March 23, 2013

Μετανάστευση.

Θέλω να πετάξω. Αλήθεια το λέω! Θέλω να βρεθώ κοντά στον ήλιο. Ανάμεσα στα σύννεφα. Δίπλα στα πουλιά. Να ξαπλώνω στα δέντρα. Να μιλάω στα τζιτζίκια. Να φύγω μακρυά θέλω. Να κάνω στάσεις, σε μέρη άγνωστα, και να ξαναφεύγω πάλι. Κι όλα αυτά που με κρατάνε πίσω; Κλωστές είναι. Δεμένη με κλωστές είμαι, που στο μυαλό μου φαντάζουν αλυσίδες. Δεν χρειάζεται ούτε ψαλίδι. Ένα τσικ κι έφυγες. Ξέφυγες. Όπως ξεφεύγουν τα μπαλόνια από τα χέρια των παιδιών και πετούν ψηλά. Έτσι άξαφνα ξεγλιστράνε, πριν προλάβουν να το καταλάβουν. Κι αφήνουν χέρια παραπονεμένα και μάτια λυπημένα. Κι αρχίζουν μια δική τους πορεία. Και τα ανεμοδέρνει ο αγέρας, αλλά αυτά δε φοβούνται. Τρέχουν με φόρα προς τον ήλιο, μέχρι να τα κάψει. Ποιός μπορεί να πει ότι έκαναν λάθος; Στο ταξίδι δεν είναι η ομορφιά; Στο ταξίδι δεν είναι η αξία; Κάτι παραπάνω θα ήξερε ο Καβάφης όταν έγραφε, "Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος. Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·" Κι η Ιθάκη; Μια ουτοπία είναι η Ιθάκη. Μπορεί να μην φτάσεις ποτέ. Μπορεί όταν φτάσεις να τη βρεις άδεια, αλλιώτικη από ό,τι περίμενες. Μα, "η Ιθάκη δεν σε γέλασε... Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι. Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο."

Και πέταξε. 

Για πρώτη φορά στη ζωή της δεν φοβήθηκε τα ύψη. Τα φτερά της είχαν δυναμώσει αρκετά πια και άντεχαν. Άντεχαν τις κακουχίες που μπορεί να συναντούσε. Για πρώτη φορά έφυγε. Δεν την έδιωξαν. Έφυγε.  Έφυγε και τους άφησε πίσω της, να την κοιτούν να απομακρύνεται και να στριφογυρνούν στο μυαλό τους τα λάθη τους. Τα ατελείωτα λάθη τους. Κι η ανεπάρκειά τους στην αγάπη.

Της ψιθύρισαν να γυρίσει, μα δεν άκουσε. Και ύστερα φώναξαν, φώναξαν δυνατά "γύρνα πίσω! σε χρειάζομα(ι)στε.." μα ήταν πια πολύ μακρυά. Είχε γνωρίσει καινούριους τόπους, διαφορετικά αρώματα την παρέσυραν, με άλλες εικόνες μαγεύονταν. Και δεν ήθελε. Δεν ήθελε ξανά να νιώσει τον ίδιο πόνο. Δεν ήθελε να πέσει στις ίδιες παγίδες. Να ματώσει από τα ίδια βέλη. Θα μάτωνε το ήξερε. Το ήξερε καλά. Και θα πονούσε πολύ. Αλλά όχι ξανά στα ίδια μονοπάτια. Άλλα, άλλα που δεν θα γνώριζε, δεν θα είχε ιδέα. Ήθελε να νιώσει ξανά το "μπορεί" και το "ίσως". "Μπορεί αυτή η πορεία με βγάλει εκεί που θέλω. Ίσως σ'αυτό το σύννεφο, βρω αυτό που αναζητώ."  Ήθελε άλλοι να την πληγώσουν. Άλλοι να την πονέσουν. Άλλοι να γευτούν τα αλμυρά δάκρυά της. Ίσως ήθελε να πληγώσει κιόλας. Να πληγώσει όπως την πλήγωσαν. Δεν την ένοιαζε πια. Άδικη δεν είναι άλλωστε η ζωή; Σα να γεννηθήκαμε για να πληγώνουμε και να πληγωνόμαστε, σκέφτηκε, όταν άθελά της είχε κάνει το ίδιο. Αυτή θα άλλαζε την τάξη των πραγμάτων; Κι έφυγε. Μακρυά. Για πάντα. Κι ας ήξερε ότι ένα κομμάτι της καρδιάς της είχε σπάσει και θα έμενε πίσω. Εκεί, μαζί του. Έπρεπε να φύγει. Να φύγει κι ας μην ήταν ολόκληρη, όπως όταν ξεκίνησε.

Να πετάξω θέλω. Να φύγω. Σαν τα πουλιά.
 Κι αν είμαι αποδημητικό θα ξαναγυρίσω.


(Βλέπεις, ποτέ δεν μας κρατάνε οι άλλοι.
Εμείς μένουμε όσο αντέχουμε. 
Εμείς φεύγουμε όταν έρθει ο καιρός.)

March 14, 2013

Αξίζει στον επόμενο.

Αξίζει να πονέσεις λίγο.
Αξίζει να πονέσεις πολύ.
Να βγεις από την ευκολία σου.
Να ανακαλύψεις το άγνωστο.
Nα αποτοξινωθείς.
Να (ξανά)βρεις τον εαυτό σου.
Να γίνεις κάτι καλύτερο.
Να ξεχάσεις.
Να ονειρευτείς.
Να θυμηθείς.
Αξίζει να γίνεις το παιδί που ήσουν.
Αξίζει να γίνεις καλύτερο παιδί από αυτό που ήσουν.
Αξίζει να περιμένεις στη στάση, χωρίς παρέα.
Μπορεί να αργήσει, αλλά θα έρθει. Θα έρθει το τρένο.
Πάντα έρχεται.
Θα ανέβεις και θα βρεις τη θέση σου να σε περιμένει.
Στα χρώματα ακριβώς που την ήθελες.
Δε θα είναι άδεια.
Μα δε θα θες πια να είναι άδεια.
Θα καθήσεις δίπλα του.
Θα έχεις το χέρι του για μαξιλάρι.
Και τότε όλα θα μοιάζουν με παραμύθι.
Αξίζει.
Αξίζει στον επόμενο.


σε μια γωνιά του μυαλού μου χορεύουμε μαζί τανγκό*


(Θα διασχίσεις ένα πρωινό τον κόσμο και θα είναι πιο όμορφα κι από ένα όνειρο. Μονάχα περίμενε!)

March 9, 2013

Η λίστα.

Δε μ' αρέσουν οι επιφάνειες. Οι λείες, γυαλιστερές και γλιστερές επιφάνειες.
Δε μ' αρέσουν οι άνθρωποι με άποψη για όλα.
Δε μ' αρέσουν οι δικαστές και τα εδώλια κατηγορουμένων. Κυρίως όταν η δικαστική αίθουσα αποτελείται από δύο τυχαίους κατήγορους και τον κατηγορούμενο απών.
Δεν μ' αρέσουν τα σοκολατάκια με γέμιση λικέρ.
Δε μ' αρέσουν τα ανέκφραστα πρόσωπα. Και οι κρύες αγκαλιές.
Δε μ' αρέσει το παστίτσιο. Σιχαίνομαι το παστίτσιο. Και το μουσακά επίσης.
Δε μ' αρέσουν οι ρηχοί άνθρωποι. Οι άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα πάνω τους να θαυμάσω.
Δε μ' αρέσουν τα μισοβαμμένα νύχια. Και τα κοντά μαλλιά. Μισώ τα κοντά μαλλιά.
Δεν μ' αρέσουν οι άνθρωποι που προσποιούνται κάτι που δεν είναι, που προσπαθούν τόσο πολύ που στο τέλος καταντάνε κλόουν. Κλόουν, με τεράστιο χαμόγελο. Διασκεδαστές όχι τόσο των άλλων, αλλά του εαυτού τους.
Δε μ' αρέσει η ηλεκτρονική μουσική.
Σιχαίνομαι την ηλεκτρονική μουσική και τα μαγαζιά που την παίζουν.
Δε μ' αρέσουν οι άνθρωποι που οξυγόνο της ζωή τους είναι μια άλλη ζωή.
Δεν μ' αρέσουν οι άνθρωποι που η αγαπημένη τους συνήθεια είναι ο καφές.
Δε μ'αρέσουν τα ψέματα. Τα μεγάλα ψέματα. Αυτά που ταίζουν και θρέφουν κυρίως τον παραγωγό τους.
Δε μ'αρέσουν οι άνθρωποι που δεν έχουν ευγενική ψυχή.
Δε μ' αρέσουν οι άνθρωποι που αντιπαθούν τους μετανάστες.
Δε μ' αρέσουν οι άνθρωποι που δεν ξέρουν να αγαπάνε.
Και να συγχωρούν.
Δε μ' αρέσει η βροχή. Σιχαίνομαι τη βροχή.
Δε μ' αρέσουν οι κομμουνιστές. Οι καπιταλιστές. Και οι ταμπέλες.
Δεν μ' αρέσουν τα κολλημένα μυαλά. Και οι αιώνια ερωτευμένοι.
Δεν αντέχω τους δήθεν και τα παντοτινά αφιερώματα σε προσωρινούς ανθρώπους.
Δεν αντέχω τις ωδές στην αγάπη. Στην απατημένη αγάπη. Στη σαπισμένη αγάπη.
Δε μ' αρέσουν τα ακατάστατα δωμάτια και τα βρώμικα σπίτια.
Δε μ' αρέσουν τα μεγάλα λόγια και τα φορέβερ.
Δε μ' αρέσουν τα άσχημα πρόσωπα. Και τα λερωμένα μυαλά.
Δε μ' αρέσουν οι κακοί και οι χαιρέκακοι.
Δε μ' αρέσουν τα χλιαρά. Και τα μέτρια.
Δε μ' αρέσουν τα σβαρόφσκι.
Δε μ' αρέσουν τα τσίπουρα.
Δε μ' αρέσει να βλέπω ταινίες χωρίς να μιλάω.
Δε μ' αρέσουν τα κλισέ, τα συντηρητικά και τα παρωχημένα.
Δε μ' αρέσεις εσύ.

(Δε μ' αρέσουν οι λίστες.)