June 30, 2012

Το 4.

Πώς να σου πω ότι φταίω;
Πώς φταίω για όλα εγώ;
Πώς να στο πω αφού φταίω;
Αφού τα λόγια να βρω δεν μπορώ.

Γυρνάω τα βράδια στους δρόμους.
Γυρνάω μήπως σε βρω.
Γυρνάω στους δρόμους σε bar, σε φαγάδικα.
Σε κάθε στενό, σε βαριά ξενυχτάδικα.

Ρωτάω τους φίλους σου, τους κολλητούς.
Ρωτάω στους δρόμους κοινούς μας γνωστούς.
Ρωτάω μη σε είδαν και δεν σε είδα εγώ.
Ρωτάω τους τύπους που πουλάνε ξυστό.

Και παίρνω τον δρόμο για τον γυρισμό.
Το άδειο μου σπίτι να γεμίσω καπνό.
Να πιω ένα μπουκάλι από άθλιο πιοτό.
Και ύστερα μόνος μου να κοιμηθώ.

Και τώρα θ΄αρχίσω να κλαίω.
Να κλαίω ώσπου να κοιμηθώ.
Και μόλις ξυπνήσω θα λέω...
[Ένα κομμάτι αγάπης, πάθους,
ποιητικής αποξένωσης, σεξουαλικής αυτονομίας,
και αβεβαιότητας του Χάιζενμπεργκ.]
*αφιερωμένο σε μια χαζή, ξανθιά


(Μα δεν ταιριάζουν οι κόσμοι μας μωρό μου. 
Ο δικός σου είναι ασπρόμαυρος.
Κι ο δικός μου πολύχρωμος.
Τι ατύχημα!)
 

June 25, 2012

Εξαντλητικές αναπνοές.

Να θέλεις να εξαφανιστείς. Με κάποιον τρόπο. Οποιοδήποτε. Μαγικό ή όχι. Να εξατμιστείς. Απλά να σταματήσεις να υπάρχεις. Είναι κάποιες φορές που νιώθεις τόση κούραση. Κούραση απλά από το να αναπνέεις. Από το να ζεις. Και δεν είναι σωματική ξέρεις. Είναι ψυχική. Έτσι χάνονται όλες οι μάχες άλλωστε. Από το ηθικό. Όσο έχεις το κουράγιο να παλεύεις μη φοβάσαι. Αυτό το κουράγιο. Αν χάσεις αυτό το κουράγιο έχασες τον πόλεμο. (Με έχασες.)

Είναι αυτές οι φορές που αφήνεις στην άκρη τις προσδοκίες για ευτυχία. Δε σε νοιάζει πια να την έχεις στη ζωή σου. Φαντάζει πλέον κάτι τόσο μακρινό και αδιάφορο ταυτόχρονα. Θες απλά την ησυχία σου. Να μην ενοχλείς και να μην σε ενοχλούν. Να αποκοιμιέσαι πλάι στο κύματα. Να ξαπλώνεις σε ξέφωτα με κιτρινιασμένα στάχυα. Να εξαφανίζεσαι. Να ζεις στο μπαμπλ γούορλντ σου. Εκεί που δεν χωράει κανένας άλλος. Δίπλα στους ήρωες των βιβλίων σου. Παρέα με τις μουσικές σου. Δίπλα στα μη πραγματικά. Άλλωστε και τα πραγματικά τόσο καιρό τι σου προσέφεραν; Εκεί είναι κάπως πιο εύκολο να αναπνέεις. Ίσως βγαίνει αυτόματα. Όπως στους κανονικούς ανθρώπους.

Εκεί νιώθεις λίγο να εξαφανίζεσαι.
Λίγο να εξατμίζεσαι.
Να εξαϋλώνεσαι.
Να ζεις (σε) όνειρα.
Κι ας σου λείπει η αγάπη.
Την έχεις ανάγκη νομίζεις;


[θα 'μαι για λίγο ο έρωτας που δεν θα ζήσει κανείς
θα 'μαι το σώμα μου μόνο κι αυτό θα το ξέρετε εσείς
που σας γυρίζω την πλάτη πάντα την ίδια στιγμή]
  
(το καλοκαίρι θα ΄ρθει)

June 14, 2012

Ελλείψεις.

Πάντα της άρεσαν οι φιλοσοφικές συζητήσεις. Όχι ότι έβρισκε συχνά κάποιον να συζητάει όλα αυτά που αυτή έβρισκε ενδιαφέροντα, αλλά όσο μπορούσε και όποτε τύχαινε, κάτι θα πετούσε για τις μεταφυσικές της ανησυχίες. Ποτέ, ποτέ δεν είχε βρει ένα άτομο να νιώσει ότι την καταλαβαίνει απόλυτα. Κι αυτά που έβρισκε προσπαθούσε τόσο πολύ να τα κάνει στο μυαλό της ότι της ταιριάζουν. Όχι, δεν της ταίριαζαν. Ήταν τόσο διαφορετική από όλους. Τόσο διαφορετική που μάλλον τελικά αυτό αποτελούσε το μεγαλύτερο πρόβλημα στη ζωή της.


-Τι είναι οι ελλείψεις;
-Ψευδαισθήσεις.
-Θα την εκλάμβανα σαν σωστή απάντηση μέχρι πριν λίγο καιρό. Δεν ξέρω πια.
-Όλα είναι παιχνίδια του μυαλού. Ό,τι θέλεις βάζεις μέσα και το σκέφτεσαι, για όσο εσύ θέλεις. Εσύ καθορίζεις τις εμμονές. Δεν μπορεί να παίξει κανείς με το μυαλό σου αν εσύ δεν τον αφήσεις.
-Τι κι αν δεν είναι έτσι σου λέω; Τι κι αν η έλλειψη είναι τελικά μια πραγματικότητα; 
-Και πως την ορίζεις δηλαδή την έλλειψη σαν πραγματικότητα;
-Η έλλειψη σαν πραγματικότητα ορίζεται, σαν την ζωή χωρίς ζωή. Είναι όταν τελικά δεν μπορείς να ελέγξεις το μυαλό σου. Όταν γίνεσαι έρμαιο των σκέψεών σου. Όταν δεν έχεις δύναμη να υπακούσεις τη λογική. Έλλειψη είναι να πονάς σε όλο σου το σώμα, χωρίς να υπάρχει κάποιος παθολογικός λόγος να πονέσεις. Έλλειψη είναι να μουδιάζουν τα πόδια σου. Τα χέρια σου. Έλλειψη είναι να είσαι ανάμεσα σε πολλούς και να νιώθεις μόνος. Έλλειψη είναι να σου λένε ότι είσαι όμορφη και να νιώθεις απλά άμορφη. Έλλειψη είναι το κλάμα να γίνει καθημερινή συνήθεια. Έλλειψη είναι να νιώθεις άδειος. 

Σταμάτησε. Τι άλλο να πει; Πάλι δεν θα καταλάβαινε. Το παλιό κενό είχε επιστρέψει για τα καλά, σκέφτηκε, αλλά έπειτα κοντοστάθηκε. Έφυγε ποτέ; Έφυγε ποτέ αυτό το κενό που πάντα την κατέτρεχε; Όχι ήταν η απάντηση. Το κενό ήταν εκεί, ίσως λίγο καλυμμένο. Λίγο, ούτε καν πολύ. Θα υπήρχε ποτέ κάποιος που θα κάλυπτε καλά το κενό της αναρωτήθηκε; Ή ίσως να το εξαφάνιζε; Όχι ήταν πάλι η απάντηση. Μελαγχόλησε ξανά. Η φυσική της κατάσταση άλλωστε. Δεν την πείραζε πια. Ξάπλωσε, γύρισε δυο - τρεις φορές πλευρό μέχρι να βρει ποιο της ταιριάζει, συμβιβάστηκε για μια ακόμη φορά με την ιδέα ότι δεν θα το έβρισκε ποτέ και έκλεισε τα μάτια της.