January 22, 2013

love-ο-τομή.

Ας την κάνουμε λοιπόν. Δε θα πονέσει, μα κυρίως δε θα πονάει μετά, είπε ανοίγοντας το πλαστικό σακουλάκι. Έβγαλε από μέσα τη σύριγγα, έβαλε το υγρό από το μπουκαλάκι, της έδωσα το χέρι μου.

Η αλήθεια είναι δεν το πίστεψα. Δεν πίστεψα ότι θα υπήρχε αποτέλεσμα. Έπιασε όμως. Η αναισθησία πέτυχε. Ένα τσιμπηματάκι ήταν. Και μετά το θαύμα. Από εκείνη τη μέρα δε νιώθω. Δε θυμάμαι πολλά, μόνο τη λευκή ποδιά, τη θολούρα και έναν παρατεταμένο μονόλογο.

Δεν είμαι καλά γιατρέ. Εδώ και πολύ καιρό δεν είμαι καλά. Δεν ξέρω βασικά αν ποτέ υπήρξα καλά. Δε θρηνώ για κάτι. Δεν έχω πλέον κάτι να θρηνήσω. Απλά είναι όλα άσπρα. Ή μαύρα. Ή γκρι. Μονόχρωμα. Δεν ξέρω. Σαν σκεπασμένα από μια ομίχλη που δεν κρύβει τίποτα από πίσω. Αδιάφορα. Μονότονα. Μια ευθεία γραμμή, σαν αυτές που δείχνουν τα μηχανήματα όταν η καρδιά σταματάει να χτυπάει. Ένα μακρόσυρτο τουυυυυυυυυτ. Δε νιώθω τίποτα. Ζεστασιά όταν είμαι στην αγκαλιά του. Αγάπη, ακόμα κι αν προσπαθεί να μου την προσφέρει. Κάθε του κίνηση νιώθω πως κάτι κρύβει. Ούτε αυτός είναι καλά. Αλλά ποιά είμαι εγώ για να τον σώσω;

Κουράστηκα. Κουράστηκα η ζωή μου να παρακολουθείται. Κουράστηκα από το κυνήγι μαγισσών και φαντασμάτων. Κουράστηκα να ζηλεύουν το τίποτά μου. Κουράστηκα από αυτό το πάθος να υπάρξει κάτι να μισούν. Κουράστηκα το αντικείμενο του μίσους τους να είμαι εγώ. Δεν έχουν κάτι άλλο να ασχοληθούν; Κάτι που θα τους προσφέρει χαρά, ευτυχία ίσως; Όμορφα, χαρούμενα συναισθήματα; Εγώ δεν μπορώ να τους τα προσφέρω αυτά. Δεν το κατάλαβαν άραγε ακόμα; Τους λυπάμαι αλήθεια. Τους λυπάμαι όσο λυπάμαι τον εαυτό μου, μάλλον περισσότερο. Γιατί ξέρω, ξέρω πως είναι. Μοιάζουμε άλλωστε, έτσι είχε ειπωθεί.

Κουράστηκα να βρίσκω τον εαυτό μου στην ποίηση. Ναι, την αγαπώ την ποίηση, μη νομίσετε το αντίθετο, αλλά η ποίηση δεν είναι για ανθρώπους χαρούμενους, ανέμελους. Απευθύνεται και δημιουργήθηκε από ανθρώπους που τρέφουν μέσα τους τη θλίψη. Βασανισμένους, κουρασμένους. Κουράστηκα να κρύβομαι κάτω από το πάπλωμα, να μιλάω σε μπαλόνια, να κάθομαι σε παγκάκια μόνη μου, να ψάχνω την ευτυχία στα ζαχαροπλαστεία. Πόσο αστείο ακούγεται αυτό. Το πιστεύετε γιατρέ; Έχω εξαντλήσει κάθε δυνατό τρόπο για να νιώσω κάτι.

Δεν έκλαψα γιατρέ. Εκείνη την τελευταία φορά δεν έκλαψα. Δεν είπα καν αντίο. Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από μένα. Απλά εξαφανίστηκα. Σα να μην υπήρξα ποτέ.

Κάντε ένα λάθος γιατρέ. Λίγο πιο βαθιά το νυστέρι. Λίγο πιο δεξιά, λίγο πιο αριστερά. Κάντε ένα λάθος. Δε θέλω άλλο να αναπνέω σε χαρτοσακούλες.

"στα άδεια τρόλει ακούω τη σιωπή του πλήθους,
μια σιωπή γεμάτη από τον πόθο να πετάξεις,
χωρίς να έχεις που να πετάξεις.."
σε λυπάμαι. 

2 comments:

  1. όμορφη και "δυνατή" αναρτηση.Μου άρεσε πολύ το βιντεάκι!

    ReplyDelete
  2. Ισως απο τα ωραιοτερα πραγματα που εχω διαβασει τελευταια! :-)

    ReplyDelete