ψίθυρος, σαν μυριάδες ψίθυροι μαζί, που ενυπάρχουν σ' εκείνη την απλή κίνηση, ξέρεις όπως

όταν ενώνονται δυο κομμάτια παζλ ή κουμπώνουν δυο τουβλάκια λέγκο.
Μα θέλει ησυχία, απόλυτη για να ακουστεί και χρόνος πολύς
ησύχασε και κοίτα το φεγγάρι, είναι πλέον Απρίλης.

March 31, 2014

αποκόλλησις

σε βλέπω συχνά τελευταία
είσαι συνήθως σε ποτήρια οινόπνευμα
δεν μου αρέσει το οινόπνευμα
προτιμώ να το παραγγέλνω χρωματιστό
ροζ, κόκκινο, πράσινο ή μπλε
προσπαθείς να μου μιλήσεις
να βγεις στην επιφάνεια
δε σ'αφήνω
ανακατεύω το ποτό, να διαλυθείς
σε πιέζω με το καλαμάκι, να σε πνίξω
προσπαθείς να μπεις στο μυαλό μου
δεν έχω τι άλλο να κάνω, σε καταπίνω
και χάνεσαι
ως την επόμενη φορά
σε κάποιο άλλο χρώμα

(θέλω να ξυπνήσω ένα πρωί
και να σταματήσω να σ'αγαπώ
να σε φιλήσω στο μέτωπο
να σου ζητήσω συγγνώμη
και να φύγω, έτσι
χωρίς σημείωμα)

March 23, 2014

πυροτεχνήματα στην Πράγα

Το ήξερες ότι μπορείς να αγγίξεις τον ήλιο; Να τον πιάσεις στα χέρια σου, να παίξεις μαζί του σαν παιδί, να τον περιεργαστείς, να τον μάθεις. Και τα σύννεφα! Tα σύννεφα δεν μπορεί, θα ήξερες ότι μπορείς να τα αγγίξεις. Να τα αγγίξεις και να τα γευτείς, να βγάλεις λίγο τη γλώσσα έξω και να τα δοκιμάσεις. Έχουν ωραία γεύση τα σύννεφα, μοιάζει λίγο με χιόνι και λίγο με εκείνο το σακουλάκι που αγοράζαμε μικρά, που είχε μέσα κάτι κόκκους που σκάγαν στο στόμα. Πως λεγόταν να δεις; Κλείσε τα μάτια και σκέψου ένα μέρος κι όλα αυτά μαζί. Να αγγίζεις τον ήλιο, να ξαπλώνεις στα σύννεφα και να το σώμα σου να γίνεται ένα με τη θάλασσα. Το σύμπαν μια ολόκληρη μουσική κι εσύ να επιπλέεις μέσα του. Δε γίνεται; Ω, ναι, αν είσαι ερωτευμένος γίνεται! Κι εγώ ξέρεις είμαι πάντα ερωτευμένη την Άνοιξη. Δε γίνεται; Ω, ναι γίνεται! Ο πιο μεγάλος έρωτας της ζωής μου ήταν και θα είναι Αυτή. Η ίδια η Άνοιξη. Με κεφαλαίο πάντα το άλφα. Της αξίζει άλλωστε. Από τα 24 γράμματα, διάλεξε να έχει το άλφα για αρχικό. Όπως η Αρχή. Ξέρεις αυτά, δεν είναι απλές συμπτώσεις. Άνοιξη, ΑρχήΑναγέννηση. Εποχή στα ελληνικά, μα προτιμώ την λέξη Era. Αυτή δεν είναι μια απλή εποχή του χρόνου, που διαδέχεται την προηγούμενη. Άνοιξη σημαίνει ένας καινούριος κόσμος που ανοίγεται μπροστά σου, μια σελίδα λευκή κι ένα μολύβι, ή γιατί όχι μια πένα, μια εποχή που γράφεις εσύ. Μια ιστορία από σένα, για σένα. Μπορείς να βάλεις όσο χρώμα θες, όσο ήλιο θες, να δεις το ξερό χώμα να γεμίζει ζουμπούλια και τον μαύρο ουρανό να γίνεται μπλε. Καθαρό και ατόφιο μπλε. Η Άνοιξη υπάρχει για να διαδίδει περίτρανα πως οι εποχές αλλάζουν, όπως αλλάζουν οι πόλεις, τα τοπία, οι γωνίες -οπτικές και μη- όπως αλλάζουν οι άνθρωποι. Αλήθεια έχεις πάει ποτέ ένα ταξίδι την Άνοιξη;

Old Town Square, Prague
Στην Πράγα πρέπει να πας. 
Ξέρεις εκεί συμβαίνουν μαγικά. Και μένεις εσύ να κοιτάς με γουρλωμένα μάτια σα να πετάχτηκες μέσα από μια ντουλάπα, ή έναν φουρτουνιασμένο ωκεανό σε έναν πίνακα, όπως ακριβώς γινόταν με τη Νάρνια. Όσο και να τσιμπήσεις να δεις αν κοιμάσαι, όχι, δεν κοιμάσαι. Σ'αυτήν την πόλη σίγουρα θα πιστέψεις στη μαγεία. Θα περπατήσεις σε στενά παραμυθένια, θα νιώσεις μικροσκοπικός, έτοιμος να γίνεις με μια ραβδιά αόρατος, τα μάτια σου δεν θα αρκούν να τα καταβροχθίσουν όλα. Θα πιεις τσάι στο καφέ του Κάφκα, εκεί ακριβώς που γεννήθηκε, ίσως εκεί να έγραψε και τον "Πύργο", ποιος ξέρει; Θα δεις το ηλιοβασίλεμα πάνω στη γέφυρα του Clarles και θα χορέψεις στα στενά της Παλιάς Πόλης. Θα δεις το ρολόι που μετρά δευτερόλεπτα χωρίς να σταματήσει από το 1940, ένα καμπανάκι να χτυπά από ένα αποστεωμένο χέρι, τους νεκρούς να ανασταίνονται, κάποιον να σαλπιγγίζει στο κάθε ακριβώς της ώρας και το πλήθος να χειροκροτά, κι ύστερα θα περάσεις από το σπίτι που χορεύει. Όταν πεινάσεις θα φας trdelnik -3 σύμφωνα μαζί! σου λέω οι άνθρωποι εκεί δεν είναι σαν εμάς, έχουν υπερφυσικές ικανότητες, θα έλεγα είναι περισσότερο κάτι σαν ήρωες του Τόλκιν- ίσως να φας και δύο, μπορεί και τρία. Το βράδυ θα δεις τα φώτα της πόλης να ανάβουν για σένα, θα νιώσεις το τρέμουλο της βάρκας στα νερά του Vlatva, θα κρατηθείς γερά από τον εξώστη, θα ερωτευτείς τη ζωή. Αυτοί που λείπουν ίσως περάσουν αστραπιαία από το μυαλό σου. Ίσα για να σου θυμίσουν, ότι αν άξιζαν θα ήταν εκεί, δίπλα σου. Να κρατηθείς από αυτούς, να σου δώσουν μια ζακέτα να μην κρυώνεις. Μα δεν είναι, θα κάνεις μια γρήγορη κίνηση με το χέρι, να διώξεις αυτό που μπήκε στο μάτι σου και θα κοιτάξεις αλλού. Το βαθύ σκοτάδι, τις κορυφές από τους πύργους, να τρυπάνε τον ουρανό, τα επιβλητικά αγάλματα, το φεγγάρι. Κάπου ίσως να δεις μια απόμακρη λάμψη κι ύστερα μια άλλη δίπλα της, κι άλλη, κι άλλη. Και ο ουρανός ξαφνικά θα γεμίσει φως. Πολύχρωμο φως να ταιριάζει στην εποχή σου. Και σε όλα αυτά που έρχονται. Έτσι ξαφνικά. Από που εκεί δεν κοίταζες, από εκεί που είχες γυρισμένη την πλάτη.


Στην Πράγα, να πας την επόμενη άνοιξη σίγουρα.
Ή γιατί όχι; Αυτήν.
Προλαβαίνεις!



March 16, 2014

η επιστροφή



Θα 'θελα να 'μουνα εκεί
στη στριμωγμένη Κυριακή
των καλεσμένων της μαμάς σου
ξεγλιστρούσες από το σαλόνι, πήγαινες μέσα μόνη
και ο ουρανός έπαιζε άλλη μουσική

Θα 'θελα να 'μουνα εκεί
στου auditorium τη σιωπή
κάτω απ' το βλέμμα του μαέστρου
ξεγλιστρούσες απ' το χάδι του ήχου
κι όλους αυτούς που βήχουν
κι έβγαινες έξω εκεί που φώναζε η ζωή
Θα 'θελα να 'μουνα εκεί
μια μέρα που έπεφτε βροχή
κι έλειπε το ένα σώμα απ' το άλλο
ξεγλιστρούσες από το σεντόνι
και κοιταζόσουν μόνη σ' έναν καθρέφτη
που δεν το 'χε ακόμα πει

Μπορώ ωστόσο να 'μαι εκεί
στην αμοντάριστη στιγμή
λίγο μετά από την αγάπη
ξανά θα ξεγλιστράς απ' το κενό σου
και δίπλα ο θάνατός σου θα λέει
φεύγω κι άντε πάλι απ' την αρχή

Ναι, θέλω αν θέλεις να 'μαι εκεί
στην τώρα φωτιστή σκηνή
λίγο μετά από την αγάπη
όταν με την ομορφιά σου μόνο
θα φτιάξεις νέο χρόνο
όλες τις μέρες που δεν ήμουνα εκεί


«Σβήσε το φως, είναι αργάΑργά για οτιδήποτε.»

March 11, 2014

ασυντέλεστος μέλλοντας

Δυο ώρες πριν την άφιξη ήταν ήδη στο αεροδρόμιο.
Η πτήση είχε καθυστέρηση. Έτσι κάνει πάντα κάνει το σύμπαν όταν καταλάβει την τρομερή σου ανυπομονησία για κάτι. Σα να σε περιπαίζει μοιάζει και μένεις εσύ να δαγκώνεις νύχια, να τραβάς μανίκια και να καρφώνεις με τα μάτια μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, λες και κουνούπι είναι ο άλλος και θα σου ξεφύγει. Όλοι όρμηξαν προς την έξοδο, αυτός ως συνήθως τελευταίος. Επίτηδες το έκανε ή απλώς δεν τον ένοιαζε αν θα την αγγίξει δύο λεπτά νωρίτερα; Δεν μάθαμε ποτέ. Εκείνο το φιλί κράτησε αιώνες. Όπως όλα αυτά που περιμένεις καιρό. Μια λάμψη μπορεί να 'ναι και να νομίσεις ότι κράτησε όσο ένα ξημέρωμα και ένα δειλινό μαζί. Δεν μπορείς να χορτάσεις κάτι όταν ο πόθος σου γι'αυτό είναι μεγαλύτερος κι από αυτόν του να αναπνέεις.

Τα πρωινά τους ήταν πιο ονειρικά κι από τα πιο καλομελετημένα όνειρα. Έμοιαζαν με αυτά τα πρωινά που έχεις συνδέσει την τέλεια ευτυχία. Εξωτικό νησί, απέραντη πράσινη ακτή, φοίνικες και κοκτέιλ. Το φως που ξεγλιστρούσε από τις γρίλιες ήταν το μοναδικό ξυπνητήρι τους. Αυτή άνοιγε πάντα πρώτη τα μάτια κι έμενε εκεί για κάμποση ώρα και του ψυθίριζε στο αυτί. Του έλεγε για τον έρωτά της με τα μάτια του, τα φρύδια του, τα χείλη του, το σκουλαρήκι του, τα δόντια του, το χαμόγελό του -αυτό το χαμόγελο ήταν που την φυλάκισε το δίχως άλλο - τις μουσικές του, τις σιωπές του, του έλεγε και του έλεγε ώσπου κάποτε ξυπνούσε κι αυτός. Το πρωινό του το πήγαινε πάντα στο κρεβάτι, φυσικός χυμός πορτοκάλι και κρουασανάκια με πάστα φουντουκιού 47% - πιο πολύ δεν βρήκε! Οι μέρες περνούσαν και τα μάτια τους έλαμπαν σαν αστρόπλοια. Οι λίμνες είχαν ανθίσει γι'αυτούς, οι κύκνοι άνοιγαν τα φτερά τους για να την κάνουν να χαμογελάσει κι αυτός να την ερωτευτεί λίγο παραπάνω. Περπάταγαν στην Friedrichstrasse δίπλα στο ποτάμι και στρώνονταν τα τραπέζια, με κόκκινα καρό τραπεζομάντηλα για να καθήσουνε. Την έπιανε σφιχτά από το χέρι "Σ'αγαπώ" της έλεγε "Σ'αγαπώ! Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;"

Τα πάρκα ήταν πιο πράσινα από ποτέ και ο ήλιος έλαμπε μόνο γι'αυτούς. Τρέχανε στους δρόμους αγκαλιασμένοι - είναι μεγάλοι οι δρόμοι αυτής της πόλης και πλατείς να περνάει ο έρωτας σαν ποτάμι - "Σε λατρεύω φως μου" του έλεγε, κοιτώντας τα εκθαμβωτικά του μάτια. Ξέρετε, υπάρχουν μάτια και μάτια. Μάτια που κοιτάς και προσπερνάς, μάτια που ξεχνάς ότι κάποτε τα κοίταξες, μάτια άδεια. Κι είναι και μερικά μάτια, μεγάλα, με κάτι μαύρες λαμπερές μπίλιες που σε καρφώνουν στην καρδιά. Μάτια που σε ακολουθούν παντού κι αξιώνουν σκέψεις όπως "εσύ θα μείνεις για πάντα εδώ" ή "σε περίμενα".

Το σώμα του είχε αλλάξει σχήμα, οι κινήσεις του δεν θύμιζαν τίποτα παλιό, θα έλεγε κανείς πως ήταν κάποιος άλλος ολότελα. Έμοιαζε να τον γνωρίζει από την αρχή κι αυτός εκείνην. Το κρεβάτι ήταν μικρό και γκρίνιαζε συχνά πως δεν κοιμάται καλά, αλλά ακόμα κι οι τοίχοι έβλεπαν πως χαιρόταν σα μικρό παιδί έτσι που ήτανε στριμωγμένοι κι αγάπη τους κάπου μπλεγμένη στα παπλώματα. Τα πρωινά έβγαινε στο παράθυρο, κοιτούσε τον πύργο, γελούσε και της τραγουδούσε τους πιο παράξενους σκοπούς. Τα απογεύματα βγαίνανε φωτογραφίες, τέσσερις κάθε φορά. Σε όλα τα αυτόματα μηχανήματα που έβρισκαν μπροστά τους, όπως έκανε εκείνος ο παράξενος κύριος που κυνηγούσε η Αμελί. Αυτούς όμως δεν κυνηγούσε κανένας πια, παρά μονάχα ο ήλιος. Κι από αυτόν δεν θέλανε να ξεφύγουν. Τα βράδια χορεύανε στα στενά πίσω από το Kreuzberg, "δεν μου αρέσουν αυτά τα μέρη" της έλεγε, "αγκάλιασέ με" του έλεγε εκείνη. Λουλούδια έπεφταν από τον ουρανό κι αυτός της έφτιαχνε κολιέ με πρασινάδες και άσπρα ανθάκια. "Ω, μάτια μου, γιατί δεν είναι όλοι οι άνθρωποι όσο χαρούμενοι είμαστε εμείς;" αναρωτιόταν και οι δύο φωναχτά. "Μη φεύγεις" του έλεγε ύστερα, "Μείνε λίγο ακόμα". Μα αυτή τη φορά δεν ήταν ένα απλό υπεραστικό, όπως τότε που αφήνανε τα λεωφορεία να φεύγουν κι αυτοί να παίρνανε πάντα το τελευταίο, ή αυτό της επόμενης μέρας, ή της παραεπόμενης, τι τους ένοιαζε; "Άσε τη μαμά σου να φωνάζει" του έλεγε. Πάντα το ήξερε άλλωστε πως μόλις την γνώριζε, θα την συμπαθούσε.

Δυο ώρες μετά την απογείωση έμεινε στο αεροδρόμιο.
Γυρνώντας αγόρασε μία γόμα και άρχισε να σβήνει. Αυτός δεν ήρθε ποτέ. Αυτή δεν έμεινε να περιμένει. Όλα μπήκαν σε χρόνο καινούριο. Σ' έναν χρόνο ανύπαρκτο. Ασυντέλεστο μέλλοντα τον ονόμασε.


March 6, 2014

πες μου

έλα να ξαπλώσεις λίγο δίπλα μου
μη φοβηθείς, δεν είμαι θυμωμένη
θέλω να κοιταχτούμε λίγο χωρίς να μιλάμε
κι ύστερα θέλω να σου κλείσω τα μάτια
θέλω να σου δώσω μια στιγμή  τα δικά μου
θέλω να δεις μια φορά όλα όσα βλέπω
μια αγάπη που άφησες ανυπεράσπιστη από το πρώτο λεπτό
παρατημένη σ'εκείνο το παγωμένο παγκάκι όπου γεννήθηκε
έναν έρωτα με τη γλώσσα έξω, εξαντλημένος να προσπαθεί να γίνει κανονικός
κάποια γεννέθλια που τα κεριά έσβησαν δυο φορές, όχι, όχι για τις φωτογραφίες
αλλά γιατί οι τούρτες ήταν δύο κι εσύ δεν ήξερες ποια ευχή να διαλέξεις
να δεις ξένα πόδια να ανοίγουν διάπλατα μπροστά σου
κι ένα κρεββάτι άδειο, να περιμένει εσένα
να δεις μηνύματά σου με άλλους παραλήπτες
να δεις να με προδίδεις ξανά και ξανά για μερικά βογκητά
ή για λίγη επιβεβαίωση (αυτήν που ποτέ δεν σου έδωσα εγώ)
να δεις ένα Πάσχα, ένα αντίο, ένα φθινόπωρο, άλλο αντίο
και έπειτα να δεις πως μ'αγάπησες τάχα και ξανά φοβήθηκες το βαρύ χειμώνα
να δεις ένα κόκκινο τηλέφωνο και κέρματα να πέφτουν άσκοπα μήπως απαντήσει
μα δεν απάντησε ποτέ, κάτι απόμακρες φωνές ακούστηκαν μονάχα, καμιά η δική σου
θέλω να δεις πόσο μακρυά σου είμαι πια
ούτε με το βλέμμα δεν μπορείς να με αγγίξεις
μα πιο πολύ θέλω να δεις ποιος ήταν αυτός που με έδιωξε
και να τον μουτζώσεις με όλο σου το είναι

σου τα δανείζω για λίγο τα μάτια μου μωρό μου
γιατί δεν θα μπορέσω αλλιώς να καταλάβω ποτέ
"πως τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε;"

February 13, 2014

τούρτα αμυγδάλου

Δεν περνάω καλά μαμά. Τα βράδια πονάει η κοιλιά μου φριχτά και κλαίω καμιά φορά. Δεν ξεχνάω να φάω όπως σου λέω μαμά, η αλήθεια είναι πως δεν έχω το κουράγιο ούτε νερό στην κατσαρόλα να βάλω. Μεγαλώνω μαμά το ξέρω, είναι περίεργο το ξέρω, αλλά όσο μεγαλώνω χρειάζομαι πιο πολύ κάποιον να με προσέχει. Και δεν έχω κανέναν το ξέρεις; Κοιτάω εκείνες τις φωτογραφίες καμιά φορά, τότε που ήμουν τόσο δα μικρούλα, ίσα με το ύψος μιας κούκλας. Τότε που τα μάτια μου ήταν τόσο φωτεινά που φώτιζαν όποιον με κοιτούσε. Τότε που σκαρφάλωνα στα δέντρα και στις σκεπές των σπιτιών προσπαθώντας να αγγίξω τον ουρανό. Τότε που τα γενέθλια μου ήταν μέρες χαράς, τότε που το να μεγαλώσεις φάνταζε τόσο μακρινό, τόσο άπιαστο και τόσο ανυπομονούσες να συμβεί. Τότε που χαιρόμουν που πέρναγαν τα χρόνια και μια μέρα θα έφευγα από το σπίτι μακρυά. Θα πήγαινα σε άλλη πόλη να σπουδάσω κι ύστερα σε άλλη χώρα. Θα έφευγα κανέναν δεν θα είχα ανάγκη. Πόσο γελασμένη ήμουν. Θυμάσαι μαμά; Τις τούρτες που μου παράγγελνες; Πάντα από το καλύτερο ζαχαροπλαστείο. Πάντα αμυγδάλου. Είχαν πάνω πάρκα ολόκληρα, λουλουδάκια και λιμνούλες με κάτι ολόλευκους κύκνους, τα θυμάμαι όλα μαμά. Τα πάρτυ μου, τα μπαλόνια μου, τα δώρα μου. Δεν θέλω άλλο να μεγαλώσω μαμά. Που είσαι; Μια αγκαλιά θέλω. Δεν θέλω πια αντρικά χέρια να με αγγίζουν, με πονάνε αυτά τα χέρια, θέλω μόνο να κρυφτώ κάτω από το μπλούζα σου, όπως τότε.

Είναι κάποια βράδια πολύ κρύα. Τα πόδια μου δεν τα νιώθω, δε νιώθω τίποτα. Άλλα πάλι ζεσταίνομαι, νιώθω το μέτωπό μου να καίει σα να έχω πυρετό. Βγάζω τα ρούχα μου, ανοίγω τα παράθυρα να μπει το μείον, προσπαθώ να ξεκολλήσω το δέρμα μου μήπως δροσιστώ. Έχω τόσο διάβασμα μαμά και δεν θέλω άλλο να διαβάσω. Δεν θέλω άλλο να μάθω τίποτα. Μήπως δεν έχω μάθει αρκετά ως τώρα; Ο κόσμος θα είναι πάντα άδικος. Άλλοι θα μένουν σε μεγάλα σπίτια, άλλοι θα μένουν σε παγκάκια. Οι άνθρωποι θα ερωτεύονται μαμά, θα κοιτιούνται στα μάτια, θα κάνουν σχέσεις που θα χαλάνε με ένα φύσημα του αέρα, που σήκωσε μια άλλη φούστα, πιο χρωματιστή. Θα δίνουν όρκους αγάπης, μα πάντα θα σταυρώνουν τα δάχτυλα πίσω από την πλάτη. Θα αγαπούν τη χώρα τους μαμά και θα μένουν εξόριστοι σε μια άλλη χώρα που τους δίνει ψωμί. Θα αγαπάνε ανθρώπους που τους μισούν επειδή δεν είναι ίδιοι μ' αυτούς. Θα μετατρέπουν τον ήλιο σε βροχή και δεν θα καταφέρνουν να ζήσουν μια όμορφη μέρα. Θα φωνάζουν ο ένας στον άλλον, όταν κελαηδούνε τα πουλιά, θα κλείνουν τ' αυτιά τους όταν τους ψυθιρίζουν τα κύματα. Θα τους δείχνεις το φεγγάρι κι αυτοί θα κοιτάνε το δάχτυλο, θα τους ανάβεις κεριά και θα φοβούνται μην καούν, θα τους λες σ' αγαπώ και θα τρέμουν μην πονέσουν. Θ' αγκαλιάζονται τα σώματα, μα από φόβο, ποτέ εντελώς γυμνά, και με την πρώτη ευκαιρία θα βγαίνουν τα μαχαίρια που ήταν κρυμμένα κάτω από τα σεντόνια. Μόνοι θα είναι πάντα οι άνθρωποι μαμά και θα κρύβουν τη μοναξιά τους χαιδεύοντας οθόνες και περιμένοντας να ανάψει το κόκκινο. Έτσι αγαπιούνται σήμερα οι άνθρωποι, δεν το ήξερες; Με κόκκινες ειδοποιήσεις. Δεν έχω μάθει λίγα μαμά. Πολλά έμαθα. Και δεν θέλω άλλο να μαθαίνω.

(και τέλειωσα με άριστα, αλλά δεν έχω ευχάριστα μαμά,
όλα στον κόσμο είναι γραμμένα.
πεινάω μαμά
φοβάμαι μαμά
γερνάω μαμά)

February 7, 2014

(μην σπρώχνεις άλλο, έπεσα)

νόμιζε είχε μάθει πια πως να πέφτει από τα σύννεφα
χωρίς να χτυπάει
δεν είχε όμως μάθει πως υπάρχουν άνθρωποι ειδικοί
στις εκπλήξεις, στις ασταμάτητες, στις ατελείωτες
ειδικοί
στην παντελή κατεδάφιση της όποιας εικόνας είχες χτίσει
γι'αυτούς

εκείνο το πρωί, τον σιχάθηκε ολόκληρον
τον ίδιο άνθρωπο, που λάτρεψε σαν Θεό
ήθελε να ξεράσει όλες τις στιγμές που πέρασε μαζί του
μία μία να τις βγάλει από μέσα της, να μείνει κενή
σιχάθηκε τον εαυτό της που από το στόμα της
είχαν βγει λόγια αγάπης γι' αυτόν
αηδίασε που ξάπλωνε στα σεντόνια του
που τα δάχτυλά του την άγγιζαν
έτρεξε στο μπάνιο, έγδαρε το δέρμα της
έβαλε το δάχτυλο, βαθιά στο λαρύγγι
άδικος κόπος
δεν ξερνιέται το παρελθόν


January 30, 2014

εν λευκώ *

Οι δρόμοι είναι άσπροι, όπως ακριβώς κι ο ουρανός.
Αν για λίγο παραζαλιστείς και κλείσεις τα μάτια,
όταν τα ανοίξεις δεν θα μπορέσεις να καταλάβεις
αν πατάς ή πετάς.
Η γραμμή του ορίζοντα έχει εξαφανιστεί,
όσο προσεχτικά και να κοιτάξεις, δεν είναι πια εκεί.
Τα δέντρα είναι άσπρα όπως και τα αυτοκίνητα.
Τα χέρια μου είναι άσπρα όπως και τα μάτια μου,
έχει χαθεί εκείνο το μπλε φως, που 'μοιαζε με ηλεκτρικό
η λάμψη εκείνη που ήταν όμοια με κινούμενες σπίθες.
Δεν υπάρχει ούτε φως, ούτε λάμψη, μόνο άσπρο
το ξεθωριασμένο άσπρο, ξέρεις.
Άσπρο όπως η καρδιά μου, έχεις δει ποτέ άσπρη καρδιά;
Εγώ πρώτη φορά βλέπω.
Την παίρνω στα χέρια μου και την κοιτάω προσεκτικά
ψάχνω να βρω μήπως υπάρχει κάπου λίγο κόκκινο
έστω ροζ, μα πουθενά, μόνο κάτι γκρι γρατζουνιές διακρίνω.
Άσπρα είναι και τα βράδια μου
ίδια κι απαράλλαχτα με τα πρωινά - δεν μπορώ πια να τα ξεχωρίσω.
Άσπρες οι μνήμες, τα παρόντα και τα μέλλοντα
άσπρες οι απουσίες, οι παρουσίες άσπρες - με τάση προς το διάφανο
σαν μια ακαθόριστη, ανόητη ισορροπία.
Και τώρα, το χαρτί που γράφω άσπρο κι αυτό
όπως και τα γράμματα που σχηματίζονται πάνω του.
Άσπρα τα ακροδάχτυλά μου, τα νύχια μου, οι βλεφαρίδες.
Ακόμα κι εκείνο το σημάδι στο κόκκαλο της λεκάνης
ήταν βαθύ βυσσινί κάποτε, θυμάσαι;
Άσπρες οι κλήσεις εσωτερικού κι εξωτερικού
μαθαίνω έχετε ήλιο εκεί
μα γιατί δεν έχουν καταφέρει να μεταφέρουν τον ήλιο με καλώδια;
Θα ερχόταν έστω λίγο κίτρινο
ας είναι.
Ξέρω πια όλες τις συνεπαγωγές του κόσμου.
Ποτέ δεν μου άρεσαν τα μαθηματικά, αλλά
αλλά μετά το ίσον με βελάκι πάντα ήξερα τι θα μπει.
Η παρουσία του άσπρου
συνεπάγεται την απουσία του μαύρου
κι είναι αλήθεια δεν μου λείπουν τα σκοτάδια
όσο κι αν τα αγάπησα
Μα όμως τι γίνεται με τα χρώματα;
Ποιός μου τα έκλεψε και
ποιος θα μου τα φέρει πίσω;


“How happy is the blameless vestal’s lot!
The world forgetting, by the world forgot.
Eternal sunshine of the spotless mind!
Each pray’r accepted, and each wish resign’d”
Alexander Pope, Eloisa to Abelard
*

January 19, 2014

ωφελιμιστικός φιλελευθερισμός

-Για πάντα; φώναξε
-Για πάντα ψυθίρισε
-Μόνο εμένα;
-Μόνο εσένα!
-Θα πεθάνω αν σταματήσεις να μ'αγαπάς.
-Η ζωή θα αρχίζει και θα τελειώνει μαζί σου.
-Θα σε σκοτώσω αν μ'αφήσεις.
-Ναι με σκοτώσεις, ναι!

**

Μα αυτή δεν ήταν η αιτία που έγινε κουκίδα στο μυαλό του από την πρώτη φορά που την συνάντησε; Κουκίδι που όσο περνούσε ο καιρός μεγάλωνε. Που έγινε μόνιμη σκέψη του και σημάδι στο δέρμα του; Επειδή έλεγε με έναν συγκεκριμένο τρόπο το γεια και κουνούσε πάντα τα χέρια της όταν μιλούσε. Επειδή στριφογυρνούσε μια μπούκλα με το αριστερό της χέρι όταν αγχωνότανε. Επειδή ήταν όμορφη και είχε όποιον ήθελε. Επειδή είχε όποιον ήθελε, αλλά δεν είχε κανέναν. Επειδή ήξερε πολλά και ταυτοχρόνως τίποτα. Επειδή τον έκανε να την σκέφτεται, όχι για το μεγάλο στήθος, ούτε για τα σαρκώδη χείλη. Αλλά επειδή του μάθαινε καινούριες νότες και τον κόσμο από την αρχή. Επειδή του μάθαινε να περπατάει στα σκοτάδια και να μην χάνεται. Να ξεχνάει ό,τι είχε ζήσει πριν από αυτήν. Επειδή του φώτιζε τον κόσμο. Μα αυτός δεν ήταν ο λόγος που έτρεμαν τα χέρια του πριν συναντηθούν; Αυτός δεν ήταν ο λόγος που τα μάγουλά του έπαιρναν αυτό το περίεργο ροζ χρώμα και έσφιγγε τα χείλη του σφιχτά; Επειδή ήταν έτσι κι όχι αλλιώς. Επειδή είχε λίγο παρελθόν κι αμέτρητο μέλλον. Επειδή συχαινόταν τα μέτρια και επειδή ήξερε να αγαπάει. Επειδή δινότανε ολόκληρη, χωρίς να τη νοιάζει μήπως και τελειώσει. Επειδή είχε περίεργη προφορά και έλεγε μακρόσυρτα το σίγμα. Επειδή οι αγκαλιές της ήταν σφιχτές και τα φιλιά της είχαν μια γεύση απροσδιόριστη. Επειδή οι φούστες της ήταν πολύ πιο πάνω από το γόνατο κι επειδή ήταν ανοιχτό βιβλίο, σε μια γλώσσα που όμως κανείς δεν καταλάβαινε. Επειδή ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο, να γνωρίσει ανθρώπους, να πηγαίνει σε μέρη άγνωστα, τα βράδια να μην καταλήγουν όπως των άλλων. Επειδή ήθελε και ήθελε και ήθελε. Επειδή ήταν ό,τι δεν ήταν αυτός.

Κι αυτός... Σκέτη καταστροφή να τους έβαζες να παίξουν στο ίδιο σανίδι. Αυτός σαν δίσκος βυνιλίου, που είχε κολλήσει στο ίδιο τραγούδι. Μαγκωμένος στις ίδιες μονοτονικές κινήσεις. Να ξυπνήσει το πρωί. Να ανοίξει τον υπολογιστή. Να βάλει τον αγαπημένο του σταθμό. Να φτιάξει τη χωρίστρα από την ίδια πάντα μεριά. Να βάλει γαλλικό κι ύστερα να κάτσει στην καρέκλα, κάνοντας με την καρέκλα μια στροφή. Να ανοίξει με αριθμητική ακρίβεια το σάιτ με τα αθλητικά, τα μουσικά νέα (για ανακάλυψη καινούριων τραγουδιών - ίσως είχε αρχίσει να βαριέται κι ο ίδιος τον εαυτό του τελευταία), με σειρά όλα τα κοινωνικά δύκτια. Κατά τις 3 ο καθιερωμένος μεσηριανός καφές, στην ίδια καθιερωμένη καφετέρια, με την ίδια καθιερωμένη παρέα.

-Να μην πας στο Παρίσι! Δεν θέλω να πας!
-Να μην πίνεις πολύ. Δεν μου αρέσεις όταν πίνεις.
-Ποιος είναι αυτός;
-Γιατί θες να είσαι ωραία; Ωραία θα είσαι μόνο για μένα.
-Θέλω να κοιμηθώ μόνος μου.
-Κουράστηκα, δεν θέλω άλλο.

Την αγαπούσε έλεγε. Δεν ήξερε πια τι αγαπούσε. Την ήθελε απλά δικιά του. Μόνο δικιά του. Μόνο μαζί του, μόνο δίπλα του. Να την ελέγχει, να την καθορίζει. Την ήθελε άβουλη σαν πλαστελίνη, να παίρνει το σχήμα που αυτός της έδινε. Κι όταν έβλεπε να την χάνει τρελαινότανε. Την καταδίωκε, την κατηγορούσε για ανεπαρκή συναισθήματα, για απιστίες, για επιπολαιότητες. Καυγαζίζανε σα μανιακοί. Μα αυτό Θεέ μου, δεν ήταν σχέση. Ήταν σκέτη σας λέω καταστροφή. Ήταν ο κατακλυσμός ο ίδιος. Μα και στην κιβωτό να είχαν προλάβει να ανέβουν, θα τρώγονταν σίγουρα μεταξύ τους. Μάλωναν και ξαναμάλωναν και πια δεν ήξερε ούτε κι αυτή γιατί μάλωναν. Το μόνο θυμότανε στο τέλος ήταν οι φωνές να της τρυπούν τ' αυτιά, ο πόνος στους κροτάφους και τα χέρια του να την πνίγουν.

Ύστερα ήρθαν βράδια καινούρια. Που όμως έμοιαζαν με εκείνα τα παλιά. Άρχισε μετά να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά, κάτω από εκείνο το κιτρινόασπρο φως της χαρτονένιας λάμπας. Ζούσε περίεργες νύχτες σ' εκείνο το δωμάτιο. Παράξενες πως να σας πω. Γεμάτες μάτια, χέρια, τσιγάρα, φώτα, σκοτάδια και θλίψεις. Χιλιομετρικά σ'αγαπώ. Χιλιομετρικά σε μισώ. Σιωπές απέραντες. Αντίο σε όλες τις γλώσσες.

(-Σ'αγαπώ! -Που; -Τι εννοείς; -Που είναι αυτή η αγάπη για την οποία μου μιλάς; Πες μου! Την ακούω, μα δεν μπορώ να τη δω, να την πιάσω, να την αγγίξω, να τη νιώσω. Που είναι αυτή η αγάπη; Πες μου.)

**

-Για πάντα; φώναξε
-Για πάντα ψυθίρισε
-Μόνο εμένα;
-Μόνο εσένα!
-Θα πεθάνω αν σταματήσεις να μ'αγαπάς.
-Η ζωή θα αρχίζει και θα τελειώνει μαζί σου.
-Θα σε σκοτώσω αν μ'αφήσεις.
-Ναι με σκοτώσεις, ναι!

**

( Μάτια μου.. Μια απορία μόνο. Γιατί μου έλεγες ψέματα;
Έφυγα και δεν με σκότωσες. Χωρίσαμε κι όμως κι οι δυο μας ζούμε. )