February 21, 2013

Κάθε φορά που φεύγω βρέχει.

Άρχισαν τα παράσιτα πριν ακόμα απομακρυνθώ. Κουραστικές οι διαδρομές με βαλίτσα. Να κατέβεις από το λεωφορείο, να πάρεις το μετρό, να αλλάξεις γραμμή. Κι αν έχεις μάθει να μη σου λείπει τίποτα, ακόμα πιο κουραστικές. Μικρό τσαντάκι για τα καλλυντικά. Τσάντα σχολική για τα βιβλία. Τσάντα ταχυδρόμου για το λάπτοπ.

Ευτυχώς πρόλαβα να μπω κάτω από το υπόστεγο πριν πιάσει η μπόρα. Δε μ'αρέσει να στέκομαι κάτω από τη βροχή. Όχι αυτήν την περίοδο. Τα τζάμια υγρά από μέσα κι απέξω. Ανάσες, σταγόνες, χέρια στο τζάμι. Τέλειωσε ο ήλιος. Κάπου σε εκείνο το πεζούλι, δίπλα στον κύριο που έπαιζε βιολί. (Τι να κάνει άραγε τώρα; Δε θα μπορεί να παίξει μες τη βροχή.) Τέλειωσε μαζί με εκείνη τη βόλτα στην ανεξερεύνητη πλευρά της πόλης. Μαζί με εκείνη την αντίθετη πορεία στη μεγάλη λεωφόρο, με τα αυτοκίνητα να έρχονται καταπάνω μου. Με την γνώριμη αίσθηση της απελευθέρωσης. Μαζί με εκείνα τα μάτια που μου χαμογέλασαν. Με το νεαρό που μου χάρισε το μωβ κυκλάμινο.

Στα ακουστικά μόνο παράσιτα πια.
Ευτυχώς, έχω αποθηκευμένα συναισθήματα σε πλέιλιστς.


*αν ήταν κάπου να ευχηθώ θα 'ταν σ'αυτά, που σ'όσους τα έμαθα τα ξέχασαν μετά
και στις πολύχρωμες ομπρέλες του ντεμύ, που ανοίγουν πάντα την κατάλληλη στιγμή*

February 14, 2013

Τάιμ/λάιν.

Άγνωστος x(1) mixed Candy + Wrapped Candy on Candy Crash Saga.
Άγνωστος x(2) is working on the Grim Butcher on Criminal Case.
Άγνωστος x(3) used the Sling Scope on Angry Birds.
Άγνωστος x(4) changed Tactics on Top Eleven Be a Football Manager.
Άγνωστος x(5) sent 29 lines in Tettris Battle.
Και άγνωστος x(6)
και x(7)
και x(8)
Και μουνιά και γκόμενες και βυζιά.
Και αγάμητες και σαβουρογάμηδες.
Και τσόντες και πίτσες και μαλακίες.
Και προτυχιές. Και ευκολοχώνευτα.
Και καρδιές μικρότερες του τρία και παρενθέσεις με ερωτηματικά.
Και ηλεκτρονικά φιλιά και ηλεκτρονικά γαμήσια.
Και σαμπάνιες και μπούτια και μπανιέρες.
Και κάπκεικς και γκολ και "γαμώ τη μάνα σας".
Και ραντεβού και αλκοόλ και μεθύσια και παρτούζες και εμετοί.
Και σαπίλα.

Ανακατεύομαι. Με την αηδία σας. Την προχειρότητά σας. Τη φτήνια σας. Την ευκολία σας.
Τη μιζέρια σας. Τη λάμψη σας. Τα παιχνίδια σας. Τα τουίτερ σας. Τα φέισμπούκ σας. Τις φωτογραφίες σας. Τα ξενύχτια σας. Τα πηδήματά σας. Τα αστεία σας. Τα γέλια σας. Τη δηθενιά σας.
Σας σιχάθηκα. Και μένα μαζί.

*Και γίναν τα σ'αγαπώ συλλογή από καπάκια μπύρας.

February 8, 2013

Αλλόκοτες μέρες.

Είχαμε καιρό να περπατήσουμε στην πόλη σου. Την πόλη που αγάπησα και μίσησα ταυτόχρονα. Που μου προσέφερε τόσες χαρές, όσες και λύπες. Πήγαμε ως το σπίτι σου. Δεν μπορούσαμε πια να μπούμε μέσα. Να με φιλήσεις λιγάκι στο ασανσέρ. Και μετά κλείνοντας την πόρτα πίσω σου, να βάλεις το χέρι σου στη μέση μου, να με σηκώσεις απαλά και να με πας στον μπλε καναπέ. Όλα διαφορετικά, μα τόσο ίδια.

Κι ύστερα στη δική μου πόλη. Ένιωσα μια σουβλιά φτάνοντας. Ήξερα πως δε θα πάρω πια το λεωφορείο για Παγκράτι. Έκανα πολλές βόλτες. Πήγα κι από τη γειτονιά μου. Πρωί ήταν ακόμα. Η μελωδία του πιάνου ακουγόταν από το ίδιο πάντα παράθυρο. Δεν είχα δει ποτέ ποιος τόσες φορές με είχε κάνει να χαμογελάσω. Μα τον είχα φανταστεί. Νεαρός θα είναι σίγουρα. Με ξανθές μπούκλες και γυαλάκια. Βράδυ έπαιζε συνήθως, μα τώρα δεν είχε ακόμα μεσημεριάσει. Σύμπτωση ή όχι, με έκανε να νιώσω όπως τότε. Πέρασα κι από το ψιλικατζίδικο του κ. Γιώργου. Ξαφνιάστηκε που με είδε. Δεν με περίμενε. "Να περνάς" είπε. Πήρα από τον φούρνο της πλατείας την αγαπημένη μου τυρόπιτα, ντομάτα-πιπεριά. Πήγα κι απ' το σπίτι. Δεν υπήρχε όνομα στο κουδούνι. Κενό όπως το είχα αφήσει. Σα να περίμενε πότε θα το μετανιώσω. Ήταν δικό μου, ολόδικό μου. Το αγαπούσα αυτό το σπίτι.  Κι είμαι σίγουρη πως με αγάπησε κι αυτό. Το είχα βάψει μωβ. Και το δωμάτιο με την μεγάλη μπαλκονόπορτα ροζ, ροζ με λαχανί βούλες. Το ήξερα ότι ήταν παιδικό. Μα δεν με πείραζε. Την πρώτη φορά που είχες έρθει ντράπηκα λίγο, "σου πηγαίνει μου είχες πει" και χαμογέλασα ανακουφισμένη. Ακόμα έτσι θα είναι. Δε νομίζω να το έβαψαν. Όταν πρωτοείχαμπει ήταν άσπρο. Μα άσπρο; Ποιός ζει σε ένα άσπρο σπίτι; Ποιός δεν θέλει να ξυπνάει και να βλέπει χρώματα;

Έφυγα βιαστικά. Πέρασα από την εκκλησία του Αγ. Νικολάου -μια φορά είχα μπει μέσα, έχω πάψει από καιρό να ασχολούμαι με ψευδαισθήσεις και οπτασίες- έβαλα φρίντομ στο ραδιόφωνο, και κατευθύνθηκα προς το πάρκο. Ούτε ξέρω πόσες ώρες έκατσα εκεί. Παγωτό δεν πήρα. Χειμώνας γαρ. 

Και κάπως έτσι έφτασα τα 23 μου. Με τη Μαρία να με ξυπνάει με ένα κουτί λουκουμάδες και ένα σπίρτο για κεράκι, με δύο ξεχωριστά μηνύματα και το καλύτερο δώρο. Από μένα προς εμένα. Την ορκωμοσία μου. Σηκώθηκα. Κοίταξα γύρω μου τους ηλικιωμένους, τα παιδιά, δίνοντας μια υπόσχεση. Να ξαναγυρίσω. Και τότε κατάλαβα πολλά. Έδωσα αξία, έλαβα νόημα. Έδωσα χαμόγελο, πήρα χαρά. Έδωσα απλότητα, πήρα καλοσύνη. Είδα το γαλάζιο ανάμεσα στο γκρι. Είδα τη ζωή μέσα στη λάσπη. Την αγνότητα μέσα στην κακία. Και (ξανα)γεννήθηκα!

πεταλούδες γυρνούν στην Αθήνα, πάρκα στο κέντρο, καλοκαίρι μυρίζει.
ένα κορίτσι χορεύει στον ουρανό/ στο δωμάτιο/ το δρόμο/
τη δουλειά/ το σχολείο και κάνει τέλεια λάθη!

 Κι είναι και κάποιες φορές, που η ευτυχία, φαντάζει τόσο απλή υπόθεση.