May 11, 2012

Μια τυχαία ιστορία.


Έβρεχε από το πρωί. Δεν της άρεσαν οι μέρες με βροχή, της προκαλούσαν πάντα άσχημα συναισθήματα. Εκείνη τη μέρα όμως δεν την ένοιαζε. Ταίριαζε άλλωστε να βρέχει, όχι τόσο για να κρύβονται τα δάκρυά της -δεν είχε άλλα- είχαν στεγνώσει κι αυτά. Κυρίως για να μοιάζει ότι το σύμπαν κλαίει γι' αυτήν.
Ήταν ευαίσθητος χαρακτήρας. Έκλαιγε εύκολα, δάκρυζε σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής της. Κι όταν έμενε μόνη, τότε έκλαιγε με λυγμούς. Όταν δεν ήταν κανένας εκεί να τη βοηθήσει. Όταν δε φοβόταν να τσαλακωθεί εντελώς. Από ποιόν να κρυφτεί άλλωστε; Από τον εαυτό της; Όχι, δεν ήταν ο λόγος της εικόνας της που δεν έκλαιγε μπροστά σε άλλους. Το είχε κάνει κι αυτό αρκετές φορές. Απλά είχε μάθει πια πως τα δάκρυα δεν βοηθούν πουθενά. Δεν αλλάζουν καταστάσεις.

Μπήκε στο αμάξι. Αυτό το ταξίδι θα ήταν καθοριστικό. Δεν θα ήταν ένα ταξίδι από μια πόλη σε μια άλλη. Θα ήταν ένα ταξίδι από έναν κόσμο σε έναν άλλον. Από τον κόσμο των συναισθημάτων στον κόσμο του τίποτα. Το είχε αποφασίσει. (Πάντα το έκανε αυτό το λάθος. Έβαζε χρονοδιαγράμματα και τώρα αυτό και εκείνο τότε και όλα τα έφτιαχνε στο μυαλό της όπως αυτή ήθελε και ακόμα να καταλάβει ότι σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιούνταν τα σχέδιά της. Παρόλαυτά το είχε κάνει και αυτή τη φορά.) Καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Ποτέ δεν της άρεσε αυτή η θέση. Και πρέπει να μιλάς και να κρατάς παρέα στον άλλον και να είσαι ευδιάθετος. Αυτή όμως δεν ήταν. Προτιμούσε τις πίσω θέσεις. Εκεί που δεν αναγκαζόταν να βάλει τη ζώνη ασφαλείας. Εκεί που κουλουριαζόταν και δεν έβλεπε το δρόμο, τον χιλιομετρητή, να γράφει τα χιλιόμετρα να περνούν, τις απειλητικές προσπεράσεις. Δίπλα της αυτός. Όχι, όχι αυτός που θα ήθελε. Αυτός όμως που αντιπροσώπευε κάθε "αυτός" στη ζωή της. Ο πατέρας της. Ποτέ δεν είχε διαλευκάνει τα συναισθήματά της γι' αυτόν τον άνθρωπο. Αυτό που κατάλαβε όμως πρόσφατα ήταν ένα. Ότι πάντα αναζητούσε κάτι που του έμοιαζε.

Ήταν καλός αλλά και απόμακρος. Όχι ότι δεν έκανε αγκαλιές και χάδια, αλλά μάλλον ήταν μετρημένα. Κλειστός χαρακτήρας, δύσκολος να πιάσεις κουβέντα. Όχι, θα ήταν λάθος να το πω αυτό. Μιλούσε πολύ, είχε χιούμορ, θα μπορούσε να συζητάει με τις ώρες, αλλά πάντα για άσχετα θέματα, επικαιρότητα, πολιτική, ανούσια πράγματα. Όχι αυτά τα ουσιαστικά, αυτά της καρδιάς. Σ' αυτές τις συζητήσεις πάντα δυσκολευόταν. Έχανε τα λόγια του. Αυτό έψαχνε μια ζωή. Αυτό προσπαθούσε να κατακτήσει. Πάντα το δύσκολο. Το άπιαστο. Για όσους ανθρώπους ήθελε στη ζωή της, πάντα χρειαζόταν να παλέψει. Όχι, αυτοί που την ήθελαν στη δική τους ζωή, σ'αυτών τις ζωές δεν ήθελε να μπει. Πάντα στις ζωές των άλλων.  Στις ζωές αυτών που δεν την χρειαζόταν, που δεν την είχαν ανάγκη, στις ζωές ψυχρών ανθρώπων, στις ζωές ανθρώπων που μόνο παγοκολώνα θύμιζαν. Ναι, όλη της η ζωή αυτό προσπαθούσε. Να κατακτήσει την αγάπη. Να κατακτήσει την αγάπη ανθρώπων που δεν είχαν να της δώσουν.

Έβρεχε σε όλη τη διαδρομή. Προσπαθούσε να κρατήσει τα δάκρυά της. Δεν ήθελε να τη δει έτσι. Δεν ήθελε να τον στεναχωρεί. Ποτέ δεν το ήθελε. Ούτε αυτόν, ούτε τους άλλους. Κι όμως αυτό έκανε. Πάντα στεναχωρούσε, απογοήτευε, πλήγωνε και πληγωνόταν. Πως το κατάφερνε ούτε κι αυτή ήξερε. Η ώρα περνούσε. Το ταξίδι έφτανε στο τέλος του και ο "προορισμός" ερχόταν όλο και πιο κοντά. Και αυτή όλο και πιο ανέτιμη γι'αυτό που είχε αποφασίσει. Όχι, δεν ήταν καλή στο να αφήνει πίσω της κομμάτια της ζωής της, όσο λανθασμένα και να φάνταζαν αυτά. Η βροχή δεν σταματούσε. Έμπαιναν σε τούνελ, σήγαγγες σκοτεινές και ένιωθε σα να βλέπει ταινία ή κακό όνειρο. Ξέρετε, απ' αυτά που ξυπνάς και έχεις κάποιον να του τα διηγηθείς μετά. Μια λάθος τιμονιά. Μια λάθος κίνηση. Μόνο αυτό σκεφτόταν. Ήθελε να τον σπρώξει, να αρπάξει το τιμόνι στα χέρια της και να... Όχι, ήταν πολύ πιο δειλή απ' όσο πίστευε. Δε θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Και φυσικά και δεν σκεφτόταν όλους αυτούς που θα άφηνε πίσω. Τον εαυτό της σκεφτόταν, τον εαυτό της και τα ηλίθια όνειρά της. "Κάποτε θα 'ναι όλα, σα 'να να ναι καλοκαίρι." Γελούσε και η ίδια μερικές φορές με αυτά για τα οποία ήλπιζε.

Κατέβηκε από το αμάξι. Πάτησε τα πόδια της στη γη. Και...
Έχει τέλος η ιστορία.
Αλλά πείτε μου, ποιον θα ενδιέφερε το τέλος μιας τυχαίας ιστορίας;

5 comments:

  1. "Κάποτε θα 'ναι όλα, σαν να'ναι καλοκαίρι." Στο κλέβω.
    Στο τέλος μιας (έστω) τυχαίας ιστορίας, πάντα κρύβεται η αρχή μιας άλλης. Ίσως λιγότερο τυχαίας, ίσως περισσότερο..το σημαντικό όμως είναι ότι ξεκινάει μια άλλη! Καλό σου βράδυ:)

    ReplyDelete
  2. Θα ενδιέφερε εκείνους που βρίσκουν την ομορφιά σε κάτι τυχαίο, αυθόρμητο.
    Κι είναι πράγματι πολύ όμορφη η τυχαία αυτή ιστορία=)

    ReplyDelete
  3. όλα είναι τυχαία...και μερικά από αυτά, όμορφα..όπως αυτή η ιστορία. (πολύ πολύ καλό κείμενο..!)

    ReplyDelete
  4. αυτη η ιστορια, σε καθε σημειο της, θυμιζει τις δικες μου τιχαιες ιστοριες...

    ReplyDelete
  5. Θυμίζει διήγημα χωρίς υπόθεση, που πλησιάζει ποίηση.

    Και είναι από αυτά τα λόγια που μοιάζουν να προσεγγίζουν κάτι που κανονικά δεν εκφράζεται με λόγια. Κάτι από εκείνα που πλανιούνται σ'ένα σύννεφο πάνω από τις ζωές μας, που δεν το φτάνουν οι κεραίες των πέντε μας αισθήσεων, αλλά σαν από πάντα γνωρίζουμε την ύπαρξή του. Και μόνο ορισμένες ανεπαίσθητες στιγμές, που μας δίνουν την εντύπωση ότι ονειρευόμασταν ή τις φανταστήκαμε, νιώθουμε τι μας ψιθύριζαν τόσο καιρό, αλλά είναι τόσο αμυδρή η αίσθηση, που το ξεχνάμε πριν καν το περάσουμε στο συνειδητό μας.

    Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις.

    Αλλά αυτό μου προκάλεσες για μια στιγμή.

    ReplyDelete