July 30, 2012

Summertime Sadness.


kiss me hard, before you gone summertime sadness

-Δεν έχω γνωρίσει πιο καταθλιπτικό κορίτσι από σένα.
-Δεν έχεις γνωρίσει και πολλά κορίτσια, του απάντησε.
-Δεν έτυχε. Επιλογή μου ήταν.
-Φυσικά και ήταν επιλογή σου! Αφού εσύ πάντα ήσουν της σιγουριάς. Ποτέ δεν έκανες ένα βήμα στο άγνωστο, ποτέ δεν πήρες ένα ρίσκο στη ζωή σου, προτιμούσες τα εύκολα και τα ανώδυνα, μόνο που εγώ δεν είμαι έτσι. 
-Εγώ πάλι νομίζω πως είσαι μόνο λόγια. Νομίζεις ότι είσαι διαφορετική, αλλά η διαφορετικότητά σου περιορίζεται στη θλίψη σου. Και νομίζω πως κατά βάθος σου αρέσει να είσαι θλιμμένη. Έχεις εθιστεί.
-Είμαι εθισμένη σε ότι μπορώ να ζήσω απόλυτα. Κι αφού αυτό δεν είναι η χαρά, τότε προτιμώ να είμαι εθισμένη στη θλίψη.
-Ξέρεις κάτι; Με κατηγορείς εμένα για φυγόπονο, αλλά κι εσύ ίδια είσαι! Είναι πιο εύκολο να ζεις στη θλίψη σου. Απαιτεί ψυχική κούραση να χαμογελάς. Απαιτεί να πιέσεις τον εαυτό σου για να σε αντέξεις,  και να σε αντέξουν. Να τον κάνεις λίγο πιο συμπαθητικό, λίγο πιο ευχάριστο. Εσύ όμως δεν τον κάνεις, σ'αρέσει να κυλιέσαι στο βούρκο σου, σ'αρέσει να σε βλέπουν έτσι, μ'αυτό το θλιμμένο βλέμμα και το χαμόγελο που κρύβει μέσα του τόσα πολλά. Τόσα πολλά, αλλά όχι ευτυχία. Σ'αρέσει να σε λυπούνται!
-Το πιο μεγάλο λάθος που κάνουν οι άνθρωποι, είναι ότι νομίζουν πως ξέρουν ο ένας τον άλλον. Είπε και σηκώθηκε να φύγει με κοκκινισμένα μάγουλα και μάτια.

Την άφησε. Δεν ήταν από τα άτομα που θα την παρακαλούσαν. Τέτοια είχε πολλά, αλλά ήταν κι αυτά τα ίδια που την έκαναν να ασφυκτυεί ανάμεσά τους. Ήταν αυτά τα ίδια που δεν την ικανοποιούσαν στο ελάχιστο. Που δεν την γέμιζαν. Ίσως τελικά αυτή η αδιαφορία που της έδειχνε και που την ενοχλούσε τόσο πολύ, όπως υποστήριζε, ίσως να ήταν αυτή που τον κρατούσε μέσα της. Αυτή που την έκανε να προσπαθεί για κάτι -τι; δεν ήξερε. Ίσως τελικά και να είχε δίκιο. Ίσως της άρεσε να παιδεύει τον εαυτό της, να τον τιμωρεί για κάποια αμαρτία που ούτε κι αυτή ήξερε ποια ήταν και πότε ακριβώς την είχε κάνει.

Τα είχε όλα άλλωστε! Όλα όσα ευχόταν να είναι δικά της, τώρα ήταν στα χέρια της. Είχε τα πάντα, αλλά περισσότερο από όλα είχε αυτό το ανικανοποίητο Εγώ.

Ίσως τελικά δεν έφταιγε το καλοκαίρι, ο νωχελικός και πάντα αδιάφορος Αύγουστος, αυτοί οι Άλλοι, οι γονείς της, το αγόρι της, το αβέβαιο μέλλον της, ίσως δεν της έφταιγε κανένας άλλος, εκτός από το ότι δεν μπορούσε να κάνει αυτό που τόσο πολύ επιθυμούσε. Μια βουτιά στη θάλασσα. Μια βουτιά όμως διαφορετική από τις άλλες. Μια βουτιά που θα διαρκούσε αιώνια. Μια βουτιά που η κατάληξή της δεν θα ήταν στην επιφάνεια, αλλά στο βυθό. [Της άρεσαν τόσο πολύ οι μπουρμπουλήθρες άλλωστε. Είχε αυτό το μικρό μπουκαλάκι με σαπουνάδα στο συρτάρι της και όποτε ήθελε να δει λίγο χρώμα έβγαινε στο μπαλκόνι, και εκεί σε κάποια αντανάκλαση του ήλιου έκανε μερικές φούσκες -της άρεσε περισσότερο η λέξη μπουρμπουλήθρες βέβαια- έκανε μερικές και έβλεπε τα χιλιάδες χρώματα που σχημάτιζονταν. Πόσα χρώματα μπορεί να έχει μια τόσο δα φουσκίτσα;! Κι ύστερα, πριν προλάβουν να σκάσουν από μόνες τους, τις ακουμπούσε με το δάχτυλο και τις έσκαγε αυτή. Δεν της άρεσε η ιδέα να έχουν το δικό τους τέλος. Ήθελε να το καθορίσει αυτή, όπως και όλα τα τέλη στη ζωή της.]

Κι ύστερα ξανά σκεφτόταν τον έρωτα.

Ίσως τελικά να έφταιγε η τόσο διαφορετική αντίληψη που είχε γι'αυτόν.
Ίσως πάλι να έφταιγε από μόνος του ο ίδιος έρωτας και η πολυπλοκότητά του.
Ή η υπερβολική απλότητά του, στο πολύπλοκο μυαλό της.
Γιατί έρωτας άλλωστε θα ξέρετε../
Δεν είναι μόνο μούσκεμα χειλιών,
φυτέματα αγκαλιασμάτων στις μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριά σπασμών.
Είναι προπάντων επαλήθευση της μοναξιάς μας,
όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε δυσκολοκατάχτητο κορμί.

Ντίνος Χριστιανόπουλος

(Κάπως έτσι χωρίζονται και χωρίζουν οι άνρωποι.
Στις τόσο διαφορετικές αντιλήψεις που έχουν για τον έρωτα.)

July 20, 2012

Δίχως τέλος.

Ό,τι αξίζει δεν τελειώνει. Αυτό έμαθα καλύτερα από κάθε τι άλλο τους τελευταίους μήνες. Μπορεί να προσπαθήσεις να το τελειώσεις και μία, και δύο, και τρεις, και δέκα, αλλά αν η ιστορία σου αξίζει, αν δεν έχει έρθει η ώρα, όσο και να προσπαθείς δεν μπορείς να την κάνεις να τελειώσει. Υπάρχει αυτό το κάτι που σε κρατάει δεμένο με τον άλλον και τον άλλον μαζί σου. Αν υπάρχει κάτι που μάλλον το λένε αγάπη, ή τελοσπάτνων έτσι συνηθίζεται να ονομάζεται από τους  ανθρώπους, τότε η ιστορία σου δεν θα έχει τέλος. Δεν μου αρέσει η λέξη αγάπη. Ή μάλλον απλά εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει να προσδιορίζω τα συναισθήματα με συγκεκριμένες λέξεις, που έχουν εφευρευθεί από άλλους για δικές τους ανάγκες. Μου αρέσει απλά να τα ζω. Να τα μην τα συγκεκριμενοποιώ. Να μην τα καταπιέζω. Να μην τα κρύβω. Να μην τα υποτιμώ.

Γιατί τι είναι η αγάπη τελικά; Είναι κάτι προσδιορισμένο; Κάτι που μπορείς να του δώσεις έναν συγκεκριμένο ορισμό; Και να πεις είναι αυτό; Η αγάπη είναι κάτι απροσδιόριστο. Είναι απλά αυτό για το οποίο αξίζει να ζεις, για το οποίο αξίζει να παλεύεις. Αν δεν έχεις αγάπη στη ζωή σου, τι να την κάνεις; Αγάπη είναι να θες να είναι χαρούμενος ο άλλος πιο πολύ από τον ίδιο σου τον εαυτό. Αγάπη είναι να του δίνεις την ελευθερία που χρειάζεται. Αγάπη είναι να είσαι εκεί. Αγάπη είναι να συγχωρείς και να ξαναρχίζεις. Η αγάπη δεν εμπεριέχει εγωισμούς. Η αγάπη είναι ανιδιοτελής και αποσκοπεί στην χαρά και ευτυχία του άλλου, αλλά κατ' επέκταση και της δικής σου. Γιατί αν είναι χαρούμενος αυτός που αγαπάς πως γίνεται να μην είσαι και εσύ;

Αγάπη είναι ένας περίπατος στις 7 τα ξημερώματα για τυρόπιτα. Ένα οικογενειακό παγωτό βανίλια-σοκολάτα-φράουλα, με ένα κουτάλι για δύο άτομα. Μια βόλτα με ένα ποδήλατο και δύο άτομα πάνω. Ένα χαμόγελο ευτυχίας. Η αγάπη ζει. Στα μικροπράγματα. Ναι.

 
 [Η αλήθεια είναι Τζέιν πως ούτε εγώ είμαι καλά
με κυνηγάνε οι τύψεις μου που σε σιχτίρισα βαριά]

July 9, 2012

Η ρακέτα.

[...]
Αγαπούσε το τέννις. Τον αθλητισμό γενικότερα, αλλά το τέννις ήταν η λατρεία της. Έκανε προπονήσεις καθημερινά, ήταν όλη μέρα στα γήπεδα, ίδρωνε, έλιωνε παπούτσια, ρακέτες. Άλλαζε γκριπ σχεδόν κάθε μήνα! Όταν πέρασε στο πανεπιστήμιο γράφτηκε αμέσως σε μια ακαδημία. Ήταν το πρώτο πράγμα που έκανε. Ξεκίνησε εντατικά, πήγαινε καθημερινά, έδινε τον καλύτερό της εαυτό. Μια μέρα αποφάσισε να κάνει ένα δώρο στον εαυτό της. Έψαξε αρκετά, έβγαλε μερικά χρήματα από τον λογαριασμό της και αγόρασε μια καινούρια ρακέτα. Την αγάπησε αυτή τη ρακέτα. Ήταν μαύρη με κίτρινο φωσφοριζέ πλέγμα.

Η ζωή της κυλούσε, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Και μετά γνώρισε αυτόν. Δεν ταίριαζαν ιδιαίτερα. Κι όμως υπήρχαν κάποια πράγματα που λάτρευε πάνω του. Την πρώτη φορά που έπαιξαν τέννις δεν ήταν ακόμα σε σχέση. Αυτή όμως ήταν τόσο ερωτευμένη μαζί του. Τόσο αφόρητα κι απελπισμένα ερωτευμένη που μερικές φορές καταντούσε σπαστικό. "Σταμάτα ηλίθιε εαυτέ" έλεγε πολλές φορές μέσα της. Αυτό ήταν άλλωστε και το μεγαλύτερό της λάθος, που προσπαθούσε με τόση αποτυχία να πνίξει κάτι δυνατό. Να το κάνει να φανεί ασήμαντο, ε, δεν ήταν και τίποτα, πέρασε κι δεν ακούμπησε φάση. Αλλά είναι δυνατόν; Όταν τα δυνατά πας να τα πνίξεις, φουσκώνουν, μπουκώνουν και κάποια στιγμή σκάνε. Έσκασε κι αυτό που υπήρχε μέσα της, αλλά ήταν πολύ αργά όταν έγινε.

Είχε πολύ ήλιο εκείνη τη μέρα. Άρχισαν να παίζουν. Ήταν καλύτερη από αυτόν. Τουλάχιστον στην αρχή. Είχε και καιρό να παίξει και ήταν "σκουριασμένος". Άρχισε να ιδρώνει και όσο ίδρωνε τόσο πιο γοητευτικός γινόταν. Ήθελε να τον αρπάξει και να τον φιλάει για ώρες. Είχε τόσο ωραίο χαμόγελο. Το πιο ωραίο χαμόγελο του κόσμου. Έκανε τον κόσμο της ολόκληρο να λάμπει. Κάποια στιγμή ήρθαν κοντά. Ήθελε τόσο πολύ να σκύψει και να τη φιλήσει, αλλά δεν το έκανε. Όχι ακόμα. Το παιχνίδι τέλειωσε. Και γύρισαν σπίτια τους. Από εκείνη τη μέρα ήξερε. Εκείνη τη μέρα είχε μπει ακόμα πιο πολύ στην καρδιά της.

Μετά από εκείνη τη μέρα την αγάπησε πιο πολύ τη ρακέτα. Την αγάπησε και για κάποιον περίεργο λόγο από εκείνη τη στιγμή, η ρακέτα της συνδέθηκε μ'αυτόν. Ήρθε το καλοκαίρι, πήγαν πολλές φορές για τέννις, είχε αρχίσει να παίζει καλύτερα από αυτήν. Έκανε δυνατές μπαλιές και πολλά slash. Ήταν καταπληκτικός στα slash, αυτή ποτέ δεν είχε καταφέρει να κάνει ούτε ένα. Θύμωνε καμιά φορά. Ήταν τόσο ανώριμη. Ήθελε πάντα να κερδίζει. Σε όλα -σύντομα βέβαια θα μάθαινε και να χάνει. Το καλοκαίρι πέρασε υπέροχα. Διακοπές μαζί, μπάνια στη θάλασσα, βραδυνές βόλτες. Και τέννις. 

Έπειτα ήρθε ο χειμώνας. Ο χειμώνας που θα της μάθαινε πολλά. Η ρακέτα έμεινε κρεμασμένη στο υπνοδωμάτιο. Ο χειμώνας πέρασε και έπειτα ήρθε το άλλο καλοκαίρι. Δεν είχαν καταφέρει να παίξουν ξανά τέννις ως τότε. Πως το περίμενε αυτό καλοκαίρι... Είχε σκεφτεί τόσα να κάνουν μαζί. Θα ήταν υπέροχο, σαν παραμύθι! Δεν ήταν. Ήρθε νωχελικά, χωρίς πυροτεχνήματα και απλά, σχεδόν ψυχαναγκαστικά έφτασε η μέρα να φτιάξει τη βαλίτσα της. Ταίριαξε όλα τα πράγματα, ρούχα, μαγιώ, κοσμήματα (είχε γίνει κοκέτα πια δεν μπορούσε να βγει έξω χωρίς να προσέξει την παραμικρή λεπτομέρια πάνω της) και πήγε να κλείσει τη βαλίτσα. Η ρακέτα δεν ήταν μέσα. Όχι, δεν την είχε παραλείψει καταλάθος. Το είχε σκεφτεί καλά. Δεν χρειαζόταν να την πάρει. Γιατί να την πάρει άλλωστε; Δεν θα ξαναέπαιζαν ποτέ μαζί τέννις. Θυμήθηκε ξανά τα απογευματινά καλοκαιρινά τους τηλεφωνήματα και τις αναλύσεις τους. Τις βόλτες με τα ποδήλατα, τα φιλιά δίπλα στη θάλασσα, τους χαζούς τσακωμούς τους. Θυμήθηκε το προηγούμενο καλοκαίρι ξανά και δάκρυσε. Χτύπησε δυνατά το χέρι της στο τραπέζι -για να αποφύγει να χτυπήσει το κεφάλι της στον τοίχο- και σκέφτηκε μια στροφή από τον αγαπημένο της Λειβαδίτη*. Έγραψε ένα μήνυμα στο κινητό της, το αποθήκευσε στα πρόχειρα και έκλεισε το φερμουάρ της βαλίτσας.

"5:00 η ώρα στη γνωστή γωνία αγάπη μου;" 
*Τίποτα.
Κοιμήσου.
Εμείς τελειώσαμε.
Δεν έχει δάκρυα πια.
Δακρύζουν όσοι στο βάθος ακόμη ελπίζουν.