December 25, 2013

ζωή σε δόσεις*

να πονάει η κοιλιά σου από ανυπομονησία
να ξυπνάς με χαμόγελο το πρωί και να κοιμάσαι με χαμόγελο το βράδυ
να πιστεύεις ξανά στα θαύματα και πως αν το πιστέψεις στ' αλήθεια η αγάπη μπορεί
να χαιρετάς τους περαστικούς, να χορεύεις στους δρόμους με ήλιο και με βροχή
να περιμένεις με κάθε μόριο του σώματός σου να συμβεί, να ξέρεις ότι θα συμβεί
να κάνεις πατινάζ και να πετάς - στ' αλήθεια
να μην πιστεύεις ότι κάποιος μπορεί να νιώσει τόση ευτυχία
να αγαπάς όλον τον κόσμο και να σε αγαπάει όλος ο κόσμος
να βλέπεις τη γη από ψηλά / να μην φοβάσαι τα αεροπλάνα
να κοιτάς έξω από το παράθυρο χωρίς να δακρύζεις
να αποζητάς τα ταξίδια επιστροφής
να τρέχεις στους δρόμους σβαρνόντας πλήθος βαλίτσες, χωρίς να νιώθεις κούραση
να πλησιάζεις μέρα με τη μέρα και λεπτό με λεπτό αυτό το κάτι
να νιώθεις σπίτι σου παντού και σπίτι σου τον προορισμό σου
να κατεβαίνεις στη Leopoldplatz για να γράψεις κάτι στο σημειωματάριό σου
να παίρνεις το λάθος τρένο κι ύστερα το σωστό
να μην φοράς σκουφί όταν χιονίζει, να πίνεις γκλουβάιν τα μεσάνυχτα
να βρίσκεσαι μεθυσμένος ξημερώματα σε κάποιον άγνωστο σταθμό του Βερολίνου
να τρως ζαχαρωτά κι ας μην είσαι παιδί
να θυμάσαι εκείνον τον Δεκέμβριο
να βρίσκεσαι ανάμεσα στα χέρια του
να φιλάει τη μύτη σου
να φιλάς τα φρύδια του
να ζείτε στ' αλήθεια

(δεν έχει Δεληβοριά ο φετινός μου Δεκέμβριος
αποδεσμεύτηκα από τα μαύρα Χριστούγεννά του
και από την απορία για ποιους είναι ακόμα γιορτή
 είναι για μένα
αφήνω τους άλλους να απορούν αυτή τη φορά
ή ελπίζω να γιορτάσουν. έτσι χωρίς λόγο)


December 8, 2013

το καρουζέλ

ξέρεις τι μας έλειπε τόσο καιρό;
να σταματήσουμε να πατάμε στη γη
να βρούμε ένα μέρος μαγικό να πάμε για λίγο
(ή και για πολύ)
ένα μέρος αληθινά πέρα από την πραγματικότητα
ένα μέρος όπου ξαναανακαλύπτεις τον έρωτα
όπου έχει λαμπιόνια παντού κι οι νύχτες είναι φωτεινές
με ατελείωτα χριστουγεννιάτικα παζάρια και πλήθος κόσμου
με μικρά σπιτάκια ίδια κι απαράλλαχτα μ' αυτό του Χάνσελ και της Γκρέτελ
με γλυκά, αμέτρητα γλυκά, που στη ζωή σου δεν έχεις ξαναδεί
με μπάλες σοκολάτας και καραμέλες κάθε λογής
κόκκινες και πράσινες και χρυσές και ροζ και μπλε
με καρδιές μπισκότου που γράφουν πάνω "σ'αγαπώ"
να χαρίζουμε μαζί με μια αγκαλιά ο ένας στον άλλον
με τσουλήθρες πάγου να νιώθεις για λίγο ξανά παιδί
και για δευτερόλεπτα πως τρέχεις πιο γρήγορα από το χρόνο
με κρύο και μυρωδιά φωτιάς να μπαίνει στα ρουθούνια
με ζεστό κρασί, κανέλλα και γαρύφαλλα
με ψητά κρεμμύδια, κρέας και λουκάνικα στα κάρβουνα
με καραμελωμένα μήλα και κάστανα στη φουφού
με ξύλινα τρενάκια και  έναν απέραντο χρωματιστό ουρανό
με πόνυ και παγοδρόμια και χιονονιφάδες να στολίζουν τα μαλλιά μας
με ρόδες μεγάλες, πιο μεγάλες απ' αυτές στα λούνα παρκ
να ανεβαίνουμε να βλέπουμε για λίγο τον κόσμο από ψηλά
με παιδιά ευτυχισμένα και γονείς χαρούμενους
με μελωδίες γιορτινές και καρδιές να χτυπάνε από ενθουσιασμό
με μάτια τόσο πολύ λαμπερά και μύτη τόσο πολύ κόκκινη
ένα μέρος που να θες να αγκαλιάσεις όλους τους περαστικούς
και να φωνάξεις δυνατά πως είναι ό,τι πιο τέλειο αντίκρυσες ποτέ
ένα μέρος που όταν ζήσεις εκεί μια βραδιά του Δεκέμβρη
αρχίζεις να ντρέπεσαι για όλες τις άλλες βραδιές που έζησες
σε άλλα μέρη και που τότε πίστεψες πως ήσουν ευτυχισμένος


μα τώρα το βρήκα αυτό το μέρος
έλα να ανέβουμε σ' ένα καρουζέλ
να πετάξουμε μαζί ως την άκρη του κόσμου

November 28, 2013

πόλεις και πολιτείες

ζω ξανά σε μια πόλη μεγάλη, άγνωστη μέσα σε αγνώστους
μια πόλη που σε αφήνει να αναπνεύσεις
που δεν έχεις μάτια καρφωμένα πάνω σου
που δεν ανοίγουν στόματα παρά μόνο όταν έχουν κάτι να πουν
μια πόλη που τα Χριστούγεννα, θυμίζει Χριστούγεννα
που έχει φωτάκια και λαμπάκια και τραγούδια παντού
που τα δέντρα το φθινόπωρο είναι κίτρινα και κόκκινα
που οι δρόμοι είναι απέραντοι και έχει μέρη πολλά να κρυφτείς
που έχει λίμνες και ποτάμια και βαρκούλες και πάπιες
που ο χειμώνας θυμίζει χειμώνα, κασκόλ και σκουφιά
που παίρνεις τα χιονοπέδιλα και πας για πατινάζ
που έχει κάθε βράδυ 20 διαφορετικές μουσικές σκηνές
και εκατοντάδες διαφορετικά καφέ μιας άλλης εποχής
με τοίχους χρυσούς και καναπέδες από βελούδο
με ζεστό κρασί, καραμελωμένα μήλα και κέικ καρότου

ζεις σε μια πόλη μικρή που σου προσφέρει 3 διαφορετικά καφέ
που περιμένεις τα θέατρα να έρθουν σε σένα αντί εσύ να πας στα θέατρα
που περιμένεις πότε θα έρθουν αυτοί που αγαπάς να κάνουν ένα λάιβ
βλέπεις άτομα που γνωρίζεις από τότε που γεννήθηκες
έχεις μια γλοιώδη οικογενειακή θαλπωρή
ζεστό φαγητό της μαμάς, το λογαριασμό σου γεμάτο
ή χειρότερα, σερβιτόρα σε συνοικιακό καφέ για την κάλυψη των εξόδων του μήνα
κάνεις κανένα ταξίδι που και που, διαβάζεις και κανένα βιβλίο γιατί έτσι επιβάλλεται
είσαι τάχα εντάξει μ' αυτό που ζεις
γιατί άλλωστε είναι δύσκολο να παραδεχτείς ότι παίζεις σε μια λάθος ζωή
δύσκολο να παραδεχτείς ότι δε ζεις, παρά κρυφοκοιτάς ζωές άλλων
δύσκολο να παραδεχτείς ότι θα 'θελες, αλλά δεν έχεις, αλλά μόνο τότε
όταν δε φοβηθείς να κοιτάξεις κάτω, θα δεις ότι είσαι στον πάτο
όταν δε φοβηθείς να κοιτάξεις πάνω, θα δεις ότι πνίγεσαι
όταν δε φοβηθείς να κοιτάξεις γύρω, θα δεις ότι είσαι σε κλουβί κι ούτε καν χρυσό

γι' αυτό σας λέω
να φεύγετε άνθρωποι, να φεύγετε, να μη φοβάστε
σας πατάνε άνθρωποι κι εσείς κοιτάτε μην σκονιστήκατε
δε φτιαχτήκαμε για τα μικρά, πότε θα το καταλάβετε
δε σπουδάσαμε για 200 ευρώ το τετράωρο σίγουρα
φτιαχτήκαμε για να βρούμε τόπους που μας χωράνε
τόπους που μας αγαπάνε και όχι μόνο τους αγαπάμε
να φεύγετε άνθρωποι, να μη φοβάστε
ξέρετε μια βαλίτσα είναι
μια βαλίτσα και δυο τρία κλικ
να φεύγετε άνθρωποι, να μη φοβάστε
κι αν το φευγιό σας προκαλέσει ναυτία
τότε μόνο να βγάλετε εισητήριο επιστροφής
κι αν με ρωτούσες, τώρα, όχι
όχι, θα σου έλεγα αγάπη μου
συγγνώμη, αλλά δε θα ξαναγύριζα
το πίσω είναι θάνατος
κι εγώ ψάχνω για ζωή

November 10, 2013

πρωϊνού Κυριακής

- Όλα στο μυαλό είναι. 
- Ή και όχι.
- Όλα ένας διακόπτης που φοβάσαι να κατεβάσεις είναι. 
- Ή και όχι. 
- Όλα ένα τυχαίο γεγονός είναι. 
- Ή και όχι. 
- Όλα μια σύμπτωση είναι.
- Ή και όχι.

Όμως όλα από ένα αδιάφορο πρωινό ξεκινούν.
Ένα αδιάφορο πρωινό που δεν είναι σαν τ' άλλα. Ξαφνικά νιώθεις να ακούς μουσική από πικ-απ. Σιγομουρμουρίζεις τραδούδια που σου θυμίζουν κάτι παλιό και ξέγνοιαστο. Ένα παιδί που έχεις ξεχάσει. Χαμογελάς ανεπαίσθητα. Ορμάς στις σκάλες, τα μάτια σου λάμπουν. Ξαφνικά το περπάτημά σου γίνεται αργό. Δεν τρέχεις να προλάβεις. Κοιτάς τον ουρανό, τα πεσμένα φύλλα, γύρω σου. Ξαφνικά προσέχεις λεπτομέρειες που δεν είχες δει, όμως πάντα ήταν εκεί. Οι άνθρωποι είναι όμορφοι. Η μελωδία από το ακορντεόν ακούγεται διαφορετική. Ξαφνικά βρίσκεται ένα νόμισμα στο πορτοφόλι σου. Μόλις γίνατε δύο αυτοί που χαμογελάτε. Κάτι χτυπάει δυνατά κάτω από το παλτό σου. Η έκπληξη είναι. Έχεις αυτά γουρλωμένα μάτια που έχουν τα παιδιά όταν κοιτάνε τα ευρήματά σου. Κόσμος είναι αυτό που φτιάχνεις εσύ. Από τα ανθοπωλεία βγαίνει ένα μυστήριο άρωμα. Μένεις για λίγο να κοιτάς τον κύριο με το πράσινο πανοφώρι να ρίχνει σταγόνες νερού στα χρυσάνθεμα. Βλέπεις χρώματα και λαμπάκια παντού. Ξαφνικά η πρωινή βροχή δεν σε ενοχλεί. Αναπνέεις βαθιά. Εκτιμάς το ατέλειωτο οξυγόνο. Λατρεύεις το κρύο που ακουμπά το μάγουλά σου. Ξαφνικά σ' αρέσει ακόμα κι ο χειμώνας. Τι αξία θα είχαν άλλωστε τα καλοκαίρια, χωρίς του χειμώνες, επαναλαμβάνεις. Αρχίζεις να κουνάς ρυθικά το κεφάλι σου και να μην ακουμπάς στη γη. Ξαφνικά οι καθρέφτες ξεθολώνουν και βλέπεις καθαρά. Αυτό που βλέπεις είναι όμορφο. Ξαφνικά ερωτεύεσαι. Τη ζωή. Κι εσένα. Γιατί το ξέρεις πια, από τον έρωτα δεν μπορείς να ξεφύγεις. Μα δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς, ο έρωτας, είναι δύναμη κινητήριος. Κι αν δεν είσαι φίλε μου, ερωτευμένος με αυτό που βέπεις στον καθρέφτη κάθε πρωί, δεν πας πουθενά.

Κλείνεις το μάτι συνομωτικά στο σύμπαν.
Η συμφωνία σας έκλεισε.

November 3, 2013

καβαφικές ενστάσεις

Ανοίγει τα μάτια κάθε πρωί στις 9:00 π.μ.
Επιβαρύνει λίγο ακόμα την κύστη της
προσπαθώντας να αποφύγει όσο μπορεί την πραγματικότητα.

Σηκώνεται κάθε πρωί στις 9:35. Τρέχει στην τουαλέτα, βάζει νερό στο βραστήρα και γάλα στην κούπα. Στις 10:01 τα δάχτυλα της καίγονται. Νιώθει περήφανη που κατάφερε να φτάσουν όλα σώα στο γραφείο. Για δευτερόλεπτα κοιτάει πίσω, από τον δεξί της ώμο. Σκέφτεται να επιστρέψει στο κρεβάτι, είναι ακόμα ζεστό. Πάλι νομίζει πως κάποιος είναι εκεί και την περιμένει.

Ανοίγει τον υπολογιστή. Οι δελιδοδείκτες της έχουν αλλάξει. Ααθάριστο εγχώριο προιόν,
κατά κεφαλήν εισόδημα, κομισιόν, ευρωπαϊκοί συνταγματικοί νόμοι. Ο χρόνος την κυνηγά.

Το φανάρι το περνάει πάντα με κόκκινο. Είναι ίσως με το μοναδικό πράγμα που αρνείται να συμβιβαστεί. Ή να υπακούσει. Μπαίνει πάντα στο πρότευλευταίο βαγόνι. Ανοίγει το βιβλίο της στη σελίδα -ποτέ δεν θυμάται τη σελίδα. Μόνο πως πρέπει να το συνεχίσει, χωρίς μια φορά να έχει σκεφτεί το γιατί. Αρχίζει να νιώθει μια έντονη αγωνία για το αν πήρε τη σωστή κατεύθυνση. Τόση αγωνία, που ακόμα να προσέξει τη διαδρομή.

Στο μετρό το μπουφάν μεταφέρεται εναλάξ από το δεξί στο αριστερό χέρι. Ενα ξανθό αγόρι με κόκκινο πουλόβερ, καφέ μποτάκια, λαδί μπουφάν κοιτά έξω από το παράθυρο ή διαβάζει ένα βιβλίο αρχαίων ελληνικών. Η μελωδία από το ακορνεόν είναι ήδη στ' αυτιά της πρέπει να κατέβει. Άργησε. Πάλι.

Στις 5 κιόλας σκοτάδι. Σε λίγο θα αρχίσει να χιονίζει. Η τσάντα της έχει αρχίσει να βαραίνει τελευταία. Δεν ξέρει για πόσο ακόμα θα αντέξει το λουρί. Μετρό, μετρό, τρένο. Κουδούνισμα κλειδιών. Τρίξιμο από σκουριασμένο σίδερο. Γραμματοκιβώτιο χρώματος κίτρινου. Το γράμμα του ακόμα να έρθει.

Ασανσέρ, κάλτσες στο πάτωμα, σουτιέν στο φωτιστικό. Μπάνιο. Το αγαπημένο κομμάτι της μέρας της αρχίζει. Ανοίγει το καυτό νερό. Το αφήνει να τρέξει πάνω της για δευτερόλεπτα. Τα δευτερόλεπτα γίνονται λεπτά. Αρχίζει να καίγεται. Το δέρμα της αντιδρά, μα αυτή όχι. Απολαμβάνει την πολυτέλεια
του να μην σκέφτεται απολύτως τίποτα. Το αγαπημένο κομμάτι της μέρας της τελειώνει.

Ακαθάριστο εγχώριο προιόν, κατά κεφαλήν εισόδημα, κομισιόν, ευρωπαικοί συνταγματικοί νόμοι.

Ώρα 9:00 π.μ.
Ώρα να ανοίξει τα μάτια.
(αυστηρώς ενίσταται ο Καβάφης και γράφει:)

October 21, 2013

φακές ροκφόρ

Σκέφτομαι τα μεσημέρια να λαχανιάζω πάνω στο ποδήλατο, μήπως φτάσω ένα λεπτό νωρίτερα να σε πάρω από τη φυλακή. Σκέφτομαι τα χέρια σου στην κοιλιά μου. Τα χείλη σου και αμέσως μετά τα δικά μου. Σκέφτομαι τις γλώσσες μας να μπλέκονται, να κολλάνε, να θέλουν να εξερευνήσουν κάθε φορά κάτι περισσότερο. Σκέφτομαι τις βόλτες χέρι-χέρι κι ας παραδόξως αυτό ήταν πολυτέλεια. Ίσως βέβαια καλύτερα να έχεις λίγο, από αυτό που θες πολύ. Η αξία του τότε σκαρφαλώνει στα ύψη, γίνεται υπεραξία. Ώρα που βρήκα θα μου πεις, να κάνω σύνδεση με μαρξιστικές θεωρίες. Σκέφτομαι να παλεύουμε να βγάλουμε από την πίτσα το ροκφόρ. Σκέφτομαι να διαλέγουμε να δούμε τις πιο απαίσιες ταινίες. Σκέφτομαι να γελάμε ασταμάτητα. Σκέφτομαι να κοιμόμαστε ατελείωτα και το πρωί να μας βρίσκει στην ίδια θέση, ενωμένους σαν δυο κομμάτια παζλ. Σκέφτομαι τα μαλλιά μου στο πρόσωπό σου. Την αναπνοή σου στο λαιμό μου. Σκέφτομαι τα βράδια να μην με πονάει η κοιλιά μου. Σκέφτομαι τον άσπρο καναπέ. Εμένα γυμνή, αποδευσμευμένη από την ανάγκη να κρύψω πια οτιδήποτε. Σκέφτομαι εσένα σκεπασμένο με σεντόνι, κρατώντας πάντα την αμφιβολία παραμάσχαλα. Σκέφτομαι ύστερα να με σκεπάζεις και μένα. Να με δέχεσαι για λίγο στον κόσμο σου. Σκέφτομαι να ζούμε δευτερόλεπτα ευτυχίας στο δικό μας καταφύγιο. Σκέφτομαι τη θάλασσα. Τα κορμιά μας να επιπλέουν δίπλα δίπλα. Σκέφτομαι τα καλοκαίρια να μας δίνουν ζωή. Σκέφτομαι την άμμο να τρυπώνει στο μαγιώ μου. Σκέφτομαι να βάζω πετραδάκια στον αφαλό σου. Σκέφτομαι τον ουρανό. Σκέφτομαι να βουτάμε με τα ρούχα στη θάλασσα. Σκέφτομαι να μ'αγαπάς. Σκέφτομαι να εκλπήσσομαι. Σκέφτομαι τα μούσια σου. Σκέφτομαι τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα μαλλιά σου. Σκέφτομαι τα καρπουζάκια μας. Σκέφτομαι το λούνα παρκ. Σκέφτομαι να μην θέλω να τελειώσει. Σκέφτομαι να με τραβάς από το χέρι, να μου πάρεις δώρο. Σκέφτομαι να κλαίω. Σκέφτομαι να έχω μπήξει τα νύχια μου στην πλάτη σου. Σκέφτομαι τα πόδια μου να παραλύουν με κάθε βήμα απομάκρυνσης. Σκέφτομαι να πονάνε τα αυτιά μου. Σκέφτομαι να μην μπορώ να περπατήσω. Σκέφτομαι να βλέπω μόνο σκοτάδι. Σκέφτομαι να έχει ήλιο και να μην είμαι χαρούμενη. Σκέφτομαι την κόκκινη πουά κουρτίνα μου. Τη θέα από το δωμάτιό μου. Σκέφτομαι το δαχτυλίδι να μην βγαίνει από το χέρι μου. Σκέφτομαι να ψάχνω το νόημα και να βρίσκεται μακρυά μου - κοντά σου. Σκέφτομαι τύπους να θέλουν νε με γνωρίσουν. Σκέφτομαι να χορεύω και να έχει δυνατή μουσική. Σκέφτομαι να σκέφτομαι εσένα. Σκέφτομαι να πίνω. Σκέφτομαι να σκέφτομαι εσένα ξανά. Σκέφτομαι να μην σκέφτεσαι εμένα. Σκέφτομαι να θέλω να κάνουμε παιδιά. Σκέφτομαι πως δε γίνεται αλλιώς, παρά μια μέρα να ξανασυναντηθούμε.

"You may see this and think it's magic. But falling in love, is an act of magic."

* Πως δυο άνθρωποι άγνωστοι, γίνονται ένα; Πως από ένα τσιγάρο, καταλήγουν να μοιράζονται μια ζωή; Και πως τεμαχίζεις μια ζωή; Πως την κάνεις κομματάκια για να πετάξεις όσα δεν χρειάζεσαι; Μα. Μα η ζωή δεν είναι φακές, για να την καθαρίσεις. Δεν είναι συλλογή γραμματοσήμων που εσύ θα επιλέξεις. Δεν είναι πλέιλιστ αγαπημένων τραγουδιών. Η ζωή είναι σαν εκείνη την πίτσα μόνο με τυριά. Αν μπει το ροκφόρ, πρέπει ή να τη φας ή να την πετάξεις ολόκληρη.

October 19, 2013

όχι εδώ

να μην είναι κοντά, να είναι μακρυά
να μην ζει, να είναι νεκρή
να μην είναι έτσι, να ακολουθεί εντολές σεναρίου
να μην είναι αρκετό, να είναι παραπάνω
να μην είναι μ'αυτόν, να είναι με το Εγώ της
να μην είναι οπουδήποτε, να είναι μ'αυτόν
να μην είναι εκεί, όχι εκεί, να είναι αλλού
να μην είναι με το γνώριμο, να είναι με το άγνωστο
να μην είναι με το πλήθος, να είναι στην ησυχία
να μην είναι αλλού, να είναι εκεί, ναι μόνο εκεί
να μην είναι στο όνειρο, να είναι στην πραγματικότητα

πέρασε καιρός, μα κάποτε, ξαφνικά εντελώς, κατάλαβε
πως κάθε αλλού, ήταν η αβάσταχτη επιθυμία του εκεί
συγχώρεσε τον εαυτό της και βυθίστηκε στο εδώ







(Γιατί σημασία έχει το εδώ και το τώρα
Κι όλα αργότερα, δε θα 'ναι παρά μια σελίδα ενός παλιού ημερολογίου.
Γι' αυτό να παίζεις, να παίζεις τη στιγμή που σε φωνάζουν
γιατί η στιγμή θα φύγει, θα περάσει.
Και το μόνο που θα μείνει θα' ναι τα γόνατά σου, χωρίς πληγές
δυο γόνατα αχρησιμοποίητα.)

October 6, 2013

κύκλοι στον 10ο

Ιστορίες που επαναλαμβάνονται είναι η ζωή μας και τίποτα παραπάνω. Κύκλοι που ενώνονται, διακόπτονται, μπλέκονται, χωρίζουν. Μα πάντα κύκλοι. Ποτέ ευθείες γραμμές. Άλλοτε ξεκινάνε από δεξιά, άλλοτε αριστερά, μα την κυκλική πορεία δεν μπορείς να την απομακρύνεις από πάνω τους.

**

Είναι η πρώτη μέρα στο καινούριο μου "σπίτι". Μικρό είναι μα δεν με πειράζει, πάντα μου άρεσαν τα μικρά μέρη. Το αγαπημένο μου, ήταν το μέρος αυτό, η ακριβής απόσταση από το ένα χέρι σου στο άλλο. Εκεί ανάμεσα να με άφηνες θα μπορούσα να πεθάνω ευτυχισμένη. Το παράθυρο είναι μεγάλο και δεν έχει πατζούρι. Είτε για να εκμεταλεύεται την κάθε αχτίδα που θα υπάρξει στον ουρανό, είτε για να αναγκάζομαι να ξυπνάω νωρίς θέλοντας και μη. Έχει άλλωστε πολλά πράγματα να κάνεις ένα πρωινό εδώ. Έξω από την πόρτα μου έχει ένα τεράστιο ποταμό και έναν χωματένιο πάντα νωπό δρόμο, ιδανικό για πρωινή γυμναστική. Είμαι στον 10ο όροφο στο είπα; Δε στο είπα. Το παράθυρό μου βλέπει όλη την πόλη. Από την μία άκρη ώς την άλλη. Και το χρυσό άγαλμα ακόμα! Φαίνεται ολοκάθαρα κι αυτό.

**

Βγαίνω στο μπαλκόνι, να αναπνεύσω. Μόνο οξυγόνο έχει εδώ. Οξυγόνο και ομίχλη. Τίποτα άλλο δεν μπαίνει στα ρουθούνια σου, όσο κι αν προσπαθήσεις για λίγο καυσαέριο ας πούμε, που συνειρμικά θα σε κάνει να θυμηθείς. Όσο κι αν προσπαθήσεις για λίγη θάλασσα. Για λίγο φως. Εδώ αναπνέεις μόνο ομίχλη. Κάνω κύκλους να τελειώσει το τσιγάρο. Τα βαριέμαι τα τσιγάρα.
- Πόσους κύκλους μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος σε ένα μπαλκόνι δύο μέτρων;
- Πόσα άτομα μπορούν να χωρέσουν σε ένα δωμάτιο 10 τμ;
Αμέτρητα μωρό μου. Όσα δεν θα καταφέρεις να γνωρίσεις ποτέ. Μα στους δικούς μου κύκλους χωράνε μόνο τέσσερα. Όταν πηγαίνω τέσσερα κι όταν έρχομαι ένα. Μόνο εγώ. Επιστρέφοντας, πάντα ζω σε έναν κόσμο φτιαγμένο για μένα χωρίς εσένα. Και θέλω να πω, έλα για λίγο, για έναν κύκλο μόνο αγάπη μου. Πόσο νομίζεις διαρκεί ένας κύκλος; Λίγους μήνες, μια βδομάδα, μια μέρα, ένα λεπτό; Όσο μια αναπνοή. Έλα για λίγο κι ύστερα φύγε πάλι. Το έργο το 'χω ξαναδεί.

( Μονάχα όταν φεύγεις, σε παρακαλώ, απομακρύνσου ησύχως.
Όπως θα απομακρυνόσουν από έναν τόπο εγκλήματος.
Γιατί έγκλημα είναι αγάπη μου,
να αφήνεις καρδιές να χτυπάνε χωρίς σκοπό πια.)



"Ξέρεις τι θα μου λείψει περισσότερο από σένα; Οι κατολισθήσεις μας. Το φως που έμπαινε ανάμεσα στα κορμιά μας καθώς γκρεμιζόμαστε - μια μυστική δύναμη. Ήταν ένα φως με ίχνη, με αποτυπώματα. Τα φέρω ακόμα. Κοσμήματα από φως. Καμιά φορά, όταν ξυπνάω το πρωί, το ξεχνάω. Νομίζω ότι έχω γεμίσει διαφανείς κρυστάλλους. Μετά θυμάμαι. Κοιτάζω το σώμα μου και η οξύτητά του με τρομάζει. Αν σε ξύσω άραγε από πάνω μου θα χαθείς; Θα χαθούν όλα όσα κατόρθωσαν να είναι; Και το φως; Πώς να το πάρεις απόφαση το φως;
Έχω περισσότερα ερωτήματα από καταφάσεις. Δεν μπορούν εύκολα  να σταθούν σ’ ένα κείμενο. Μήπως αν αναρωτιέσαι συνέχεια απαντάς σε όλα; Είδες, πάλι ρωτάω.
Τέλος πάντων, αυτό το χειμώνα έμαθα να κλίνω τα ανώμαλα ρήματα. Ξέρω απ’ έξω όλες τις πτώσεις, κάποια μέρα θα σου μιλήσω γι' αυτές. Έγινα γενναιόδωρος με όσα χάνω· φαίνεται, δεν τα είχα ποτέ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η απώλεια είναι τόσο αναίμακτη. Ούτε ότι συνηθίζει κανείς με τον καιρό τις συντέλειες του κόσμου."

(Σταύρος Σταυρόπουλος, 
Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν)

October 3, 2013

Z(oo)u Berlin.



Κουκίδες στο χάρτη είμαστε αγάπη μου. Ξέρεις πόσο μικροί φαινόμαστε από εκεί ψηλά; Τίποτα δεν είμαστε μωρό μου μπροστά στον Κόσμο ολόκληρο. Μικρές μουτζούρες οι χώρες και πιτσιλιές από μελάνι οι άνθρωποί. Ίσα που αχνοφαινόμαστε και νομίζουμε οι δύστυχοι πως ο κόσμος όλος είμαστε εμείς κι ό,τι γυρίζει γύρω μας. Να χωρούσε στο μικρό μυαλουδάκι μας το τι υπάρχει εκεί έξω. 



Έχει πολλά πάρκα εδώ αγάπη μου. Τεράστιους δρόμους και δέντρα παντού. Τα αυτοκίνητα σταματούν για να περάσουν οι πεζοί και οι άνθρωποι είναι άνθρωποι. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο από εμάς. Ώρες ώρες μου μοιάζει λίγο με την Αθήνα, αλλά σε μια πιο εξελιγμένη και πολιτισμένη εκδοχή της. Άλλες ώρες βέβαια καθόλου. Έχει ποτάμια μεγάλα, σα να κοιτάς το άπειρο μέσα στην πόλη, νερό ατελείωτο και γέφυρες πολλές. Σκιουράκια πετάγονται στα πεζοδρόμια και χάνονται στις φυλωσιέςΤα κτίρια είναι ψηλά και μοιάζουν μιας άλλης εποχής. Ήλιο δεν έχει συχνά. Εδώ ο ήλιος είναι κάτι έξω και πέρα από την πραγματικότητα. Σαν ένα δώρο, ας πούμε που περιμένουν οι άνθρωποι, όπως περιμένουν τα παιδιά τον Άη - Βασίλη την Πρωτοχρονιά.



Σήμερα ο ήλιος τύφλωνε. Βρέθηκα να τρώω κινέζικο στον ζωολογικό κήπο. Είναι από τους πιο γνωστούς ζωολογικούς κήπους του κόσμου, το ξέρεις; Είναι μεγάλος, τόσο πολύ μεγάλος, σαν μια πολιτεία, μέσα σε μια άλλη πολιτεία. Μια πολιτεία απόλυτης τάξης, ηρεμίας και ασφάλειας. Έχει δέντρα αμέτρητα και ζώα που δεν έχεις ξαναδεί.  Ελέφαντες και ένα μικρό, τόσο δα μικρό ελεφαντάκι -θα 'παιρνα όρκο πως είναι αυτό για το οποίο τραγουδάει ο Δεληβοριάς - τίγρεις, καμηλοπαρδάλεις και μια πολική αλεπού! Το ήξερες ότι υπάρχει πολική αλεπού; Ήταν άσπρη, ολόασπρη σαν την πολική αρκούδα, αλλά ήταν αλεπού. Έχει κι ένα γέρικο λιοντάρι, με μια μακρυά ταλαιπωρημένη χαίτη, ζέμπρες και ελάφια, πιθηκάκια και λίμνες με ψάρια εξωτικά. Ήταν κι ένα ζώο περίεργο, που έμοιαζε το μισό με ελάφι και το μισό με ζέμπρα και ονομάζοταν Okapi. Και διάφορα άλλα ζώα, που ούτε που θυμάμαι πως λεγόταν. Αμφιβάλω αν είδα το 1/3 των όσων είχε. Σίγουρα πρέπει να ξαναπάω. Ίσως όταν έρθεις.



Κάνει κρύο όμως μωρό μου. Πολύ κρύο, κρύο, συνέχεια κρύο. Δεν υπάρχει δευτερόλεπτο από τότε που ήρθα που να μην κρυώνω. Το κρύο σε πηρουνιάζει, σε κάνει να είναι η μοναδική σου αγωνία. Τα πρωινά ο ουρανός αντί για γαλάζιος είναι γκρι, κι όσο ρούχα κι αν φορέσεις πάλι ξέρεις ότι θα κρυώσεις. Το ξέρω, θα με πεις υπερβολική, αλλά μωρό μου αλήθεια σου λέω. Κρυώνω πάρα πολύ. Οι άνθρωποι εδώ μάλλον είναι συνηθισμένοι γιατί δεν τους βλέπω να το παίρνουν τόσο βαρέως όσο εγώ. Περπατάνε με ανοιχτά μπουφάν, ακόμα και χωρίς και λένε πως αυτό είναι καλοκαίρι! (Τι με περιμένει Θεέ μου, αναρωτιέμαι.) Τις προάλλες είδα ένα κοριτσάκι, με ένα τόσο λεπτό μπλουζάκι που μου ήρθε να το αγκαλιάσω για να μην κρυώνει. Το αγκάλιασε το αγόρι της τελικά.



Τα πήγαινέλα ακόμα δεν τα έχω μάθει καλά. Είναι πολλά άλλωστε. U-bahn, S-bahn, Strassen-bahn, Verkesmittel-bahn. Μα έχω μάθει πλέον, ακριβώς πότε πρέπει να ανέβω και πότε πρέπει να κατέβω. Ποτέ πια δεν χάνω τη στάση μου.



     Nächste Stationen:


October 1, 2013

τα μεγάλα παράθυρα



έξι φορές τα δικά μας είναι
τόσο μεγάλα, και κάθομαι εκεί στην καρέκλα
και κοιτάω έξω, περιμένω να τον δω
μιαν αχτίδα έστω
σα να παίζει μαζί μου νιώθω

βγαίνει για λίγο και κρύβεται πάλι
συνέχεια, όλη μέρα, η ίδια κίνηση
πίσω και μπροστά από τα σύννεφα
δε κουράζεται κι αυτός, απορώ

(τους λυπάμαι λίγο)


τι να τα κάνετε τα μεγάλα παράθυρα κύριοι;

αναρωτιέμαι

ο ήλιος όταν υπάρχει
μπαίνει κι από κλειδαρόπορτα

September 27, 2013

έμπρακτα θεατρικά

Πράξη πρώτη [Το τελευταίο (μας) καλοκαίρι]

"Οι τελευταίες μέρες του Αυγούστου
με βρήκαν ξαπλωμένο σε αγκάθια

Οι τελευταίες μέρες μαζί του
με βρήκαν μ’ ένα χέρι στο λαιμό μου"

Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών.
Καιρός να ετοιμάσεις
τις τρεις βαλίτσες
— τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα —
και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα
που τόσο σου πήγαινε
παρ’ ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις.
Εγώ, τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη,
θα ξανακοιτάξω τούς στίχους που έγραψα Ιούλιο κι Αύγουστο
αν και φοβάμαι πως τίποτα δεν πρόσθεσα,
μάλλον πως έχω αφαιρέσει πολλά,
καθώς ανάμεσα τους διαφαίνεται
η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι
με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσά του,
με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,
με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο
κάτω απ’ τα μπαλκονάκια
και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα ‘ναι το τελευταίο.

Γιάννης Ρίτσος


Πράξη Δεύτερη [Ατέλειωτα χρυσάνθεμα]

"Λοιπόν, τι απέγιναν τα ωραία χρυσάνθεμα;
Πού πήγαν οι παλιές μέρες;

Άνθρωποι που πέρασαν τη ζωή τους ψάχνοτας με τα μάτια τον
   ορίζοντα.
Σφυρίγματα τραίνων που σε πηγαίνουν πιο μακριά απ’ τα
   τραίνα."

Πράξη Τρίτη [Άνω τελεία]

Καιρός και να συντάξεις το αποχαιρετιστήριο
που θα αφήσεις στην (κενή πλέον) θέση της βαλίτσας
να αποφασίσεις το ύφος, το μέγεθος, τα σημεία στίξης
Παλιά σου άρεσαν πολύ οι τελείες
έκοβες τις προτάσεις, τις άφηνες μικρές, σχεδόν μισοτελειωμένες
Τα κόμματα ποτέ δεν σου άρεσαν, άσκοπη φλυαρία τα θεωρούσες
Οι παρενθέσεις μεγάλη σου αδυναμία,
αλλά γνωρίζεις τη χρήση τους μόνο όταν ξέρεις το τέλος
κι εσύ δεν το ξέρεις
μη βάλεις τελείες στο αποχαιρετιστήριο, ούτε μία

· ]

September 19, 2013

η αέναη κίνηση

ακούω έξω στην αυλή μια σκούπα να ξύνει το τσιμέντο
τα ηχεία παίζουν υπόκωφα Alex Turner
οι άνθρωποι είναι τόσο περίεργοι σκέφτομαι
που ίσως δεν αξίζει να προσπαθήσεις να τους γνωρίσεις
μα πιο περίεργη είναι η ζωή
σίγουρα, χάσιμο χρόνου να προσπαθήσεις να την καταλάβεις

το χώμα είναι νωπό και μυρίζει βροχή
μ' αρέσει η μυρωδιά της βροχής
κάθε φορά που βρέχει μου έρχεται μια ακαταμάχητη επιθυμία να χορέψω
χθες έβρεχε πολύ και φυσούσε, ακούγονταν θόρυβοι δυνατοί
σακούλες πετούσαν στον ουρανό και κλαδιά ξεκολλούσαν απ' τα δέντρα
πήρα το ποδήλατο και έτρεχα με τη βροχή να μου μαστιγώνει το πρόσωπο

ο ήχος της σκούπας συνεχίζεται
πόσες σκούπες άραγε κινούνται ταυτόχρονα κάθε φθινόπωρο;
παρόλο που ξέρουν ότι τα φύλλα θα συνεχίζουν να πέφτουν
πόσα φύλλα ακούραστα συνεχίζουν να πέφτουν;
παρόλο που ξέρουν ότι κάποιος θα τα βάλει σε ένα φαράσι

September 9, 2013

το μεγάλο φ

φοβάμαι πως μια μέρα δε θα μπορώ να γράψω
μικροσκοπικά αόρατα πλάσματα θα τρυπώσουν στο κεφάλι μου
θα εμποδίζουν την κάθε μου σκέψη
οι λέξεις δεν θα σχηματίζονται πια αβίαστα
ό,τι καταφέρνω να πω θα μοιάζει με ακατανόητη μουτζούρα

φοβάμαι πως θα κρυώνω
τα κόκκαλά μου θα πονάνε πολύ
θα ακούω τριξίματα και θα τρέμω μήπως σπάσω

φοβάμαι πως δεν θα ξυπνάω πια με τον ήλιο
στο παράθυρό μου αντί για αχτίδες, θα βλέπω βροχή
αντί για πουλιά, χιονονιφάδες
αντί για χρώματα, άσπρο

φοβάμαι πως μια μέρα δεν θα μπορώ να αγαπήσω
κανέναν, μα ούτε εσένα πια
φοβάμαι πως θα σε ξεχάσω
κι εσύ εμένα

φοβάμαι πως αυτή η μέρα βιάζεται

September 5, 2013

αποθήκευσε βαθιά
τον ήχο της θάλασσας
να έχει να τον αντιπαραθέτει
αργότερα
με αυτόν της βροχής

August 26, 2013

τα έχω και τα δεν.

"Έχω ένα κόμπο στο λαιμό και μια θηλιά που όλο στενεύει." Κι είναι μέρες που σφίγγει πράγματι πολύ και λες θα τα παρατήσω. Θα δεχτώ έτσι ήσυχα το τέλος, γιατί άλλωστε δεν έχω και τίποτα για να παλέψω. Κι είναι αλήθεια πολλά αυτά που δεν έχεις. Δεν έχεις δουλειά και δεν έχεις λεφτά. Κι όλο το καλοκαίρι το πέρασες στην πλατεία του χωριού σου, πίνοντας μπύρες από το περίπτερο, άντε στην καλύτερη περίπτωση με βόλτες δίπλα στη θάλασσα και ένα μπολάκι λουκουμάδες στο χέρι. Τίποτα δε μοιάζει όπως τότε, που έκανες τις διακοπές σου σε 3 διαφορετικά νησιά, άνοιγες μπουκάλια και κέρναγες σφηνάκια και την παρέα απέναντι. Μπορεί να το σκέφτεσαι και να το ξανασκέφτεσαι να πάρεις ένα γαμημένο μοχίτο, γιατί έχει 8 ευρώ κι αυτό ισούται με 2 φρέντο καπουτσίνο. Μπορεί οι μόνες διακοπές που μπόρεσες να πας τα τελευταία καλοκαίρια και που θα συνεχίσεις να πηγαίνεις τα επόμενα, να είναι σε κάμπινγκ, δύο άτομα σε μονή σκηνή και να ξυπνάς στις 7 το πρωί από τον ήλιο αναθεματίζοντας την τύχη σου, που πάλι την βάλατε στη λάθος θέση! Μπορεί να νιώθεις χρησιμοποιημένος, σχεδόν βιασμένος που τρέπεσαι σε φυγή από τη χώρα σου, τη χώρα που αγάπησες, μα δε σ' αγάπησε αυτή, για ένα μεταπτυχιακό -με λεφτά που μόνο δεν περισσεύουν από τους γονείς σου- και ένα καλύτερο μέλλον. Μπορεί να είσαι 25 και να ξυπνάς ακόμα στο παιδικό σου δωμάτιο, να μην αντέχεις άλλο να βλέπεις την μπεμπέ γαλαζοκίτρινη ντουλάπα σου και τις φωτογραφίες από τα καρναβάλια του '95 που είσαι ντυμένος δέντρο. Μπορεί να μην έχεις την τέλεια σχέση κι όλο να βρίσκεις τους πιο απίθανους λόγους για να μαλώσεις. Μπορεί να μην έχεις σχέση κι ακόμα να σου τριβελίζει το μυαλό εκείνος ο μεγάλος έρωτας, που νόμιζες ότι θα παντρευτείτε κι ότι θα κάνετε παιδιά. Μπορεί ακόμα να σου τριβελίζουν το μυαλό τα πόσα ήθελες να κάνεις αλλιώς και δεν τα έκανες. Τα πόσα θες να κάνεις αλλιώς και δεν τα κάνεις. Το πόσο θέλεις να δώσεις τέλος στο άχρωμο παρόν σου, το πόσο απεγνωσμένα θέλεις να γίνεις κάτι που να σου αρέσει. Κι αντ' αυτού κοιτάς αδιάκοπα μια οθόνη, πατώντας ριφρές κάθε 3 λεπτά, ανεβάζοντας φωτογραφίες από τη χθεσινοβραδινή κραιπάλη, -καλά που υπάρχει και το φέισμπουκ και νομίζουμε ότι κάποιον πείθουμε ακόμα περί των καταπληκτικών ζωών μας- γράφοντας στο τουίτερ αστεία, από γέλια που δεν θα ακούσεις ποτέ ή γκρινιάζοντας για το δήθεν που σε περιβάλλει ή επαναστατώντας ονλάιν, κάνοντας φυσικά ταυτοχρόνως τσατ με επίδοξους διεκδικητές μιας θέσης στο κρεβάτι σου.
Όλα αυτά, δεν τα έχεις. Ούτε εγώ.

Είναι όμως και καμιά φορά όμως που σκέφτομαι πως κάτι έχω.  Έχω τη μαμά μου που κάθε μέρα με ρωτάει με παράπονο αν έφαγα και πότε έφαγα και ότι πρέπει να προσέχω τη διατροφή μου, γιατί δεν κάνουν καλό τα φαστ φουντ και ανεβάζουν τη χοληστερίνη. Και την αδερφή μου έχω, που με αγαπάει πολύ κι όλο μου φέρνει κάτι από όπου κι αν πάει, γιατί το είδε και με θυμήθηκε (κι ας εγώ ακόμα της χρωστάω το δώρο γενεθλίων) και με μαλώνει κιόλας και τότε είμαι σίγουρη, γιατί το ξέρω πως το μόνο που θέλει, είναι να με δει ευτυχισμένη. Κι άλλα έχω. Έχω την καλύτερή μου φίλη, που μπορεί να είμαστε πλέον μακρυά, αλλά είναι σα να πίνουμε μαζί καφέ κάθε απόγευμα. Και ένα σπάνιο άτομο έχω, που είναι κοντά μου και που κάθε μια φορά που είμαστε μαζί, νιώθω τυχερή που το γνώρισα και ευγνωμοσύνη γιατί μ' έκανε να ξαναπιστέψω στους ανθρώπους. Γιατί ξέρεις, άνθρωποι υπάρχουν, έτσι ακριβώς όπως τους θέλεις, που θα σε αγαπήσουν και θα σε αγκαλιάσουν και θα είναι εκεί, που δεν θα σε προδώσουν. Υπάρχουν άνθρωποι στα μέτρα σου ακριβώς, αρκεί να ψάξεις να τους ξετρυπώσεις. Έχω και τον μπαμπά μου έχω. Που με αγαπάει κι αυτός κι ας είναι μετρημένες οι φορές στα δάχτυλα που θυμάμαι να μου το λέει. Έχω... Και κάποιον άλλον έχω, που έρχεται και φεύγει... Μα που είναι κομμάτι από εμένα και ξέρω πια πως κι εγώ είμαι κομμάτι απ' αυτόν. Κι άλλωστε, σκέφτομαι, συνήθως τίποτα παραπάνω δεν είμαστε από περαστικοί στις ζωές των άλλων. Κι αν όσο είμαστε σε μια κοινή πορεία μπορούμε να κάνουμε τον άλλον να χαμογελάει λίγο παραπάνω από όσο πριν μας γνωρίσει, τότε αυτό είναι επιτυχία. Έχω και τις μουσικές μου έχω και τις ταινίες μου και τους στίχους μου, που δίνουν στη ζωή μου ρυθμό και στις σκέψεις μου σχήμα. Κι έχω κι αυτό που νιώθω να πετάω ανάμεσα στα σύννεφα, απλά επειδή ανακάλυψα ένα καινούριο τραγούδι που μπορεί να το ακούω για μέρες ασταμάτητα και να ζω εξαιτίας του σε έναν υπέροχο κόσμο για λίγο. Έχω και τη θάλασσα έχω, σε μια πόλη που αν τίποτα άλλο αν δεν έχει να μου προσφέρει έχει τουλάχιστον αυτό. Και τον ήλιο έχω κι ένα παράθυρο που κοιτάει τον ουρανό. Και ξέρω, μπορεί να ακούγεται κλισέ, αλλά πιο μεγάλη ευτυχία από το να ξυπνάς και να κοιτάς τον ήλιο στα μάτια δε θα βρεις. Κι έχω ακόμα εκείνο το παγκάκι στην άκρη της παραλίας, που πάντα το βρίσκω άδειο επειδή είναι λίγο σπασμένη η πλάτη. Κάθομαι όμως, γιατί μόνο εγώ ξέρω πως έχει την πιο όμορφη θέα, και βλέπω τα καράβια να φεύγουν μα και να έρχονται και διαβάζω λίγο από το βιβλίο μου, μα πιο πολύ κοιτάω τους περαστικούς. Κι εκεί κοντά στο κίτρινο ηλιοβασίλεμα, που τόσο πολύ μισώ, βλέπω έναν παππού και μια γιαγιά πιασμένους χέρι χέρι να περπατάνε. Κι ύστερα χαμογελάω ανακουφισμένη και ουρλιάζω από μέσα μου "Ναι το ήξερα ότι υπάρχει! Υπάρχει το πάντα! Σας το είχα πει ότι υπάρχει!"
Όλα αυτά, τα έχω. Είναι ολόδικά μου. Και τα έχεις κι εσύ.


August 20, 2013

Αύγουστος.

*ακάλυπτα νώτα
 -Μήπως έχεις ένα τσιγάρο;
-Όχι, αλλά μπορώ να σου βρω


*ανυποψίαστο μειδίαμα
-Θαρρώ πως πρέπει να γνωριστούμε επισήμως κάποτε
θα ταιριάξουμε πολύ, μουσικά τουλάχιστον

*απρογραμμάτιστες οθόνες
  -Καλημέρα! (Είσαι το αίνιγμα που θέλω να λύσω)
-Μείνε λίγο ακόμα!
(Θα χορέψουμε στη βροχή και θα μου μάθεις τι θα πει πουθενά)
-Μη με στεναχωρείς, σε παρακαλώ
-Δε θα έπρεπε να σε στεναχωρεί ένας άγνωστος
-Χριστούγεννα! (Οι μυρωδιές θυμίζουν κάποια πληγή)
-Ποια να είναι η αιτία που αντί να λες αστεία ξεσπάς παντού μ'οργή;
(Κι αν θέλει κι άλλο κόπο εγώ θα προσπαθώ)

*παραλίγο εκεί  
-(Θα 'θελα τόσο πολύ να σε εντυπωσιάσω)
Μπορείς να είσαι για πάντα όπως χθες;
-(Δε νομίζω) Τι άρωμα φοράς;
-Δε θα σου πω. Τον σκέφτεσαι;
-Όχι. Άγγιξέ με
-(Θα πονέσει.) Κοίτα, ένας ανάποδος Άη Βασίλης!
-Να σε φιλήσω;
-Θα χαλάσει

*στατικός ίλιγγος
-Πήγα με άλλον. Τι μη μου πεις ότι στεναχωρήθηκες;
-Αρκεί να χάρηκες εσύ

-Θα της στείλω
-Να (μην) της στείλεις

-Μη φεύγεις
-Ποτέ δεν ήμουν εδώ

-Αγκάλιασέ με
-Δεν μπορώ
-Θα περιμένω
-ΝΑ ΜΗΝ

(κενό) 

-Άργησες. Γιατί άργησες; Ξέρεις η ιστορία μας ανυπομονούσε να γίνει πραγματικότητα!
-Δε θα σε πληγώσω. (Θα σε φάω ζωντανή κι ας κλάψω μετά) Ναι. Όχι. Μη μου κρατάς μούτρα. Μίλα μου, είναι σκοτάδι η σιωπή και θα χαθούμε. Συγγνώμη. Έλα στην αγκαλιά μου. Μη μου γυρνάς πλάτη. Φεύγω. Φύγε. (-Μα έμαθα τα βήματα..)

(κενό)

-Συγχώρεσέ με. (Το κεφάλι μου πάει να εκραγεί) Τρέξε. Σταμάτα. Έλα. Όχι τώρα. (-Κάνε μια ευχή) Φουυυυ! Πως να σου πω ότι φταίω, πως για όλα φταίω εγώ; Ότι κλαίω πριν να κοιμηθώ, και το απωθημένο μου θηλιά στο λαιμό που με πνίγει κάθε πρωί. Είσαι πολύ καλό κορίτσι, άσε με να φύγω. Ήρθα! (-Μα η ιστορία που είχα φτιάξει ήταν μόνο για δύο..)

(κενό)

-Τέλειωσε. Δεν υπάρχει άλλο. Δεν το βλέπεις; Τέλειωσε χωρίς κανέναν πάταγο. Απλά εξαντλήθηκε.
-(Μου έλειψες τόσο) Σ' α γ α π ώ!
-Κι εγώ!
-Και τώρα;
-Ξανά;
-Απ' την αρχή!

Τσουγκριά Σκιάθου, 2013

Ένα ζεστό απόγευμα ήταν
Έβαλε κάτω προσεκτικά όλους τους μήνες του χρόνου και τους δίκασε
Όλοι της έβγαιναν μονοί
Κάποιοι σε επανάληψη, μα μόνο τα αρνητικά τους
Ξέρεις, σέπια ταινία που βάζεις στο φως
Για να κρυφοκοιτάξεις λίγο στο παρελθόν

Κι ύστερα σκόνταψε στον Αύγουστο
Ο Αύγουστος της βγήκε 3 στα 3
Γέλια πίσω από τις μισόκλειστες γρίλιες το μεσημέρι
Γλώσσες με γεύση μόκας να συναντιούνται κρυφά
Φιλιά μισολιωμένα από τη ζέστη
Θάλασσες να τρέμουν
Κύματα να καρδιοχτυπούν
Τζιτζίκια να ερωτεύονται
Δάχτυλα μπλεγμένα με άμμο, και μεταξύ τους

Ο Αύγουστος τους πήγαινε πολύ,
αθώος θα μπορούσε να είναι η ετυμηγορία
αν δεν ήταν αυτός που σκοτώνει το καλοκαίρι.

July 28, 2013

παγωτό ξυλάκι

Aυτό που δεν αντέχω στα καλοκαίρια είναι τα παιδιά.

Oι απογευματινές θορυβώδεις συναθροίσεις τους
O τρόπος που κλωτσάνε την μπάλα
H αθωότητα με την οποία γλύφουν το παγωτό
Τα γεμάτα σοκολάτα μάγουλά τους
H λαιμαργία με την οποία τρώνε το καρπούζι
Τα αναίτια γέλια τους
Οι φωνές τους
Τα χέρια τους που κολλάνε ροδάκινο
Τα βρώμικα ρούχα τους
Τα μαύρα ξυπόλυτα πόδια τους
Τα χωρίς μαγιώ μπάνια τους
Τα κυλίσματά τους στην άμμο
Τα πυργάκια τους και τα κουβαδάκια τους
Η ανεμελιά και το άδειο κεφάλι τους
Οι κατασκηνώσεις τους
Τα κολλημένα στο στόμα τους χαμόγελα
Τα πρωινά ξυπνήματά τους
Τα μάτια τους
Τα αθώα μάτια τους
Ο ήλιος στο βλέμμα τους
Η θάλασσα μέσα τους
Το τίποτά τους, τα πάντα τους.

(Αυτό που δεν αντέχω στα καλοκαίρια, είναι ότι δεν είμαι πια παιδί.)

July 17, 2013

Βόλτες στο ψυγείο.

Τα βιβλία μου ποτέ δεν τα πρόσεχα. Δεν ήταν ότι δεν τα αγαπούσα, το αντίθετο μάλιστα. Αυτό όμως, δεν αλλάζει το γεγονός πως ήταν ένα χάος. Ενδόμυχα βέβαια, ίσως να ήξερα το γιατί. Ασυνείδητα μπορεί αυτή να ήταν η αιτία που τα παίδευα. Για να μου μοιάζουν.

Πάντα ταλαιπωρημένα και κουρασμένα. Γεμάτα λεκέδες. Αίμα, φυσικός χυμός πορτοκάλι (για την αναπλήρωση αυτού), στάχτες, κάπου ίσως, ακόμα και καψίματα. Καφές στα πανεπιστημιακά, (απαραίτητος αν και τον συχαινόμουν, ύστερα ανακάλυψα τα ενεργειακά ποτά και βρήκα την υγειά μου), πολλών λογιών φρούτα και τσαλακώματα. Καρπούζι, πεπόνι, αχλάδι, φράουλες, κεράσια, μάνγκο, ακτινίδια, ανανά, γάλα με νέσκουικ. Παρόλαυτα τα βιβλία μου έχουν γεύση αλμυρή. Από τις αλατισμένες σταγόνες, άλλοτε της θάλασσας, άλλοτε απ' αυτές που ξέφευγαν άθελα, από τα μάτια μου. Τα βιβλία, μου έδιναν την ψευδαίσθηση ότι δεν είμαι μόνη. Με τα βιβλία μου γινόμουν ένα. Κοιμόμουν μαζί τους, ξυπνούσα μαζί τους, τα έπαιρνα αγκαλιά, τους χάριζα το άρωμά μου, μου χάριζαν το δικό τους, σχεδόν δεν μας ξεχώριζες. Οι απαλές υπογραμμίσεις με μολύβι, δεν ήταν κάτι που μου άρεσε, αλλά ήταν αναπόφευκτο. Όταν δεν ήταν εύκαιρο, ακόμα και με στυλό. Βιβλίο που δεν υπογραμμίζεται, υποστήριζα και υποστηρίζω, είναι σαν να μην το διάβασες ποτέ. Και μουτζούρες. Πολλές μουτζούρες, σημειώσεις και ερωτήσεις που, το ήξερα καλά, δεν θα έπαιρναν ποτέ απάντηση.

Τις νύχτες, τα καλοκαίρια, πάντα ταξιδεύω. Θα 'ναι δε θα 'ναι 30 μέτρα απόσταση. Από την πίσω αυλή, στο ψυγείο και τούμπαλιν. Γεμίζω το μπλε μπωλάκι μου με φρούτα και ξαναγυρνάω σκεπασμένη με το σεντόνι μου, να δω αν αποφάσισε επιτέλους η Σοφία να παίξει σωστά την Μπλανς, αν η Ρόντα σταματήσει να χτίζει τη ζωή της με βάση το φόβο, αν οι "τρεις άδειες καρέκλες" βρουν ποτέ κάποιον να ξεκουράσουν, αν θα σταματήσω να δακρύζω με τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, που έκλεψα προχθές από τη βιβλιοθήκη σου, ή αν οι ιστορίες του Μπρεχτ βρουν κάποτε νόημα στο μυαλό μου. Τις νύχτες, τα καλοκαίρια, ταξιδεύω. Μπορείς να το ονομάσεις βόλτες ως το ψυγείο. Εγώ θα σου πω ότι γυρνάω τον κόσμο ολάκερο.

* δεν υφίσταται καλοκαίρι, δίχως βιβλίο *

July 2, 2013

Αξιώματα.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Τα απογεύματα οι σκιές θα μεγαλώνουν κι εμείς δεν θα έχουμε πουθενά να κρυφτούμε.
Θα παραγγέλνουμε  καφέ γλυκό, μα πάντα θα πικρίζει στη γλώσσα.
Ο ήλιος θα δύει, ο ήλιος θα ανατέλλει.
Κυβερνήσεις θα πέφτουν , κυβερνήσεις θα ανεβαίνουν.
Ο καναπές θα έχει γίνει δέρμα μας και η οθόνη μάτια μας.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Τα κεριά θα σβήνουν κι οι ευχές θα μένουν απραγματοποίητες.
Θα είμαστε κακοί μ' αυτούς που δεν το αξίζουν, γιατί μόνο αυτοί θα είναι εκεί για εμάς.
Θα θέλουμε να ουρλιάξουμε, μα θα ακούει το μαξιλάρι τα πνιχτά δάκρυά μας.
Θα αδικούμε άλλους, επειδή άλλοι υπήρξαν άδικοι με εμάς.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Οι δεύτερες ευκαιρίες θα είναι πάντα χαμένες.
Οι τρίτες και οι τέταρτες, παρωδίες.
Το σεξ με αγνώστους θα είναι πάντα υποκατάστατο.
Θα ακουμπάμε τα κορμιά μας και μετά θα τα γδέρνουμε για λίγη κάθαρση.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Τα τηλέφωνα θα χτυπούν πάντα μετά τις 12:00.
Τα μηνύματα θα είναι μεθυσμένα.
Θα μου τραγουδάς στους δρόμους, μα θα 'ναι από απελπισία.
Θα σου λέω σ'αγαπώ και θα μου λες πηδάω άλλη.
Θα κλαίω στον ώμο σου, μα δίχως χέρια να με αγκαλιάζουν.
Θα με διώχνεις και θα επιστρέφω.
Θα φεύγω και θα με κυνηγάς.
Θα με ρωτάς αν σ'αγαπάω και δεν θα απαντώ.
Θα μου λες σ'αγαπάω, μα θα ματώνουν τα χείλη σου.
Θα μου λες δε φεύγω, μα θα είναι από φόβο μην με αγγίξει άλλος.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Ο κόσμος δεν είναι όμορφος.
Τα πρωινά με δυο ζευγάρια λαμπερά μάτια, ουτοπία.
Η οικογενειακή θαλπωρή θα μας πνίγει.
Τα καλοκαίρια θα καλύπτουμε τη θλίψη μας με άμμο.
Κάθε Σεπτέμβρη θα φυσάει δυνατά.
Θα μένουμε γυμνοί και θα διαλύονται τα κάστρα μας.

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Ποιός ουρανός;
Ποιά θάλασσα;
Ποιό φεγγάρι;
Ποιά αγάπη;

Ας είμαστε ρεαλιστές.
Δεν θα νικήσουμε.
Φοβάμαι πως δεν θα φτάσουμε καν στο τέλος.



μα δεν είμαστε κι ώσπου να γίνουμε, αν θες,
αφαίρεσε τη νύχτα απ᾿ τα μάτια σου –

πως να παλέψω μόνος με τους δυό σας;

June 25, 2013

κουφόβραση.

τα καλοκαίρια η ζωή της πόλης μεταφέρεται στα μπαλκόνια
το κλάμα των μωρών, τα γέλια των ερωτευμένων, το γάβγισμα των σκύλων
τα καλοκαίρια νιώθω να πεθαίνω λίγο λίγο
καταπίνοντας μασημένα κουκούτσια από το παγωμένο καρπούζι 
τα καλοκαίρια και τα ηλιοβασιλέματα έχουν κάτι αποκρουστικό
η θάλασσα, η άμμος, ο ήλιος
 δες τα για λίγο αλλιώς και θα τρομάξεις κι εσύ, θα δεις
αυτό το πεθαμένο πορτοκαλί και ο επαναλαμβανόμενος ήχος από τα τζιτζίκια
τα καλοκαίρια δεν πέφτουν από τον ουρανό αστέρια
και κανένας δε χρειάζεται τις αγκαλιές για να ζεσταθεί
τα καλοκαίρια οι άνθρωποι απομακρύνονται από το πραγματικό
κι οι σχέσεις που συνάπτουν περιορίζονται σε φτηνούς διαλόγους
λίγο άρωμα καρύδας, γκλίτερ στο μαυρισμένο δέρμα και μερικά σφηνάκια
αξέχαστα μεθύσια και βραδιές με πολύ σεξ
σεξ, πολύ σεξ τα καλοκαίρια
ακόμα κι αυτά τα ερωτευμένα ζευγαράκια, πιασμένα χέρι χέρι
σα να μεταλλάσσονται κι αυτά, δες, σα να φεύγει λίγος έρωτας από εκείνη τη φωτογραφία
στον μύλο της Πάρου ή στην ξασπρισμένη βάρκα σ' εκείνη τη μακρινή παραλία της Ικαρίας
ναι, πάντα το έβλεπα
ο έρωτας δεν ταιριάζει στα καλοκαίρια
μόνο στο φεγγάρι, στο φεγγάρι μπορείς ίσως να βρεις λίγη παρηγοριά
στο ολόγιομο καλοκαιρινό φεγγάρι και στα θερινά σινεμά
εκεί ίσως, μπορεί και ενδεχομένως να ξεπέσει φευγαλέα καμιά αληθινή ματιά

χωρίς να ξέρω πως
βρεθήκαμε πάλι να πηγαίνουμε βόλτα τον σκύλο μαζί, σιωπηλοί όπως πάντα
κανείς δεν θέλει να είναι εδώ, μα δεν καταλαβαίνω γιατί κανείς δε φεύγει
δεν ταιριάζουμε σου είπα τις προάλλες
οι γλώσσες μας ταιριάζουν είπες και με φίλησες

τελευταία, τα βράδια, γύρω στη μία θα είναι
αφού πιω το χυμό μου -βύσσινο πάντα-
πέφτω από το μπαλκόνι
αναρωτιέμαι
σε πόσους ορόφους θα φτάσω επιτέλους στη γη;


Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του. 

Μανόλης Αναγνωστάκης






* κάπνισαν το τελευταίο τους τσιγάρο
 κι ευχαρίστησαν ο ένας τον άλλον που αγαπήθηκαν. 
έστω και για λίγο. *

May 26, 2013

Μπλε και Κόκκινο.

Αρχές και τέλη. Τέλη και αρχές. Σωστά και λάθη. Λάθη και σωστά. Τελείες και ερωτηματικά. Ερωτηματικά και τελείες. Και η ζωή κυλά κι εσύ επιλέγεις. Και μοιάζουν όλα σ' έναν μονόδρομο με πολλές διασταυρώσεις. Σήματα πουθενά. Πουθενά υποχρεωτική στροφή, πουθενά υποχρεωτική  κυκλική πορεία, πουθενά στοπ, πουθενά προτεραιότητα. Και πας άλλοτε αργά κι άλλοτε γρήγορα. Και τη μία πατάς απότομα το γκάζι και την άλλη απότομα το φρένο και κάποτε μπερδεύεις και τον συμπλέκτη και τα κάνεις όλα μπάχαλο. Κι άλλες φορές πάλι, επιλέγεις να βάλεις και συνοδηγό και τον εμπιστεύεσαι, πως θα είναι εκεί μαζί σου, σε όλη την πορεία και ότι δεν θα αποκοιμηθεί, μα αυτός αποκοιμιέται. Και καμιά φορά ανοίγει απότομα την πόρτα και πετάγεται από το αμάξι, γιατί δεν του αρέσει πια η παρέα σου. Κι άλλοτε πάλι θέλει να ξανανέβει κι εσύ τον αφήνεις. Μα ούτε που ξέρεις γιατί. Δεν ξέρεις τίποτα. Κι απ' τα χέρια σου κρεμιέται μια ζωή! Η δική σου. Και στρίβεις σε λάθος δρόμους και χάνεσαι και απελπίζεσαι και κάνεις κύκλους. Ξανά και ξανά. Κι ύστερα σκέφτεσαι πως είναι όμορφοι οι κύκλοι, γιατί όταν κλείνουν καταλήγουν στο ίδιο σημείο, στο σημείο εκκίνησης. Και είναι όμορφα τα σημεία εκκίνησης. Πάντα, πολύ όμορφα κι έχουν μια γοητεία που δεν τη βρίσκεις συχνά. Μα ύστερα σκέφτεσαι πως οι κύκλοι καταλήγουν στο πουθενά και στο τίποτα. Σε βαλτότοπους που δεν μπορείς να ξεφύγεις, που βουλιάζεις και πνίγεσαι. Κι ύστερα πάλι σκέφτεσαι πως μπορεί να μην αγαπάς τους κύκλους και την κατάληξή τους, αλλά το συνοδηγό. Μα αυτός μπορεί να είναι πιο χαμένος από σένα. Κι αντί να σε βοηθάει να βρεις το ηλιοβασίλεμα που τόσα χρόνια ψάχνεις να σε οδηγεί μακρυά απ' αυτό. Και να θέλει για πολύ καιρό ακόμα να περιπλανιέται. Ή μπορεί να μην κατάφερε ποτέ να σε κοιτάξει στα μάτια για να δει τι υπάρχει μέσα σ' αυτά. Ή μπορεί βέβαια, να μην τον άφησες ποτέ εσύ, έχοντας πάντα το κεφάλι στραμμένο προς τα εμπρός κι όχι προς αυτόν.

Μα μια μέρα δεν αντέχεις άλλο αυτόν τον λαβύρινθο. Πατάς τέρμα συμπλέκτη, βάζεις πρώτη, μετά δευτέρα, τρίτη, τετάρτη, πέμπτη. Και φεύγεις με φόρα πολλή, χωρίς συνοδηγό. Και απομακρύνεσαι, απομακρύνεσαι χωρίς να ξέρεις πάλι που πας. Και άξαφνα εμφανίζεται ξανά ο ίδιος συνοδηγός ταλαιπωρημένος και κουρασμένος. Μα κι εσύ στα ίδια χάλια είσαι. Δεν μπορείς από την κούραση ούτε την πόρτα να ανοίξεις. Θα είναι λάθος να προσπαθήσεις. Θα είναι λάθος ακόμα και να οδηγήσεις.

Αφήνεις το αμάξι. Παίρνεις μετρό.


"Όταν βγούμε μαζί για καφέ να το δεις έχω λίγο αλλάξει.
Κουβαλάω αποχρώσεις του μπλε κι ένα Εγώ που δεν φέρθηκε εντάξει.
Θα έχω δυο χάρτες λευκού αγκαλιά και τη σκόνη απ' τους δρόμους στην τσέπη.
Κι απ' τα χείλη μου αντί για φιλιά θα σ' αγγίξουν δυο γυάλινα πρέπει."

May 18, 2013

Even though I'm a woman.

 

- How do you know when it's over?
- Maybe when you feel more in love with your memories,
than with the person standing in front of you.

* I'd be lying if I did not say/
I love you more when I'm missing you/
It's why I am always away *

May 6, 2013

Στην ταράτσα.

"Μια μέρα τους είπα πως από πολύν καιρό είχα αισθανθεί την ευτυχία τους, πως και στη Γη ακόμα την αναπολούσα με τόση λύπη, ώστε μου προξενούσε καμιά φορά έναν ανυπόφορο πόνο, που συχνά τότε δεν μπορούσα να κοιτάξω τον ήλιο χωρίς να κλαίω, πως το μίσος μου για τους ομοίους μου ήταν ανακατωμένο με θλίψη, και πως σκεφτόμουν: γιατί δεν μπορώ να τους μισώ χωρίς να τους αγαπώ; Γιατί τόση θλίψη μέσα σε τόση αγάπη; Γιατί τόση αγάπη μέσα σε τόσο μίσος;"

Κάποτε θα διαβάζουμε μαζί Ντοστογιέφσκι στην ταράτσα. Οι αχτίδες του ήλιου θα καίνε τα κορμιά μας. Θα είμαστε συνέχεια αγκαλιά και θα κρατάμε σφιχτά ο ένας το χέρι του άλλου. Ο ιδρώτας μας θα γίνεται ένα και θα μας ενώνει ακόμα περισσότερο. Ο αέρας θα μας ανατριχιάζει το δέρμα, αλλά εμείς θα νιώθουμε μόνο ζεστασιά. Θα κοιτάμε τον απέραντο ουρανό και θα ζωγραφίζουμε σ' ένα νοητό γαλάζιο καμβά. Θα λέμε ιστορίες παιδικές, με όμορφα τέλη. Θα μουρμουρίζουμε τραγούδια μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής όπου ο έρωτας ήταν αγνός και η αγάπη αιώνια. Θα τρώμε σπιτικό παγωτό καϊμάκι, σε εκείνα τα πορσελάνινα μπολάκια της γιαγιάς, με τα ζωγραφισμένα λουλούδια. Και μαύρες ρώγες σταφύλι, από την κλιματαριά, χωρίς να τις πλένουμε, κρύβοντας με τα χέρια μας το πρόσωπό μας, όπως τα μικρά παιδιά όταν κάνουν ζαβολιές. Θα κάνουμε έρωτα παθιασμένο, απενοχοποιημένοι από κάθε ίχνος μικροαστισμού. Έπειτα ξαπλωμένοι, στην καυτή πλάκα θα κοιτάμε ξανά τα σύννεφα και θα παίζουν τα δάχτυλά μας με το φως. Θα βουτάμε με τα ρούχα στη θάλασσα και θα κυνηγάμε τον ήλιο. Θα με αγαπάς και θα σε αγαπώ και θα είναι ο κόσμος φτιαγμένος μόνο για εμάς. Και ξέρεις... Το κάποτε είναι τόσο μακρυά όσο και κοντά. Τόσο παρελθόν όσο και μέλλον.



*Το όνειρο ενός γελοίου, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι


[σάουντρακ σεναρίου Detektivbyrån - Dansbanan]

April 30, 2013

δευτερόλεπτα / αιώνες.

Αστράκια και καρδούλες και ταξίδια συμπαντικά. Ταχυπαλμίες και σφίξιμο στην καρδιά. Καράβια και τρένα. Λεωφορεία και αεροπλάνα. Πρόσωπα άγνωστα, διάλογοι παράξενοι, βλέμματα ντροπαλά, χαμόγελα φευγαλέα. Βόλτες στον ήλιο, συνειρμοί ευτυχίας, κοιλόπονος γέλιων. Ξενύχτια και βρώμικο. Ταχύτητα και άγνωστο.

Μοχίτο και ντάκιρι. Βότκες λεμόνι. Φιλιά εξωτικά, μουσικές εκωφαντικές, σεξ δίχως πρέπει. Ξενοδοχεία και αυτοκίνητα. Μάλλον ναι και μάλλον όχι. Ζακέτες που ξέχασες, αγκαλιές που βρήκες. Προσδοκίες που είχες, εκπλήξεις που συνάντησες.

Θάλασσες με διαφορετικό γαλάζιο. Ήλιος με άλλο κίτρινο. Δρόμοι που βγάζουν εκεί. Αδιέξοδα που δε συναντάς. Υπερβολές που αγαπάς. Παντελόνια πολύχρωμα. Φουλάρια που ανεμίζουν. Πουά και φλοράλ. Ρετρό και βίντατζ. Τραγούδια που ερωτεύεσαι. Άγνωστο που δε φοβάσαι. Νόημα που βρίσκεις.

H ζωή, που τόσο καιρό καταδίκασες τον εαυτό σου να μην ζει, μηρυκάζοντας το παρελθόν.

"Μια μέρα έτσι απλά, σιγά, σιγά αρχίζεις κι αναπνέεις
Άσε με εδώ, μ'αρέσει από το βυθό να βλέπω να επιπλέεις.!"

April 22, 2013

Εκτός εποχής.

Να την πας  για καφέ δίπλα στο λιμάνι.
Εσύ να πάρεις σοκολάτα, αυτή τσάι.
Να την κοιτάς και να κοκκινίζεις, σα μικρό παιδί.
Να θέλεις να τη φιλήσεις, αλλά να μην μπορείς.
Να τη ρωτάς γιατί το κάνει αυτό.
Να κάνει ότι δεν καταλαβαίνει τι εννοείς.
Να περπατήσετε δίπλα στη θάλασσα.
Να καθήσετε στο πιο μακρινό παγκάκι.
Να ακουμπήσει το κεφάλι της στον ώμο σου.
Να χαϊδέψεις απαλά τα μαλλιά της.
Να σηκωθείτε, να σε πάρει αγκαλιά, να βάλετε τα πρόσωπά σας σε απόσταση αναπνοής.
Να γυρίσεις το κεφάλι σου σε άλλη μεριά.
Να χαμογελάσει αμήχανα.
Να πάρετε το δρόμο του γυρισμού.
Να μην μιλάτε στη διαδρομή.
Να έρθει η ώρα να χωριστείτε.
Να στρίψεις αριστερά, λέγοντας "γεια".
Να σταθεί και να πει "μα..".
Να την αρπάξεις. Να τη φιλήσεις.
Να είναι το πρώτο σας αληθινό.
Να της κοπούν τα πόδια.
Να μην ξέρει τι να πει.
Να πάτε κάπου χωρίς φως, σα να είστε ακόμα λύκειο.
Να φιληθείτε, σα να παραμονεύει κάποιος απροσδιόριστος φόβος πως δε θα ξαναβρεθείτε.
Με πάθος. Και στοργή. Να την αγκαλιάσεις σφιχτά.
Να την πας σπίτι σου.
Να της πεις για μια και μοναδική φορά όσα ακριβώς σκέφτεσαι.
Να ξαπλώσετε.
Να βγάλεις το mp3 σου και να βάλεις το ένα ακουστικό στο αυτί σου και το άλλο στο δικό της.
Να της τραγουδήσεις την Πλαστική Ιουλιέτα, τονίζοντας πόσο της ταιριάζει αυτό το τραγούδι.
Να τη φιλήσεις στο λαιμό και πίσω από τ' αυτί.
Να της χαϊδέψεις την κοιλιά, σα να πρόκειται σπάσει.
Να μείνετε ξύπνιοι μέχρι το ξημέρωμα.
Να είναι μάλλον η μοναδική αγνή μέρα της ζωής σας.
Κι ύστερα να εξαφανιστείς.


"Και εγώ γράμματα στέλνω ταπεινός θαυμαστής/ και προσφέρομαι αν θέλεις να παίξεις
Και ίσως μέσα απ' το τσούρμο των μνηστήρων σου εσύ/ το φτωχό ποιητή να διαλέξεις.

Πλαστική Ιουλιέτα/ πλάσμα από γυαλί,
η καρδιά μου για σένα πονάει/ κι ας το ξέρει πως όσο κι αν στριμωχτεί/ τη δικιά σου απλά δε χωράει.

Και το αστείο μου μούτρο ακουμπάω στο γυαλί/ τ' αραιά μου εσύ νιώθεις τα γένια,
Τι με σένα κανείς άλλο να μοιραστεί παρά λίγη χρυσή φωτογένεια;"

April 18, 2013

Ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί*

Το κινητό μου το έχω πάντα στο εσωτερικό τσεπάκι της τσάντας. Το μεγάλο, όχι αυτό, το ειδικό για κινητά. Δεν μου αρέσει να μπαίνω σε καλούπια, ούτε υπόνοια αυτών δεν θέλω να υπάρχει. Ή έτσι μ' αρέσει να λέω τουλάχιστον.  Μια-δυο βδομάδες τώρα, χρησιμοποιώ την καινούρια μου τσάντα. Είναι δερμάτινη, σε χρώμα ταμπά και χρυσή λεπτομέρεια. Τις πέταξα όλες τις πλαστικές που είχα, στο είπα; Στο είπα νομίζω. Με έπιασε ξαφνικά μια σιχασιά για οτιδήποτε φτηνό, οτιδήποτε ψεύτικο. Τις πέταξα όλες και πλέον αγοράζω μόνο δερμάτινες. Λίγες, αλλά τουλάχιστον αληθινές. Όπως τη χειμωνιάτικη που φορούσα, τη μαύρη, που αγοράσαμε μαζί. Θυμάσαι; Σίγουρα θα θυμάσαι. Ποτέ δεν κατάλαβα αλήθεια αν σου άρεσε αυτή η μανία που είχα με τα ρούχα, τη μόδα και όλα αυτά που τα αγόρια θεωρείτε λεπτομέρειες, ή αντίθετα σου άρεσε. Θυμάμαι όμως χαρακτηριστικά μια μέρα να περπατάμε προς τη θάλασσα και να μου λες κάτι που με έκανε τόσο χαρούμενη που το άκουσα. Σου άρεσε νομίζω. Μπορεί να μην ήθελες να το παραδεχτείς, αλλά σου άρεσε ο τρόπος που ντύνομαι. Ακόμα κι αυτά, τα κοντά σορτσάκια, που τόσο σε ενοχλούσαν. Ακόμα κι αυτά κάπου στο βάθος σου άρεσαν.

Γενικά το κινητό μου το δεν το έχω σε μεγάλη εκτίμηση. Είναι πάντα κάπου χαμένο και κάθε άλλο παρά προέκταση του χεριού μου είναι. Αυτό βέβαια αλλάζει όταν λείπεις. Τότε είναι που γίνεται δεύτερο δέρμα μου. Τότε είναι που δεν υπάρχει μέρος που να μην με συνοδεύει. Τότε τα δάχτυλά μου βρίσκονται συνέχεια στο τσεπάκι. Συνέχεια εκεί. Το χαϊδεύουν ηδονικά, γιατί ξέρουν πως μπορεί να μας φέρει κοντά. Πως μπορεί να μεταφέρει κάτι από τη σκέψη μου, στα μάτια σου ή σε καλύτερη περίπτωση στο μυαλό σου. Μέρες πάνε που το χέρι μου δεν ξεκολλάει από εκεί. Σα να περιμένω κάτι, κάτι να συμβεί, οτιδήποτε. Αλλά δεν μπορώ πια εγώ να είμαι ο πυροκροτητής. Δεν μπορώ να στείλω. Δεν μπορώ ούτε να γράψω. Και δεν ξέρω αν λυπάμαι πια. Θυμάσαι ένα χρόνο πριν; Πόσο θύμωνες που δεν σε άφηνα, όπως έλεγες; Που δεν το άφηνα; Που δεν μας άφηνα; Θα θυμάσαι δεν μπορεί. Είδες; Δεν ήταν τόσο δύσκολο τελικά. Μας άφησα. Δεν υπάρχουμε.

Βρίσκομαι τόσο κοντά στο να καταστραφώ ξανά. Τόσο κοντά, σχεδόν νιώθω τον πόνο, που ακόμα δεν έχει προκληθεί. Μα πριν προλάβω, κάτι με σώζει -αν μπορεί κάποιος αυτό να το ονομάσει σωτηρία. Έρχονται κύματα και χιονοθύελλες, βίαιες αναμνήσεις. Εφιάλτες που φρόντισες καλά, να έχω. Σέρνομαι στους άδειους δρόμους, μιας νεκρής πόλης. προσπαθώντας να ξεχάσω και θυμάμαι πιο πολύ. Δεν βοηθά, άλλωστε και κι αυτός ο τόπος. Σε κάθε δρόμο. Σε κάθε λεωφόρο και σε κάθε στενό, έχω να θυμάμαι και ένα αντίο. Ένα χτύπημα στον ώμο. Μια παγωμένη αγκαλιά. Ένα καταπιεσμένο βλέμμα. Σε κάθε έναν δρόμο. Έξω από το σπίτι σου. Έξω από το σπίτι μου. Κι αυτό ακόμα, εγώ το έκανα διαφορετικά. Σε έσβησα απαλά, χωρίς να πονέσεις. Μα όχι, θα ήταν άδικο να το παίξω ήρωας. Για μένα το έκανα αυτό. Από δειλία δεν ήθελα να σε δω. Από δειλία δεν ήθελα να σου μιλήσω. Από φόβο. Γιατί ήξερα, πως δεν θα μπορούσα ποτέ να σε κοιτάξω στα μάτια και να σου πω αντίο.

Αλλά πάλι, τι κάθομαι και λέω; Η ιστορία μας τέλειωσε αγάπη μου. Πολύ πριν την τελειώσουμε εμείς. Πόσο ανόητοι φαινόμασταν να προσπαθούμε να κρατήσουμε ζωντανό, κάτι που βρισκόταν σχεδόν στην αποσύνθεση; Η ιστορία μας πέθανε, έναν ακριβώς χρόνο πριν. Δολοφονήθηκε. Παρέα με εκείνο το φιλί κάτω από την βροχή. Με τα κατακκόκινα μάτια μου. Και τα δάκρυα δίχως τέλος. Δάκρυα. Λυγμοί. Βροχή. Βροχή, ασταμάτητη. Πέθανες εκείνη τη Μ. Παρασκευή. Τη στιγμή εκείνη που πάτησα το send. Πέθανες μέσα μου, την ίδια ακριβώς μέρα που γεννήθηκες.

 
(Την προηγούμενη φορά του είχα πει κάπου σ' αυτή τη στροφή
ότι θα άλλαζα πορεία κι ότι πια δεν θα μπορεί να με βρει.)
Ίσως πρέπει να στο πω σ' ονειρεύτηκα ξανά. / Ίσως να μην πρέπει πια.

"Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει

Πού μ’ αφήνεις, πού πας και ποιος, μ’ ακούς
Σού κρατεί το χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς

Eίμ' εγώ πού φωνάζω κι είμ' εγώ πού κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς;"

March 23, 2013

Μετανάστευση.

Θέλω να πετάξω. Αλήθεια το λέω! Θέλω να βρεθώ κοντά στον ήλιο. Ανάμεσα στα σύννεφα. Δίπλα στα πουλιά. Να ξαπλώνω στα δέντρα. Να μιλάω στα τζιτζίκια. Να φύγω μακρυά θέλω. Να κάνω στάσεις, σε μέρη άγνωστα, και να ξαναφεύγω πάλι. Κι όλα αυτά που με κρατάνε πίσω; Κλωστές είναι. Δεμένη με κλωστές είμαι, που στο μυαλό μου φαντάζουν αλυσίδες. Δεν χρειάζεται ούτε ψαλίδι. Ένα τσικ κι έφυγες. Ξέφυγες. Όπως ξεφεύγουν τα μπαλόνια από τα χέρια των παιδιών και πετούν ψηλά. Έτσι άξαφνα ξεγλιστράνε, πριν προλάβουν να το καταλάβουν. Κι αφήνουν χέρια παραπονεμένα και μάτια λυπημένα. Κι αρχίζουν μια δική τους πορεία. Και τα ανεμοδέρνει ο αγέρας, αλλά αυτά δε φοβούνται. Τρέχουν με φόρα προς τον ήλιο, μέχρι να τα κάψει. Ποιός μπορεί να πει ότι έκαναν λάθος; Στο ταξίδι δεν είναι η ομορφιά; Στο ταξίδι δεν είναι η αξία; Κάτι παραπάνω θα ήξερε ο Καβάφης όταν έγραφε, "Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος. Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·" Κι η Ιθάκη; Μια ουτοπία είναι η Ιθάκη. Μπορεί να μην φτάσεις ποτέ. Μπορεί όταν φτάσεις να τη βρεις άδεια, αλλιώτικη από ό,τι περίμενες. Μα, "η Ιθάκη δεν σε γέλασε... Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι. Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο."

Και πέταξε. 

Για πρώτη φορά στη ζωή της δεν φοβήθηκε τα ύψη. Τα φτερά της είχαν δυναμώσει αρκετά πια και άντεχαν. Άντεχαν τις κακουχίες που μπορεί να συναντούσε. Για πρώτη φορά έφυγε. Δεν την έδιωξαν. Έφυγε.  Έφυγε και τους άφησε πίσω της, να την κοιτούν να απομακρύνεται και να στριφογυρνούν στο μυαλό τους τα λάθη τους. Τα ατελείωτα λάθη τους. Κι η ανεπάρκειά τους στην αγάπη.

Της ψιθύρισαν να γυρίσει, μα δεν άκουσε. Και ύστερα φώναξαν, φώναξαν δυνατά "γύρνα πίσω! σε χρειάζομα(ι)στε.." μα ήταν πια πολύ μακρυά. Είχε γνωρίσει καινούριους τόπους, διαφορετικά αρώματα την παρέσυραν, με άλλες εικόνες μαγεύονταν. Και δεν ήθελε. Δεν ήθελε ξανά να νιώσει τον ίδιο πόνο. Δεν ήθελε να πέσει στις ίδιες παγίδες. Να ματώσει από τα ίδια βέλη. Θα μάτωνε το ήξερε. Το ήξερε καλά. Και θα πονούσε πολύ. Αλλά όχι ξανά στα ίδια μονοπάτια. Άλλα, άλλα που δεν θα γνώριζε, δεν θα είχε ιδέα. Ήθελε να νιώσει ξανά το "μπορεί" και το "ίσως". "Μπορεί αυτή η πορεία με βγάλει εκεί που θέλω. Ίσως σ'αυτό το σύννεφο, βρω αυτό που αναζητώ."  Ήθελε άλλοι να την πληγώσουν. Άλλοι να την πονέσουν. Άλλοι να γευτούν τα αλμυρά δάκρυά της. Ίσως ήθελε να πληγώσει κιόλας. Να πληγώσει όπως την πλήγωσαν. Δεν την ένοιαζε πια. Άδικη δεν είναι άλλωστε η ζωή; Σα να γεννηθήκαμε για να πληγώνουμε και να πληγωνόμαστε, σκέφτηκε, όταν άθελά της είχε κάνει το ίδιο. Αυτή θα άλλαζε την τάξη των πραγμάτων; Κι έφυγε. Μακρυά. Για πάντα. Κι ας ήξερε ότι ένα κομμάτι της καρδιάς της είχε σπάσει και θα έμενε πίσω. Εκεί, μαζί του. Έπρεπε να φύγει. Να φύγει κι ας μην ήταν ολόκληρη, όπως όταν ξεκίνησε.

Να πετάξω θέλω. Να φύγω. Σαν τα πουλιά.
 Κι αν είμαι αποδημητικό θα ξαναγυρίσω.


(Βλέπεις, ποτέ δεν μας κρατάνε οι άλλοι.
Εμείς μένουμε όσο αντέχουμε. 
Εμείς φεύγουμε όταν έρθει ο καιρός.)