November 28, 2013

πόλεις και πολιτείες

ζω ξανά σε μια πόλη μεγάλη, άγνωστη μέσα σε αγνώστους
μια πόλη που σε αφήνει να αναπνεύσεις
που δεν έχεις μάτια καρφωμένα πάνω σου
που δεν ανοίγουν στόματα παρά μόνο όταν έχουν κάτι να πουν
μια πόλη που τα Χριστούγεννα, θυμίζει Χριστούγεννα
που έχει φωτάκια και λαμπάκια και τραγούδια παντού
που τα δέντρα το φθινόπωρο είναι κίτρινα και κόκκινα
που οι δρόμοι είναι απέραντοι και έχει μέρη πολλά να κρυφτείς
που έχει λίμνες και ποτάμια και βαρκούλες και πάπιες
που ο χειμώνας θυμίζει χειμώνα, κασκόλ και σκουφιά
που παίρνεις τα χιονοπέδιλα και πας για πατινάζ
που έχει κάθε βράδυ 20 διαφορετικές μουσικές σκηνές
και εκατοντάδες διαφορετικά καφέ μιας άλλης εποχής
με τοίχους χρυσούς και καναπέδες από βελούδο
με ζεστό κρασί, καραμελωμένα μήλα και κέικ καρότου

ζεις σε μια πόλη μικρή που σου προσφέρει 3 διαφορετικά καφέ
που περιμένεις τα θέατρα να έρθουν σε σένα αντί εσύ να πας στα θέατρα
που περιμένεις πότε θα έρθουν αυτοί που αγαπάς να κάνουν ένα λάιβ
βλέπεις άτομα που γνωρίζεις από τότε που γεννήθηκες
έχεις μια γλοιώδη οικογενειακή θαλπωρή
ζεστό φαγητό της μαμάς, το λογαριασμό σου γεμάτο
ή χειρότερα, σερβιτόρα σε συνοικιακό καφέ για την κάλυψη των εξόδων του μήνα
κάνεις κανένα ταξίδι που και που, διαβάζεις και κανένα βιβλίο γιατί έτσι επιβάλλεται
είσαι τάχα εντάξει μ' αυτό που ζεις
γιατί άλλωστε είναι δύσκολο να παραδεχτείς ότι παίζεις σε μια λάθος ζωή
δύσκολο να παραδεχτείς ότι δε ζεις, παρά κρυφοκοιτάς ζωές άλλων
δύσκολο να παραδεχτείς ότι θα 'θελες, αλλά δεν έχεις, αλλά μόνο τότε
όταν δε φοβηθείς να κοιτάξεις κάτω, θα δεις ότι είσαι στον πάτο
όταν δε φοβηθείς να κοιτάξεις πάνω, θα δεις ότι πνίγεσαι
όταν δε φοβηθείς να κοιτάξεις γύρω, θα δεις ότι είσαι σε κλουβί κι ούτε καν χρυσό

γι' αυτό σας λέω
να φεύγετε άνθρωποι, να φεύγετε, να μη φοβάστε
σας πατάνε άνθρωποι κι εσείς κοιτάτε μην σκονιστήκατε
δε φτιαχτήκαμε για τα μικρά, πότε θα το καταλάβετε
δε σπουδάσαμε για 200 ευρώ το τετράωρο σίγουρα
φτιαχτήκαμε για να βρούμε τόπους που μας χωράνε
τόπους που μας αγαπάνε και όχι μόνο τους αγαπάμε
να φεύγετε άνθρωποι, να μη φοβάστε
ξέρετε μια βαλίτσα είναι
μια βαλίτσα και δυο τρία κλικ
να φεύγετε άνθρωποι, να μη φοβάστε
κι αν το φευγιό σας προκαλέσει ναυτία
τότε μόνο να βγάλετε εισητήριο επιστροφής
κι αν με ρωτούσες, τώρα, όχι
όχι, θα σου έλεγα αγάπη μου
συγγνώμη, αλλά δε θα ξαναγύριζα
το πίσω είναι θάνατος
κι εγώ ψάχνω για ζωή

November 10, 2013

πρωϊνού Κυριακής

- Όλα στο μυαλό είναι. 
- Ή και όχι.
- Όλα ένας διακόπτης που φοβάσαι να κατεβάσεις είναι. 
- Ή και όχι. 
- Όλα ένα τυχαίο γεγονός είναι. 
- Ή και όχι. 
- Όλα μια σύμπτωση είναι.
- Ή και όχι.

Όμως όλα από ένα αδιάφορο πρωινό ξεκινούν.
Ένα αδιάφορο πρωινό που δεν είναι σαν τ' άλλα. Ξαφνικά νιώθεις να ακούς μουσική από πικ-απ. Σιγομουρμουρίζεις τραδούδια που σου θυμίζουν κάτι παλιό και ξέγνοιαστο. Ένα παιδί που έχεις ξεχάσει. Χαμογελάς ανεπαίσθητα. Ορμάς στις σκάλες, τα μάτια σου λάμπουν. Ξαφνικά το περπάτημά σου γίνεται αργό. Δεν τρέχεις να προλάβεις. Κοιτάς τον ουρανό, τα πεσμένα φύλλα, γύρω σου. Ξαφνικά προσέχεις λεπτομέρειες που δεν είχες δει, όμως πάντα ήταν εκεί. Οι άνθρωποι είναι όμορφοι. Η μελωδία από το ακορντεόν ακούγεται διαφορετική. Ξαφνικά βρίσκεται ένα νόμισμα στο πορτοφόλι σου. Μόλις γίνατε δύο αυτοί που χαμογελάτε. Κάτι χτυπάει δυνατά κάτω από το παλτό σου. Η έκπληξη είναι. Έχεις αυτά γουρλωμένα μάτια που έχουν τα παιδιά όταν κοιτάνε τα ευρήματά σου. Κόσμος είναι αυτό που φτιάχνεις εσύ. Από τα ανθοπωλεία βγαίνει ένα μυστήριο άρωμα. Μένεις για λίγο να κοιτάς τον κύριο με το πράσινο πανοφώρι να ρίχνει σταγόνες νερού στα χρυσάνθεμα. Βλέπεις χρώματα και λαμπάκια παντού. Ξαφνικά η πρωινή βροχή δεν σε ενοχλεί. Αναπνέεις βαθιά. Εκτιμάς το ατέλειωτο οξυγόνο. Λατρεύεις το κρύο που ακουμπά το μάγουλά σου. Ξαφνικά σ' αρέσει ακόμα κι ο χειμώνας. Τι αξία θα είχαν άλλωστε τα καλοκαίρια, χωρίς του χειμώνες, επαναλαμβάνεις. Αρχίζεις να κουνάς ρυθικά το κεφάλι σου και να μην ακουμπάς στη γη. Ξαφνικά οι καθρέφτες ξεθολώνουν και βλέπεις καθαρά. Αυτό που βλέπεις είναι όμορφο. Ξαφνικά ερωτεύεσαι. Τη ζωή. Κι εσένα. Γιατί το ξέρεις πια, από τον έρωτα δεν μπορείς να ξεφύγεις. Μα δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς, ο έρωτας, είναι δύναμη κινητήριος. Κι αν δεν είσαι φίλε μου, ερωτευμένος με αυτό που βέπεις στον καθρέφτη κάθε πρωί, δεν πας πουθενά.

Κλείνεις το μάτι συνομωτικά στο σύμπαν.
Η συμφωνία σας έκλεισε.

November 3, 2013

καβαφικές ενστάσεις

Ανοίγει τα μάτια κάθε πρωί στις 9:00 π.μ.
Επιβαρύνει λίγο ακόμα την κύστη της
προσπαθώντας να αποφύγει όσο μπορεί την πραγματικότητα.

Σηκώνεται κάθε πρωί στις 9:35. Τρέχει στην τουαλέτα, βάζει νερό στο βραστήρα και γάλα στην κούπα. Στις 10:01 τα δάχτυλα της καίγονται. Νιώθει περήφανη που κατάφερε να φτάσουν όλα σώα στο γραφείο. Για δευτερόλεπτα κοιτάει πίσω, από τον δεξί της ώμο. Σκέφτεται να επιστρέψει στο κρεβάτι, είναι ακόμα ζεστό. Πάλι νομίζει πως κάποιος είναι εκεί και την περιμένει.

Ανοίγει τον υπολογιστή. Οι δελιδοδείκτες της έχουν αλλάξει. Ααθάριστο εγχώριο προιόν,
κατά κεφαλήν εισόδημα, κομισιόν, ευρωπαϊκοί συνταγματικοί νόμοι. Ο χρόνος την κυνηγά.

Το φανάρι το περνάει πάντα με κόκκινο. Είναι ίσως με το μοναδικό πράγμα που αρνείται να συμβιβαστεί. Ή να υπακούσει. Μπαίνει πάντα στο πρότευλευταίο βαγόνι. Ανοίγει το βιβλίο της στη σελίδα -ποτέ δεν θυμάται τη σελίδα. Μόνο πως πρέπει να το συνεχίσει, χωρίς μια φορά να έχει σκεφτεί το γιατί. Αρχίζει να νιώθει μια έντονη αγωνία για το αν πήρε τη σωστή κατεύθυνση. Τόση αγωνία, που ακόμα να προσέξει τη διαδρομή.

Στο μετρό το μπουφάν μεταφέρεται εναλάξ από το δεξί στο αριστερό χέρι. Ενα ξανθό αγόρι με κόκκινο πουλόβερ, καφέ μποτάκια, λαδί μπουφάν κοιτά έξω από το παράθυρο ή διαβάζει ένα βιβλίο αρχαίων ελληνικών. Η μελωδία από το ακορνεόν είναι ήδη στ' αυτιά της πρέπει να κατέβει. Άργησε. Πάλι.

Στις 5 κιόλας σκοτάδι. Σε λίγο θα αρχίσει να χιονίζει. Η τσάντα της έχει αρχίσει να βαραίνει τελευταία. Δεν ξέρει για πόσο ακόμα θα αντέξει το λουρί. Μετρό, μετρό, τρένο. Κουδούνισμα κλειδιών. Τρίξιμο από σκουριασμένο σίδερο. Γραμματοκιβώτιο χρώματος κίτρινου. Το γράμμα του ακόμα να έρθει.

Ασανσέρ, κάλτσες στο πάτωμα, σουτιέν στο φωτιστικό. Μπάνιο. Το αγαπημένο κομμάτι της μέρας της αρχίζει. Ανοίγει το καυτό νερό. Το αφήνει να τρέξει πάνω της για δευτερόλεπτα. Τα δευτερόλεπτα γίνονται λεπτά. Αρχίζει να καίγεται. Το δέρμα της αντιδρά, μα αυτή όχι. Απολαμβάνει την πολυτέλεια
του να μην σκέφτεται απολύτως τίποτα. Το αγαπημένο κομμάτι της μέρας της τελειώνει.

Ακαθάριστο εγχώριο προιόν, κατά κεφαλήν εισόδημα, κομισιόν, ευρωπαικοί συνταγματικοί νόμοι.

Ώρα 9:00 π.μ.
Ώρα να ανοίξει τα μάτια.
(αυστηρώς ενίσταται ο Καβάφης και γράφει:)