February 8, 2013

Αλλόκοτες μέρες.

Είχαμε καιρό να περπατήσουμε στην πόλη σου. Την πόλη που αγάπησα και μίσησα ταυτόχρονα. Που μου προσέφερε τόσες χαρές, όσες και λύπες. Πήγαμε ως το σπίτι σου. Δεν μπορούσαμε πια να μπούμε μέσα. Να με φιλήσεις λιγάκι στο ασανσέρ. Και μετά κλείνοντας την πόρτα πίσω σου, να βάλεις το χέρι σου στη μέση μου, να με σηκώσεις απαλά και να με πας στον μπλε καναπέ. Όλα διαφορετικά, μα τόσο ίδια.

Κι ύστερα στη δική μου πόλη. Ένιωσα μια σουβλιά φτάνοντας. Ήξερα πως δε θα πάρω πια το λεωφορείο για Παγκράτι. Έκανα πολλές βόλτες. Πήγα κι από τη γειτονιά μου. Πρωί ήταν ακόμα. Η μελωδία του πιάνου ακουγόταν από το ίδιο πάντα παράθυρο. Δεν είχα δει ποτέ ποιος τόσες φορές με είχε κάνει να χαμογελάσω. Μα τον είχα φανταστεί. Νεαρός θα είναι σίγουρα. Με ξανθές μπούκλες και γυαλάκια. Βράδυ έπαιζε συνήθως, μα τώρα δεν είχε ακόμα μεσημεριάσει. Σύμπτωση ή όχι, με έκανε να νιώσω όπως τότε. Πέρασα κι από το ψιλικατζίδικο του κ. Γιώργου. Ξαφνιάστηκε που με είδε. Δεν με περίμενε. "Να περνάς" είπε. Πήρα από τον φούρνο της πλατείας την αγαπημένη μου τυρόπιτα, ντομάτα-πιπεριά. Πήγα κι απ' το σπίτι. Δεν υπήρχε όνομα στο κουδούνι. Κενό όπως το είχα αφήσει. Σα να περίμενε πότε θα το μετανιώσω. Ήταν δικό μου, ολόδικό μου. Το αγαπούσα αυτό το σπίτι.  Κι είμαι σίγουρη πως με αγάπησε κι αυτό. Το είχα βάψει μωβ. Και το δωμάτιο με την μεγάλη μπαλκονόπορτα ροζ, ροζ με λαχανί βούλες. Το ήξερα ότι ήταν παιδικό. Μα δεν με πείραζε. Την πρώτη φορά που είχες έρθει ντράπηκα λίγο, "σου πηγαίνει μου είχες πει" και χαμογέλασα ανακουφισμένη. Ακόμα έτσι θα είναι. Δε νομίζω να το έβαψαν. Όταν πρωτοείχαμπει ήταν άσπρο. Μα άσπρο; Ποιός ζει σε ένα άσπρο σπίτι; Ποιός δεν θέλει να ξυπνάει και να βλέπει χρώματα;

Έφυγα βιαστικά. Πέρασα από την εκκλησία του Αγ. Νικολάου -μια φορά είχα μπει μέσα, έχω πάψει από καιρό να ασχολούμαι με ψευδαισθήσεις και οπτασίες- έβαλα φρίντομ στο ραδιόφωνο, και κατευθύνθηκα προς το πάρκο. Ούτε ξέρω πόσες ώρες έκατσα εκεί. Παγωτό δεν πήρα. Χειμώνας γαρ. 

Και κάπως έτσι έφτασα τα 23 μου. Με τη Μαρία να με ξυπνάει με ένα κουτί λουκουμάδες και ένα σπίρτο για κεράκι, με δύο ξεχωριστά μηνύματα και το καλύτερο δώρο. Από μένα προς εμένα. Την ορκωμοσία μου. Σηκώθηκα. Κοίταξα γύρω μου τους ηλικιωμένους, τα παιδιά, δίνοντας μια υπόσχεση. Να ξαναγυρίσω. Και τότε κατάλαβα πολλά. Έδωσα αξία, έλαβα νόημα. Έδωσα χαμόγελο, πήρα χαρά. Έδωσα απλότητα, πήρα καλοσύνη. Είδα το γαλάζιο ανάμεσα στο γκρι. Είδα τη ζωή μέσα στη λάσπη. Την αγνότητα μέσα στην κακία. Και (ξανα)γεννήθηκα!

πεταλούδες γυρνούν στην Αθήνα, πάρκα στο κέντρο, καλοκαίρι μυρίζει.
ένα κορίτσι χορεύει στον ουρανό/ στο δωμάτιο/ το δρόμο/
τη δουλειά/ το σχολείο και κάνει τέλεια λάθη!

 Κι είναι και κάποιες φορές, που η ευτυχία, φαντάζει τόσο απλή υπόθεση.

8 comments:

  1. Είναι ωραίο να προχωράμε. Αρκεί να μην ξεχνάμε εκείνα τα μικρά πράγματα που κάποτε αποτελούσαν την καθημερινότητά μας. Ό,τι κι αν ήταν αυτά...

    Και βέβαια είναι απλή υπόθεση η ευτυχία... :)

    ReplyDelete
  2. απλά εμείς την κάνουμε δύσκολη :)

    Να περνάς από αυτή τη γειτονιά

    ReplyDelete
  3. Καλή αρχή, καλή συνέχεια, καλό να 'ναι ότι κάνεις τέλος πάντων...

    ReplyDelete
  4. ΥΠΕΡΟΧΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗΗ!<3
    Μπράβο για την ορκομωσία σου.:)
    Το ξέρω αυτό το νοσταλγικό συναίσθημα...το τόσο γλυκό μας και λυπηρό.
    Φιλιαα :*

    ReplyDelete
  5. Απλή υπόθεση η ευτυχία. Μα εμείς επιμένουμε στα δύσκολα και στα περίπλοκα.
    Την καλημέρα μου αγαπητή Blur
    :)

    ReplyDelete
  6. Πω πω μνήμες κι αισθήσεις που μου προξένησες... όπως όταν τα δάχτυλα τραβούν την πέτσα ενός ξεφλουδισμένου τοίχου.

    Κρατώ την τελευταία φράση σου "Κι είναι και κάποιες φορές, που η ευτυχία, φαντάζει τόσο απλή υπόθεση".

    Καλώς σε βρίσκω.

    ReplyDelete