July 28, 2013

παγωτό ξυλάκι

Aυτό που δεν αντέχω στα καλοκαίρια είναι τα παιδιά.

Oι απογευματινές θορυβώδεις συναθροίσεις τους
O τρόπος που κλωτσάνε την μπάλα
H αθωότητα με την οποία γλύφουν το παγωτό
Τα γεμάτα σοκολάτα μάγουλά τους
H λαιμαργία με την οποία τρώνε το καρπούζι
Τα αναίτια γέλια τους
Οι φωνές τους
Τα χέρια τους που κολλάνε ροδάκινο
Τα βρώμικα ρούχα τους
Τα μαύρα ξυπόλυτα πόδια τους
Τα χωρίς μαγιώ μπάνια τους
Τα κυλίσματά τους στην άμμο
Τα πυργάκια τους και τα κουβαδάκια τους
Η ανεμελιά και το άδειο κεφάλι τους
Οι κατασκηνώσεις τους
Τα κολλημένα στο στόμα τους χαμόγελα
Τα πρωινά ξυπνήματά τους
Τα μάτια τους
Τα αθώα μάτια τους
Ο ήλιος στο βλέμμα τους
Η θάλασσα μέσα τους
Το τίποτά τους, τα πάντα τους.

(Αυτό που δεν αντέχω στα καλοκαίρια, είναι ότι δεν είμαι πια παιδί.)

July 17, 2013

Βόλτες στο ψυγείο.

Τα βιβλία μου ποτέ δεν τα πρόσεχα. Δεν ήταν ότι δεν τα αγαπούσα, το αντίθετο μάλιστα. Αυτό όμως, δεν αλλάζει το γεγονός πως ήταν ένα χάος. Ενδόμυχα βέβαια, ίσως να ήξερα το γιατί. Ασυνείδητα μπορεί αυτή να ήταν η αιτία που τα παίδευα. Για να μου μοιάζουν.

Πάντα ταλαιπωρημένα και κουρασμένα. Γεμάτα λεκέδες. Αίμα, φυσικός χυμός πορτοκάλι (για την αναπλήρωση αυτού), στάχτες, κάπου ίσως, ακόμα και καψίματα. Καφές στα πανεπιστημιακά, (απαραίτητος αν και τον συχαινόμουν, ύστερα ανακάλυψα τα ενεργειακά ποτά και βρήκα την υγειά μου), πολλών λογιών φρούτα και τσαλακώματα. Καρπούζι, πεπόνι, αχλάδι, φράουλες, κεράσια, μάνγκο, ακτινίδια, ανανά, γάλα με νέσκουικ. Παρόλαυτα τα βιβλία μου έχουν γεύση αλμυρή. Από τις αλατισμένες σταγόνες, άλλοτε της θάλασσας, άλλοτε απ' αυτές που ξέφευγαν άθελα, από τα μάτια μου. Τα βιβλία, μου έδιναν την ψευδαίσθηση ότι δεν είμαι μόνη. Με τα βιβλία μου γινόμουν ένα. Κοιμόμουν μαζί τους, ξυπνούσα μαζί τους, τα έπαιρνα αγκαλιά, τους χάριζα το άρωμά μου, μου χάριζαν το δικό τους, σχεδόν δεν μας ξεχώριζες. Οι απαλές υπογραμμίσεις με μολύβι, δεν ήταν κάτι που μου άρεσε, αλλά ήταν αναπόφευκτο. Όταν δεν ήταν εύκαιρο, ακόμα και με στυλό. Βιβλίο που δεν υπογραμμίζεται, υποστήριζα και υποστηρίζω, είναι σαν να μην το διάβασες ποτέ. Και μουτζούρες. Πολλές μουτζούρες, σημειώσεις και ερωτήσεις που, το ήξερα καλά, δεν θα έπαιρναν ποτέ απάντηση.

Τις νύχτες, τα καλοκαίρια, πάντα ταξιδεύω. Θα 'ναι δε θα 'ναι 30 μέτρα απόσταση. Από την πίσω αυλή, στο ψυγείο και τούμπαλιν. Γεμίζω το μπλε μπωλάκι μου με φρούτα και ξαναγυρνάω σκεπασμένη με το σεντόνι μου, να δω αν αποφάσισε επιτέλους η Σοφία να παίξει σωστά την Μπλανς, αν η Ρόντα σταματήσει να χτίζει τη ζωή της με βάση το φόβο, αν οι "τρεις άδειες καρέκλες" βρουν ποτέ κάποιον να ξεκουράσουν, αν θα σταματήσω να δακρύζω με τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, που έκλεψα προχθές από τη βιβλιοθήκη σου, ή αν οι ιστορίες του Μπρεχτ βρουν κάποτε νόημα στο μυαλό μου. Τις νύχτες, τα καλοκαίρια, ταξιδεύω. Μπορείς να το ονομάσεις βόλτες ως το ψυγείο. Εγώ θα σου πω ότι γυρνάω τον κόσμο ολάκερο.

* δεν υφίσταται καλοκαίρι, δίχως βιβλίο *

July 2, 2013

Αξιώματα.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Τα απογεύματα οι σκιές θα μεγαλώνουν κι εμείς δεν θα έχουμε πουθενά να κρυφτούμε.
Θα παραγγέλνουμε  καφέ γλυκό, μα πάντα θα πικρίζει στη γλώσσα.
Ο ήλιος θα δύει, ο ήλιος θα ανατέλλει.
Κυβερνήσεις θα πέφτουν , κυβερνήσεις θα ανεβαίνουν.
Ο καναπές θα έχει γίνει δέρμα μας και η οθόνη μάτια μας.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Τα κεριά θα σβήνουν κι οι ευχές θα μένουν απραγματοποίητες.
Θα είμαστε κακοί μ' αυτούς που δεν το αξίζουν, γιατί μόνο αυτοί θα είναι εκεί για εμάς.
Θα θέλουμε να ουρλιάξουμε, μα θα ακούει το μαξιλάρι τα πνιχτά δάκρυά μας.
Θα αδικούμε άλλους, επειδή άλλοι υπήρξαν άδικοι με εμάς.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Οι δεύτερες ευκαιρίες θα είναι πάντα χαμένες.
Οι τρίτες και οι τέταρτες, παρωδίες.
Το σεξ με αγνώστους θα είναι πάντα υποκατάστατο.
Θα ακουμπάμε τα κορμιά μας και μετά θα τα γδέρνουμε για λίγη κάθαρση.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Τα τηλέφωνα θα χτυπούν πάντα μετά τις 12:00.
Τα μηνύματα θα είναι μεθυσμένα.
Θα μου τραγουδάς στους δρόμους, μα θα 'ναι από απελπισία.
Θα σου λέω σ'αγαπώ και θα μου λες πηδάω άλλη.
Θα κλαίω στον ώμο σου, μα δίχως χέρια να με αγκαλιάζουν.
Θα με διώχνεις και θα επιστρέφω.
Θα φεύγω και θα με κυνηγάς.
Θα με ρωτάς αν σ'αγαπάω και δεν θα απαντώ.
Θα μου λες σ'αγαπάω, μα θα ματώνουν τα χείλη σου.
Θα μου λες δε φεύγω, μα θα είναι από φόβο μην με αγγίξει άλλος.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Ο κόσμος δεν είναι όμορφος.
Τα πρωινά με δυο ζευγάρια λαμπερά μάτια, ουτοπία.
Η οικογενειακή θαλπωρή θα μας πνίγει.
Τα καλοκαίρια θα καλύπτουμε τη θλίψη μας με άμμο.
Κάθε Σεπτέμβρη θα φυσάει δυνατά.
Θα μένουμε γυμνοί και θα διαλύονται τα κάστρα μας.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Ποιός ουρανός;
Ποιά θάλασσα;
Ποιό φεγγάρι;
Ποιά αγάπη;

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Δεν θα νικήσουμε.
Φοβάμαι πως δεν θα φτάσουμε καν στο τέλος.



μα δεν είμαστε κι ώσπου να γίνουμε, αν θες,
αφαίρεσε τη νύχτα απ᾿ τα μάτια σου –

πως να παλέψω μόνος με τους δυό σας;