June 25, 2013

κουφόβραση.

τα καλοκαίρια η ζωή της πόλης μεταφέρεται στα μπαλκόνια
το κλάμα των μωρών, τα γέλια των ερωτευμένων, το γάβγισμα των σκύλων
τα καλοκαίρια νιώθω να πεθαίνω λίγο λίγο
καταπίνοντας μασημένα κουκούτσια από το παγωμένο καρπούζι 
τα καλοκαίρια και τα ηλιοβασιλέματα έχουν κάτι αποκρουστικό
η θάλασσα, η άμμος, ο ήλιος
 δες τα για λίγο αλλιώς και θα τρομάξεις κι εσύ, θα δεις
αυτό το πεθαμένο πορτοκαλί και ο επαναλαμβανόμενος ήχος από τα τζιτζίκια
τα καλοκαίρια δεν πέφτουν από τον ουρανό αστέρια
και κανένας δε χρειάζεται τις αγκαλιές για να ζεσταθεί
τα καλοκαίρια οι άνθρωποι απομακρύνονται από το πραγματικό
κι οι σχέσεις που συνάπτουν περιορίζονται σε φτηνούς διαλόγους
λίγο άρωμα καρύδας, γκλίτερ στο μαυρισμένο δέρμα και μερικά σφηνάκια
αξέχαστα μεθύσια και βραδιές με πολύ σεξ
σεξ, πολύ σεξ τα καλοκαίρια
ακόμα κι αυτά τα ερωτευμένα ζευγαράκια, πιασμένα χέρι χέρι
σα να μεταλλάσσονται κι αυτά, δες, σα να φεύγει λίγος έρωτας από εκείνη τη φωτογραφία
στον μύλο της Πάρου ή στην ξασπρισμένη βάρκα σ' εκείνη τη μακρινή παραλία της Ικαρίας
ναι, πάντα το έβλεπα
ο έρωτας δεν ταιριάζει στα καλοκαίρια
μόνο στο φεγγάρι, στο φεγγάρι μπορείς ίσως να βρεις λίγη παρηγοριά
στο ολόγιομο καλοκαιρινό φεγγάρι και στα θερινά σινεμά
εκεί ίσως, μπορεί και ενδεχομένως να ξεπέσει φευγαλέα καμιά αληθινή ματιά

χωρίς να ξέρω πως
βρεθήκαμε πάλι να πηγαίνουμε βόλτα τον σκύλο μαζί, σιωπηλοί όπως πάντα
κανείς δεν θέλει να είναι εδώ, μα δεν καταλαβαίνω γιατί κανείς δε φεύγει
δεν ταιριάζουμε σου είπα τις προάλλες
οι γλώσσες μας ταιριάζουν είπες και με φίλησες

τελευταία, τα βράδια, γύρω στη μία θα είναι
αφού πιω το χυμό μου -βύσσινο πάντα-
πέφτω από το μπαλκόνι
αναρωτιέμαι
σε πόσους ορόφους θα φτάσω επιτέλους στη γη;


Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του. 

Μανόλης Αναγνωστάκης






* κάπνισαν το τελευταίο τους τσιγάρο
 κι ευχαρίστησαν ο ένας τον άλλον που αγαπήθηκαν. 
έστω και για λίγο. *