April 30, 2013

δευτερόλεπτα / αιώνες.

Αστράκια και καρδούλες και ταξίδια συμπαντικά. Ταχυπαλμίες και σφίξιμο στην καρδιά. Καράβια και τρένα. Λεωφορεία και αεροπλάνα. Πρόσωπα άγνωστα, διάλογοι παράξενοι, βλέμματα ντροπαλά, χαμόγελα φευγαλέα. Βόλτες στον ήλιο, συνειρμοί ευτυχίας, κοιλόπονος γέλιων. Ξενύχτια και βρώμικο. Ταχύτητα και άγνωστο.

Μοχίτο και ντάκιρι. Βότκες λεμόνι. Φιλιά εξωτικά, μουσικές εκωφαντικές, σεξ δίχως πρέπει. Ξενοδοχεία και αυτοκίνητα. Μάλλον ναι και μάλλον όχι. Ζακέτες που ξέχασες, αγκαλιές που βρήκες. Προσδοκίες που είχες, εκπλήξεις που συνάντησες.

Θάλασσες με διαφορετικό γαλάζιο. Ήλιος με άλλο κίτρινο. Δρόμοι που βγάζουν εκεί. Αδιέξοδα που δε συναντάς. Υπερβολές που αγαπάς. Παντελόνια πολύχρωμα. Φουλάρια που ανεμίζουν. Πουά και φλοράλ. Ρετρό και βίντατζ. Τραγούδια που ερωτεύεσαι. Άγνωστο που δε φοβάσαι. Νόημα που βρίσκεις.

H ζωή, που τόσο καιρό καταδίκασες τον εαυτό σου να μην ζει, μηρυκάζοντας το παρελθόν.

"Μια μέρα έτσι απλά, σιγά, σιγά αρχίζεις κι αναπνέεις
Άσε με εδώ, μ'αρέσει από το βυθό να βλέπω να επιπλέεις.!"

April 22, 2013

Εκτός εποχής.

Να την πας  για καφέ δίπλα στο λιμάνι.
Εσύ να πάρεις σοκολάτα, αυτή τσάι.
Να την κοιτάς και να κοκκινίζεις, σα μικρό παιδί.
Να θέλεις να τη φιλήσεις, αλλά να μην μπορείς.
Να τη ρωτάς γιατί το κάνει αυτό.
Να κάνει ότι δεν καταλαβαίνει τι εννοείς.
Να περπατήσετε δίπλα στη θάλασσα.
Να καθήσετε στο πιο μακρινό παγκάκι.
Να ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο σου.
Να χαϊδέψεις απαλά τα μαλλιά της.
Να σηκωθείτε, να σε πάρει αγκαλιά, να βάλετε τα πρόσωπά σας σε απόσταση αναπνοής.
Να γυρίσεις το κεφάλι σου σε άλλη μεριά.
Να χαμογελάσει αμήχανα.
Να πάρετε το δρόμο του γυρισμού.
Να μην μιλάτε στη διαδρομή.
Να έρθει η ώρα να χωριστείτε.
Να στρίψεις αριστερά, λέγοντας "γεια".
Να σταθεί και να πει "μα..".
Να την αρπάξεις. Να τη φιλήσεις.
Να είναι το πρώτο σας αληθινό.
Να της κοπούν τα πόδια.
Να μην ξέρει τι να πει.
Να πάτε κάπου χωρίς φως, σα να είστε ακόμα λύκειο.
Να φιληθείτε, σα να παραμονεύει κάποιος απροσδιόριστος φόβος πως δε θα ξαναβρεθείτε.
Με πάθος. Και στοργή. Να την αγκαλιάσεις σφιχτά.
Να την πας σπίτι σου.
Να της πεις για μια και μοναδική φορά όσα ακριβώς σκέφτεσαι.
Να ξαπλώσετε.
Να βγάλεις το mp3 σου και να βάλεις το ένα ακουστικό στο αυτί σου και το άλλο στο δικό της.
Να της τραγουδήσεις την Πλαστική Ιουλιέτα, τονίζοντας πόσο της ταιριάζει αυτό το τραγούδι.
Να τη φιλήσεις στο λαιμό και πίσω από τ' αυτί.
Να της χαϊδέψεις την κοιλιά, σα να πρόκειται σπάσει.
Να μείνετε ξύπνιοι μέχρι το ξημέρωμα.
Να είναι μάλλον η μοναδική αγνή μέρα της ζωής σας.
Κι ύστερα να εξαφανιστείς.


"Και εγώ γράμματα στέλνω ταπεινός θαυμαστής/ και προσφέρομαι αν θέλεις να παίξεις
Και ίσως μέσα απ' το τσούρμο των μνηστήρων σου εσύ/ το φτωχό ποιητή να διαλέξεις.

Πλαστική Ιουλιέτα/ πλάσμα από γυαλί,
η καρδιά μου για σένα πονάει/ κι ας το ξέρει πως όσο κι αν στριμωχτεί/ τη δικιά σου απλά δε χωράει.

Και το αστείο μου μούτρο ακουμπάω στο γυαλί/ τ' αραιά μου εσύ νιώθεις τα γένια,
Τι με σένα κανείς άλλο να μοιραστεί παρά λίγη χρυσή φωτογένεια;"

April 18, 2013

Ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί*

Το κινητό μου το έχω πάντα στο εσωτερικό τσεπάκι της τσάντας. Το μεγάλο, όχι αυτό, το ειδικό για κινητά. Δεν μου αρέσει να μπαίνω σε καλούπια, ούτε υπόνοια αυτών δεν θέλω να υπάρχει. Ή έτσι μ' αρέσει να λέω τουλάχιστον.  Μια-δυο βδομάδες τώρα, χρησιμοποιώ την καινούρια μου τσάντα. Είναι δερμάτινη, σε χρώμα ταμπά και χρυσή λεπτομέρεια. Τις πέταξα όλες τις πλαστικές που είχα, στο είπα; Στο είπα νομίζω. Με έπιασε ξαφνικά μια σιχασιά για οτιδήποτε φτηνό, οτιδήποτε ψεύτικο. Τις πέταξα όλες και πλέον αγοράζω μόνο δερμάτινες. Λίγες, αλλά τουλάχιστον αληθινές. Όπως τη χειμωνιάτικη που φορούσα, τη μαύρη, που αγοράσαμε μαζί. Θυμάσαι; Σίγουρα θα θυμάσαι. Ποτέ δεν κατάλαβα αλήθεια αν σου άρεσε αυτή η μανία που είχα με τα ρούχα, τη μόδα και όλα αυτά που τα αγόρια θεωρείτε λεπτομέρειες, ή αντίθετα σου άρεσε. Θυμάμαι όμως χαρακτηριστικά μια μέρα να περπατάμε προς τη θάλασσα και να μου λες κάτι που με έκανε τόσο χαρούμενη που το άκουσα. Σου άρεσε νομίζω. Μπορεί να μην ήθελες να το παραδεχτείς, αλλά σου άρεσε ο τρόπος που ντύνομαι. Ακόμα κι αυτά, τα κοντά σορτσάκια, που τόσο σε ενοχλούσαν. Ακόμα κι αυτά κάπου στο βάθος σου άρεσαν.

Γενικά το κινητό μου το δεν το έχω σε μεγάλη εκτίμηση. Είναι πάντα κάπου χαμένο και κάθε άλλο παρά προέκταση του χεριού μου είναι. Αυτό βέβαια αλλάζει όταν λείπεις. Τότε είναι που γίνεται δεύτερο δέρμα μου. Τότε είναι που δεν υπάρχει μέρος που να μην με συνοδεύει. Τότε τα δάχτυλά μου βρίσκονται συνέχεια στο τσεπάκι. Συνέχεια εκεί. Το χαϊδεύουν ηδονικά, γιατί ξέρουν πως μπορεί να μας φέρει κοντά. Πως μπορεί να μεταφέρει κάτι από τη σκέψη μου, στα μάτια σου ή σε καλύτερη περίπτωση στο μυαλό σου. Μέρες πάνε που το χέρι μου δεν ξεκολλάει από εκεί. Σα να περιμένω κάτι, κάτι να συμβεί, οτιδήποτε. Αλλά δεν μπορώ πια εγώ να είμαι ο πυροκροτητής. Δεν μπορώ να στείλω. Δεν μπορώ ούτε να γράψω. Και δεν ξέρω αν λυπάμαι πια. Θυμάσαι ένα χρόνο πριν; Πόσο θύμωνες που δεν σε άφηνα, όπως έλεγες; Που δεν το άφηνα; Που δεν μας άφηνα; Θα θυμάσαι δεν μπορεί. Είδες; Δεν ήταν τόσο δύσκολο τελικά. Μας άφησα. Δεν υπάρχουμε.

Βρίσκομαι τόσο κοντά στο να καταστραφώ ξανά. Τόσο κοντά, σχεδόν νιώθω τον πόνο, που ακόμα δεν έχει προκληθεί. Μα πριν προλάβω, κάτι με σώζει -αν μπορεί κάποιος αυτό να το ονομάσει σωτηρία. Έρχονται κύματα και χιονοθύελλες, βίαιες αναμνήσεις. Εφιάλτες που φρόντισες καλά, να έχω. Σέρνομαι στους άδειους δρόμους, μιας νεκρής πόλης. προσπαθώντας να ξεχάσω και θυμάμαι πιο πολύ. Δεν βοηθά, άλλωστε και κι αυτός ο τόπος. Σε κάθε δρόμο. Σε κάθε λεωφόρο και σε κάθε στενό, έχω να θυμάμαι και ένα αντίο. Ένα χτύπημα στον ώμο. Μια παγωμένη αγκαλιά. Ένα καταπιεσμένο βλέμμα. Σε κάθε έναν δρόμο. Έξω από το σπίτι σου. Έξω από το σπίτι μου. Κι αυτό ακόμα, εγώ το έκανα διαφορετικά. Σε έσβησα απαλά, χωρίς να πονέσεις. Μα όχι, θα ήταν άδικο να το παίξω ήρωας. Για μένα το έκανα αυτό. Από δειλία δεν ήθελα να σε δω. Από δειλία δεν ήθελα να σου μιλήσω. Από φόβο. Γιατί ήξερα, πως δεν θα μπορούσα ποτέ να σε κοιτάξω στα μάτια και να σου πω αντίο.

Αλλά πάλι, τι κάθομαι και λέω; Η ιστορία μας τέλειωσε αγάπη μου. Πολύ πριν την τελειώσουμε εμείς. Πόσο ανόητοι φαινόμασταν να προσπαθούμε να κρατήσουμε ζωντανό, κάτι που βρισκόταν σχεδόν στην αποσύνθεση; Η ιστορία μας πέθανε, έναν ακριβώς χρόνο πριν. Δολοφονήθηκε. Παρέα με εκείνο το φιλί κάτω από την βροχή. Με τα κατακκόκινα μάτια μου. Και τα δάκρυα δίχως τέλος. Δάκρυα. Λυγμοί. Βροχή. Βροχή, ασταμάτητη. Πέθανες εκείνη τη Μ. Παρασκευή. Τη στιγμή εκείνη που πάτησα το send. Πέθανες μέσα μου, την ίδια ακριβώς μέρα που γεννήθηκες.

 
(Την προηγούμενη φορά του είχα πει κάπου σ' αυτή τη στροφή
ότι θα άλλαζα πορεία κι ότι πια δεν θα μπορεί να με βρει.)
Ίσως πρέπει να στο πω σ' ονειρεύτηκα ξανά. / Ίσως να μην πρέπει πια.

"Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει

Πού μ’ αφήνεις, πού πας και ποιος, μ’ ακούς
Σού κρατεί το χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς

Eίμ' εγώ πού φωνάζω κι είμ' εγώ πού κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς;"