December 29, 2012

(παρα-κάτι;) (παρα-λίγο.)

Έξω χιόνιζε και φυσούσε δυνατά. Τα κλαδιά των δέντρων πάλευαν να μείνουν στη θέση τους, αλλά δεν χρειάζεται κάποιος να είναι καλός στη φυσική για να ξέρει τους βασικούς νόμους της. Κάποιες δυνάμεις θα νικάνε πάντα, όσο κι αν εσύ προσπαθείς για το αντίθετο. Ο αέρας ήταν πιο δυνατός από τα κλαδιά, ήθελαν δεν ήθελαν να το δεχτούν.

Ξύπνησε μ'αυτό τον κόμπο στο στομάχι, που συνήθιζε να ξυπνάει τον τελευταίο καιρό. Ελάχιστες ήταν οι μέρες που δεν τον ένιωσε, αλλά κι αυτό δεν αποτελούσε κάποιον προάγγελο αλλαγής. Ήξερε πια, ζούσε πάντα με το φόβο, "Θα ξανάρθει. Δεν θα είναι αύριο -θα'ναι μεθαύριο." Και ξαναρχόταν. Πάντα. Ποτέ δεν την απογοήτευε. Η θλίψη δεν ήταν σαν τους άλλους. Αυτούς που στα δύσκολα την άφηναν μόνη. Η θλίψη δεν την άφηνε ποτέ. Την ένιωθε κοντά της περισσότερο από τον καθένα. Τη γνώριζε τόσο πολύ, ίσως μάλιστα να ένιωθε καλά μαζί της, που φοβόταν να την αποχωριστεί.

Έβγαλε την κούπα από το ντουλάπι, έβαλε κρύο -χτεσινό- καφέ από την καφετιέρα, και πάτησε το start. Βρήκε ένα τραγούδι στα ίνμποξ της. (Όπως τότε.) Χαμογέλασε. Ίσως να γίνονται ακόμα θαύματα σκέφτηκε. Κι άρχισε να φτιάχνει ξανά διαλόγους στο μυαλό της.

-Μ'αρέσει αυτό το τραγούδι. Πώς ήξερες ότι μ'αρέσει; Μπορείς να παίξεις με το μυαλό μου αν θέλεις το ξέρεις;
-Το ξέρω. Θα ήταν πολύ φτηνό κόλπο όμως.
-Θέλω να μου πεις τι βρίσκεις σε μένα. Τι ακριβώς βλέπεις.
-Έχεις κρυμμένη μια θλίψη μέσα σου και τη βγάζεις σαν ποίηση.
-Μπορεί και να ταιριάζουν οι θλίψεις μας.
-Η δικιά μου έχει ωριμάσει σίγουρα περισσότερο.
-Έχεις υπάρξει ποτέ ευτυχισμένος;
-Όχι. Δεν ξέρω. Ίσως. Παλιά. Αλλά είναι πολύ μακρινό για να το θυμάμαι.
-Ξέρεις θα ήθελα κάποτε να είμαι ευτυχισμένη. Πραγματικά ευτυχισμένη. Τόσο που να μην αντέχεται.
-Ξέρεις η ευτυχία δεν υπάρχει. Είναι μια λέξη που έχει εφευρεθεί για να αναγκαζόμαστε να συνεχίσουμε να ζούμε αναζητώντας την.
-(Ξέρεις θα ήθελα να σε γνωρίσω κάποτε.) 

Εμμονική, ή όχι, συνέχισε να ακούει εκείνο το τραγούδι για ολόκληρη την υπόλοιπη μέρα διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας εκείνα τα λόγια. "Αλλά ο ανιματέρ δεν ξέρει τι γουστάρω, δεν ξέρει με τι γελάω, ξέρει λιγότερα ακόμα κι απ'αυτά που ξέρει το φτωχό μου το μυαλό."

  

Οι νιφάδες έξω είχαν γίνει πια χιονόνερο. Σχεδόν βροχή. "Δεν θα τον πάρω σήμερα είπε αποφασιστικά. Σήμερα θα είναι η μέρα του τέλους. Του οριστικού τέλους." Σήκωσε το τηλέφωνο, πληκτρολόγησε τον αριθμό.  
(τουυτ...) -ναι; -γεια σου τι κάνεις;
Οι βροχερές μέρες δεν ήταν μέρα για επαναστάσεις. Ίσως μια άλλη φορά.

December 20, 2012

Ενδεικτικόν.


Μεγαλώσαμε και πάψαμε να πιστεύουμε.
Στο φανταστικό μας φίλο.
Στη μαγεία.
Στα όνειρά μας.
Στον Άη-Βασίλη.
Στις οικογενειακές στιγμές.
Στις καλές πράξεις.
Στην αγάπη.

Μεγαλώσαμε και πάψαμε να πιστεύουμε στη μουσική χωρίς στίχους.
Στις σιωπές που λένε τα πάντα.
Σ'αυτά που δεν φαίνονται, αλλά υπάρχουν.
Στα εκφραστικά βλέμματα.
Στα δάκρυα που μιλάνε.
Στις καινούριες αρχές.
Στα θαύματα.
Στον εαυτό μας.

Μεγαλώσαμε και πάψαμε να πιστεύουμε στον έρωτα.
Στον αυθορμητισμό.
Στην αθωότητα. 
Στις ιστορίες με όμορφο τέλος.
Στην καρδιά μας.
Στην αλλαγή.
Σε ό,τι που αγαπάμε.
Στους ανθρώπους.

Αποτύχαμε αγαπητοί μου.
Αποτύχαμε.

Και ευκαιρίες για μεταξεταστέους δεν υπάρχουν.

*στη Μ.

December 14, 2012

Φαντασιώσεις.

Την βρήκα πάλι κλαμένη,να ξαπλώνει ανάμεσα στις καλαμιές. Το αγαπημένο της μέρος ήταν. Από μικρή, όλα τα καλοκαίρια της εκεί τα περνούσε. Από μικρή δεν άντεχε τους ανθρώπους. Καθόταν εκεί με τα βιβλία της και διάβαζε με τις ώρες. Και ξέφευγε. Αλήθεια ξέφευγε. Ένιωθε να ανήκει κάπου. Κάπου που δεν αποτελούσε ψυχαναγκαστική δραστηριότητα, κάπου που δεν ένιωθε να πνίγεται, ένας τόπος που την χωρούσε. Μα τώρα δεν ήταν καλοκαίρι πια. Κι αυτή είχε φτάσει τα 22.

-Τι κάνεις εδώ;
-Τους μισώ! Τους μισώ όλους το καταλαβαίνεις; Όλους σου λέω.
-Έλα μέσα σε παρακαλώ.

Το ήξερα. Δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω, αλλά ήξερα πως υπήρχαν στιγμές που μας μισούσε. Την φοβόμουν κιόλας. Την είχα ικανή για πολλά. Αφού δεν μπορούσε να εξαφανίσει εμάς, αφού δεν μπορούσε να μας κάνει να μην αποτελούμε μέρος της ιστορίας, ίσως το έκανε για τον εαυτό της. Δεν μπορούσα να το καταλάβω, αλλά το ένιωθα. Μισούσε τον κόσμο γύρω της, το σύμπαν, τον εαυτό της. Μισούσε ακόμα κι αυτή τη διαφορετικότητά της. Αυτή που υποτίθεται την έκανε ξεχωριστή. Μα όχι δεν ήθελε να είναι ξεχωριστή πια! Ήθελε τα Χριστούγεννα να χαίρεται όπως όλοι οι κανονικοί άνθρωποι. Ήθελε όταν ερωτεύεται να νιώθει πλήρης, όπως όλοι οι κανονικοί άνθρωποι. Ήθελε να μπορεί να ερωτεύεται πιο εύκολα και πιο συχνά. Ήθελε οι ξεχωριστοί γι' αυτήν άνθρωποι. να είναι κατά τα άλλα συνηθισμένοι, με συνηθισμένες συμπεριφορές και συναισθήματα ακόμα. Δεν ήθελε άλλο η ζωή της να μοιάζει με σενάριο. Ήθελε να αποτελεί πλήθος. Ούτε καν κομπάρσος δεν ήθελε να είναι. Πλήθος μόνο.
Μα τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβαινε.

Μετά την τελευταία παταγώδης αποτυχία να γίνει "κανονική", σταμάτησε να προσπαθεί. Αποφάσισε πως απλά θα νιώθει μόνη. Κάποιες φορές ήταν κουραστικό βέβαια, αλλά να προσπαθεί για το αντίθετο ήταν περισσότερο. Πολλές φορές βέβαια αναρωτιόταν πως μπορεί να συμβαίνει αυτό. Πως μπορεί να νιώθει τόσο μόνη, όχι επειδή δεν είχε κόσμο δίπλα της, αλλά ακριβώς επειδή είχε. Είχε τόσους που απορούσε πως γίνεται κανένας να μην της καλύπτει το παραμικρό. "Μα τα κενά πρέπει να τα καλύπτουμε μόνοι μας" σκεφτόταν.. "Αλλά την αγάπη; Αυτήν;"

-Πήγαινε μια βόλτα μικρούλα. Και μην κλαις άλλο. Είσαι λίγο κακομαθημένη το ξέρεις ε;
-Δεν το αντέχω άλλο αυτό. Δεν το αντέχω. Κι όλοι με τις ηλίθιες απορίες τους, "Μα καλά γιατί δεν βγαίνεις πολύ;" "Γιατί συμπεριφέρεσαι έτσι;" "Γιατί δεν έχεις σχέση;" "Γιατί δεν δίνεις ευκαιρίες;" "Γιατί;" "Γιατί;" "Γιατί;"
Γιατί δεν μου κάνετε άνθρωποι! Δεν μου κάνουν οι επιφανειακές σχέσεις σας, οι προδοσίες σας, τα ψεύτικα χαμόγελά σας, η διασκέδασή σας, η μικροαστική ζωή σας. Το λίγο σας. Γι' αυτό!

Γιατί έχω φανταστεί τη ζωή μου σαν παραμύθι. Σε ένα μέρος όπου θα είναι πάντα καλοκαίρι. Όπου η μαγεία θα είναι η καθημερινότητα. Και η κακία δεν θα υπάρχει. Ο εγωισμός θα είναι άγνωστη λέξη. Και η αγάπη θα είναι παντού. Αλήθεια θα είναι! Και κανένας δεν θα πληγώνει τον άλλον εσκεμμένα. Κι αν τύχει να γίνει, θα κάνει τα πάντα να επανορθώσει. Στο μέρος αυτό αν κάποιος σου λείπει θα το λες. Και η αθωότητα δεν θα χάνεται στα 5. Ή να πω καλύτερα στα 4; Θα είσαι αυτό που είσαι, όχι κάτι άλλο για να θεωρηθεί αποδεκτό. Θα κάνεις αυτά που θες να κάνεις κι όχι αυτά που επιβάλλεται. Και θα είναι φυσιολογικό αυτό που τώρα θεωρείται τρελό.

-Μην κλαις γλυκιά μου σε παρακαλώ. Δεν αξίζει.
-Κάνε με μια αγκαλιά...
-Πήγαινε να τον βρεις! Πήγαινε να τον βρεις, δεν αντέχω άλλο να σε βλέπω να κλαις.
-Η ζωή δεν είναι παραμύθι. Άσπρα άλογα δεν υπάρχουν. Πρίγκιπες που θα σκότωναν δράκους για την πριγκίπισσα ούτε. Δεν πειράζει. Θα μεγαλώσω κάποια μέρα.


 all white horses are still in bed
boys get discovered as winter melts
(and this is gonna be a long winter)

December 9, 2012

Θα σε βρω.

Θα σε πηγαίνω βόλτα στη βροχή, χωρίς ομπρέλα. Και θα σε φιλάω.
Θα μου πιάνεις το χέρι. Συνέχεια. Θα λατρεύεις να μου πιάνεις το χέρι.
Γιατί θα είμαι δικιά σου και μόνο δικιά σου. Και θα θες να το ξέρουν όλοι αυτό.
Και θα με παίρνεις αγκαλιά στη μέση του δρόμου και θα θες να φωνάξεις δυνατά.
"She's mine. She is all mine!" Γιατί θα είσαι τόσο ερωτευμένος μαζί μου.
Και θα σε κάνει ευτυχισμένο το χαμόγελό μου και η παιδιάστικη συμπεριφορά μου και η γκρίνια μου.
Και θα σε κάνει δυστυχισμένο το κλάμα μου και το ανικανοποιητό μου.
Και θα τρέμεις να μην με χάσεις.
Μα θα είναι το πιο ασφαλές μέρος η αγκαλιά σου και μόνο εκεί θα θέλω να είμαι.
Αλλά δεν θα το ξέρεις. Γιατί δε θα στο λέω.
Και θα σιχαίνεσαι να μην με βλέπεις καλά και θα πονάς όταν με πληγώνεις.
Και θα πηγαίνουμε για σκι τα Χριστούγεννα. Και θα πίνουμε ζεστή σοκολάτα δίπλα στο τζάκι.
Και θα με φιλάς. Kαι θα έχει γεύση κανέλλας και μουσικής τζαζ και ταινίας στα 60's.
Και θα με κάνεις αεροπλανάκι.
Και θα παίζουμε παιχνίδια και θα παλεύουμε και θα με αφήνεις επίτηδες να νικάω.
Γιατί θα θες να με βλέπεις χαρούμενη.
Και θα φοράω για πυζάμες τα μπλουζάκια σου, που θα μου φτάνουν ως το γόνατο.
Και θα με κοροιδεύεις και θα τσατίζομαι, μα θα συνεχίζεις να με κοροιδεύεις. Μα δε θα με πειράζει.
Και θα γελάμε, πόσο πολύ θα γελάμε.
Και θα σου μαγειρεύω κι ας μην ξέρω να μαγειρεύω.
Και θα καθόμαστε αγκαλιά κάτω από τα παπλώματα και θα βλέπουμε ταινίες.
Και θα τρώμε σοκολάτες και γαριδάκια. (Εσένα δεν θα σου αρέσουν το ξέρω.)
Αλλά αρέσουν σε εμένα. Πάρα πολύ. Και δε θα θες να μου χαλάσεις χατήρι.
Κι ύστερα θα με φιλάς στο λαιμό και θα μου ψιθυρίζεις στο αυτί.
Και θα με χαιδεύεις. Και θα με κοιτάς στα μάτια. Και θα μου χαμογελάς.
Γιατί θα ξέρεις πόσο λατρεύω τα ωραία χαμόγελα.
Θα έχεις πολύ ωραίο χαμόγελο στο είπα; Θα έχεις το πιο όμορφο χαμόγελο του κόσμου.
Φυσικά εσύ θα λες το ίδιο για το δικό μου. Αλλά δε θα μαλώσουμε τώρα γι'αυτό!
Και θα θες να με γνωρίσεις στους γονείς σου, γιατί θα είσαι σίγουρος πως θα με λατρέψουν,
αλλά εγώ δεν θα θέλω και θα τσατίζεσαι.
Και θα σκέφτεσαι πως θες να με κάνεις γυναίκα σου, αλλά δεν θα μου λες τίποτα.
Γιατί θα ξέρεις πόσο μισώ τις μεγαλεπήβολες δηλώσεις.
Και θα θες να μου πεις "για πάντα", αλλά δε θα μου το λες γιατί θα ξέρεις ότι δεν το πιστεύω.
Αλλά θα είσαι εκεί για μένα, πάντα.
Κι ίσως με κάνεις να το πιστέψω τελικά.
Μια λέξη είναι άλλωστε αγάπη μου.
Γιατί τόση αμφισβήτηση ότι υφίσταται;


Θα σε βρω.
Να το ξέρεις.
Κι αυτό είναι υπόσχεση.

December 3, 2012

Συναισθηματικοί ετεροχρονισμοί.

-Θέλω να φύγω. Άσε με να φύγω. Γιατί δεν με αφήνεις να φύγω; Άσε με! Με πονάς!
-Άλλαξες. Δεν ήσουν έτσι.
-Εσύ με έκανες.
-Μην αρχίζεις πάλι. Είμαστε οι επιλογές μας γλυκιά μου. Είσαι αυτό που θέλεις να είσαι.
-Δεν θέλω να με ξαναενοχλήσεις. Δεν θέλω να μου ξαναστείλεις. Δεν θέλω να ξέρω τι κάνεις, αν είσαι καλά, αν δεν είσαι. Δεν θέλω καμία επαφή. Δεν θέλω τίποτα από σένα. Τίποτα.
-Γιατί κάθεσαι; Γιατί είσαι αυτή τη στιγμή μαζί μου; Έχεις άλλον έτσι; Βρήκες άλλον; Αυτό δεν είναι; Αυτό δεν ήθελες τόσο καιρό; Να βρεις άλλον για να με εκδικηθείς;
-Δεν καταλαβαίνεις;!
-Τι να καταλάβω; 
-Ότι το μόνο που υπήρξες με επιτυχία στη ζωή σου ήταν εγωιστής!

**

-Σε θέλω.
-Δε με θέλεις.
-Σε θέλω!
-Δε με θέλεις! Το ξέρεις ότι δε με θέλεις. Δεν με αγαπάς. Δεν με αγαπάς ούτε καν σαν άνθρωπο! Ούτε να με πηδάς δε σου κάνει κέφι. Το ήξερα άλλωστε ότι ποτέ δεν ήμουν του γούστου σου.
Δεν σ' άρεσε το ποιοτικό. Ήσουν του φτηνού εσύ.
-Λες βλακείες.
-Η μόνη βλακεία ήταν που ξαναγύρισα. Εκείνο το πρωινό που με άφησες να φύγω.
Στάθηκα για πολλή ώρα πίσω από την πόρτα. Δεν το ξέρεις φυσικά. Στάθηκα για πολλή ώρα και έξω από το ασανσέρ. Πίστευα θα έρθεις. Θα τρέξεις να με προλάβεις, αλλά εσύ πουθενά. Κρυμμένος κάτω από τα παπλώματα και πίσω από τα ηλίθια αστεία σου. Μα δεν είναι όλες οι ώρες για αστεία δεν το καταλαβαίνεις; Πήγα με τα πόδια μέχρι το σταθμό. Πήγα με τα πόδια κουβαλώντας τη βαλίτσα, μήπως τηλεφωνήσεις. Θέλω να φύγω. 
-Σε παρακαλώ.
-Και τότε. Τότε που ένιωσα να με ξεγυμνώνεις ολόκληρη. Και να μου γδέρνεις την ψυχή. Και την άλλη φορά που κατάλαβα πως δεν είσαι τίποτα διαφορετικό, αλλά σαν όλα τα αγόρια που ξέρω. Και τότε θυμάσαι τότε; Που είχες έρθει και μου ζητούσες συγγνώμη; Και με έπαιρνες αγκαλιά; Ήθελα να σε χαστουκίσω. Ήθελα τόσο πολύ να σε χαστουκίσω.
Η μόνη βλακεία ήταν που ξαναγύρισα. Και ξαναγύρισα. Και ξαναγύρισα. Και ξαναγύρισα.
-Σταμάτα.
-Δεν θες να ακούσεις ε; Φυσικά. Πότε άντεξες άλλωστε την αλήθεια; Ούτε το θάρρος να με κοιτάς στα μάτια και να μου πεις αυτά που ήθελες είχες ποτέ. Θα στείλω καμιά φορά τα μέιλ μας να τα εκδώσουν. Είναι τόσο πολλά που φτιάχνουν άνετα τριλογία. Δεν έπρεπε να έρθω.
-Ποτέ δε σου ζήτησα τίποτα.
-Φυσικά. Ποτέ δε μου ζήτησες τίποτα. "Ό,τι νομίζεις αγάπη μου." "Όπως νομίζεις μωρό μου." Εγώ κάθομαι ήσυχα εδώ και σ' αφήνω να αποφασίσεις. Αλλά αν αυτό που θα αποφασίσεις δεν είναι σύμφωνο με αυτά που θέλω. Εεε όχι. Θα σηκωθώ λίγο από τη γωνιά μου και θα σε ενοχλήσω. Ξανά και ξανά.
-Μαλακίες.
-Ναι μωρό μου μαλακίες. Έχω κάνει πολλές μαλακίες. Που πάντα έμενα, χωρίς να με κρατάνε. Που έδινα, χωρίς να μου ζητηθεί. Δεν έπρεπε να έρθω.
-Το μετάνιωσες;
-Νομίζω ναι. Μπορεί και να έκανα το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου.
-Ξέρεις τις σημαντικές αποφάσεις τις παίρνουμε μόνοι μας.
-Ήταν λάθος μου να.. Ήταν λάθος μου.

**

-Είμαι εδώ. Είμαι εδώ! Αυτό δεν ήθελες τόσο καιρό; Γι' αυτό δεν προσπαθούσες..;
-Τόσο καιρό... Άργησες όμως.
-Σε χρειάζομαι. 
-Μα δεν θέλω να με χρειάζεσαι... Θέλω...
-Πες μου ότι δε μ' αγαπάς.
-Σ' αγαπώ.

**

-Τι άλλαξε;
-Δε με κάνεις χαρούμενη πια.
 

November 30, 2012

Σενάριο.

The Kiss, Alfred Eisenstaedt
Βγες έξω
και κάνε τη δική σου αγαπημένη ταινία πραγματικότητα.

Χαμογέλασε στον άγνωστο, στην δίπλα θέση από σένα στο τρένο. 
Και μίλησέ του. Μίλησέ του ναι.
Στην αρχή θα σε κοιτάξει περίεργα. Μη φοβηθείς.
Κατέβα στην ίδια στάση μ' αυτόν.
Πες του να πάτε μια βόλτα.
Περπατήστε μαζί.
Και μιλήστε.
Μιλήστε ελεύθερα.
Το άγνωστο προσδίδει στην οικειότητα.
Πες του ότι θες. Όσα δε λες στους τόσους γνωστούς σου.
Πες του να χορέψετε. Ένα χορό μονάχα, γιατί να στο αρνηθεί;
Μύρισέ τον.
Ακούμπησε το μάγουλό σου στον ώμο του. Και φαντάσου ό,τι θες. Φαντάσου ότι βρήκες αυτό που έψαχνες. Σκέψου πως έχει όλα αυτά που θα σε έκαναν να τον ερωτευτείς.
Κι ύστερα φίλα τον.
Φίλα τον. 
Αυτό δε θες; Μαγεία;
Η μαγεία υπάρχει, αν εσύ τη δημιουργείς.


Κλείσε του τα μάτια και τραγούδησέ του το αγαπημένο σου τραγούδι.
Πηγαινέ τον στο αγαπημένο σου καφέ. Ή ακόμα καλύτερα, κάπου χωρίς κόσμο. Στη θάλασσα.
Μίλησέ του για τα όνειρά σου. Τις ιδέες σου, που όλοι τις βρίσκουν παράλογες.
Να είσαι εσύ.
Σ' αυτόν δεν χρειάζονται ψεύτικα χαμόγελα. Καθορισμένες συμπεριφορές. Δεν χρειάζεται να αρέσεις.
Όπου να' ναι τελειώνει άλλωστε.
Ρώτησέ τον κάτι γι' αυτόν. Κάτι αδιάκριτο. Κάτι που δεν θα θέλει να απαντήσει. Θα απαντήσει θα δεις.
Πες του το μυστικό σου. Αυτό που δεν έχεις πει ποτέ σε κανέναν. Κι ύστερα απόχαιρέτησέ τον.
Απότομα. Ξαφνικά. Έτσι όπως το άρχισες.
Μη ρωτήσεις το όνομά του. Μην ψάξεις τρόπο επικοινωνίας.
Μη θελήσεις να κρατήσεις τη μαγεία. Δε θα τα καταφέρεις.
Τα μαγικά διαρκούν λίγο. Απειροελάχιστα. Τόσο, που δεν προλαβαίνεις να τα συνειδητοποιήσεις.
Αν τα συνειδητοποιούσες άλλωστε δε θα ήταν μαγικά, αλλά πραγματικότητα.
Γράψε σε μια χαρτοπετσέτα κάτι και πες του να το διαβάσει όταν θα σε έχει χάσει πια από το οπτικό του πεδίο. Όχι νωρίτερα. Ένα γεια αρκεί. Και ένα φιλί ίσως. Στο μάγουλο.
Μπορεί και να ξανασυναντηθείτε.

November 17, 2012

Βράδια με κεφαλαίο Β.

Είναι στιγμές που θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στη μνήμη σου, θα στιγματίσουν τη ζωή σου, θα σημαδέψουν το είναι σου. Είναι μέρες που θα σου μείνουν αξέχαστες. Μέρες με τους ανθρώπους σου ή και όχι απαραίτητα, μέρες που τα βλέφαρά σου δεν κλείνουν από την κούραση, με γέλια μέχρι δακρύων, μέρες που είναι όμορφες. Έτσι χωρίς προσπάθεια. Είναι βράδια που δεν έχουν προηγούμενο. Βράδια που νιώθεις να έζησες όσα δεν είχες ζήσεις μέχρι τώρα, βράδια γεμάτα. Βράδια σπάνια. Μετρημένα. Είναι Τα Bράδια.

Δεν αυτά τα ανιαρά του ενός ποτού και σπίτι. Σ'αυτά τα βράδια το ένα ποτό δεν σου φτάνει. Όχι γιατί δεν έκανες κεφάλι, αλλά γιατί θες να μείνεις λίγο ακόμα ξύπνιος. Να ζήσεις λίγο ακόμα τη νύχτα. Να θολώσεις, να χαθείς, να μιλήσεις, να γελάσεις, να κλάψεις, να θυμηθείς, να ξεχάσεις. Είναι βράδια γεμάτα. Φώτα, φωνές, θορύβους, ψιθύρους, ποτά, καπνούς, ματιές, αγγίγματα. Είναι βράδια με μουσικές να βουίζουν στ' αυτιά σου, βράδια που το σώμα σου θέλει να δοθεί κι όχι να αγαπηθεί. Βράδια που χορεύεις με αγνώστους, που περιέχουν λίγη χλιδή και λίγη αλητεία. Βράδια σε μαγαζιά που σου βάζουν νερό μόλις πάει στη μέση το ποτήρι, και σ'αυτά τα επόμενα τα underground, με μπάφους και τύπους που δεν είναι του στυλ σου. Βράδια που θυμίζουν Νέα Υόρκη και Μανχάταν. Βράδια που νιώθεις να ζεις.

-Πάμε να μεθύσουμε! Θέλω να μεθύσω απόψε!
-Θα σε μεθύσω λοιπόν! Θα σου κάνω το καλύτερο αποχαιρετιστήριο.

.....
 
-Τι θα πιούμε; 
-Τι θα πιούμε;
-Ας πιούμε!
-Ας πιούμε!
-Ναργιλές;
-Ναργιλές!
-Γεύση κεράσι;
-Γεύση κεράσι!
(Μπίνγκο!)

Κάπως έτσι συνεννοείσαι με τον άλλον όταν ζεις ένα από αυτά Τα Βράδια. Δε μπορείς να βαρεθείς, να κουραστείς, να νυστάξεις. Αυτά δεν έχουν θέση στα βράδια αυτά. Αυτά τα βράδια τα έχουν όλα. Και το πιο σημαντικό από όλα είναι πως είναι σπάνια, διαφορετικά. Και η ομορφιά βρίσκεται συνήθως στη διαφορετικότητα. Κι ύστερα νιώθεις πως απέκτησες κάτι εκείνο το βράδυ. Ίσως κάτι αόριστο, ίσως κάτι απτό. Ίσως έναν άνθρωπο. Ίσως μια ιδέα. Ίσως τον εαυτό σου. Κι ύστερα χαμογελάς. Και μπορείς να γράψεις στο ημερολόγιό σου +1.

"Πώς σε μια βραδιά ένας άγνωστος ξένος γίνεται ό,τι πιο δικό σου έχεις;"

November 11, 2012

Another cup of coffee.





And she always did her best to try and please him.
 While he always did his best to make her cry.
 And she got down on her knees to stop him leaving. But he always knew one day he'd say goodbye.

October 28, 2012

Nuvole Bianche*



Βρες το κορίτσι που θα κάνει τη ζωή σου χρωματιστή.
Το κορίτσι που θα δώσει λάμψη στον κόσμο σου και νόημα σε  ό,τι για τους άλλους δεν έχει.
Το κορίτσι που θα σε κάνει να χαμογελάς, βλέποντας μόνο το δικό του χαμόγελό.
Το κορίτσι που το ονομάζεις παράξενο.
Το κορίτσι που δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη, όταν έχει πάρα πολλά να πει.
Το κορίτσι που ξέρει συντακτικό, αλλά προτιμάει να χρησιμοποιεί το δικό της.
Το κορίτσι που βάζει στο τέλος της πρότασης το αφού.
Το κορίτσι που δεν μπορείς να αποκωδικοποιήσεις.
Το κορίτσι που σε χαλάει τ' όνομά της, τα ρούχα της, τ' άρωμά της, μα πιο πολύ που δεν είναι δικό σου.

Βρες το κορίτσι που σου πάει κόντρα και που διαφωνεί πάντα μαζί σου.
Το κορίτσι που σε ενοχλεί ο χαρακτήρας της, αλλά αποζητάς τη συντροφιά της.
Το κορίτσι που κάθεται μόνο του στα καφέ και διαβάζει.
Το κορίτσι που δεν φοβάται τους αγνώστους, αλλά φοβάται λίγο το άγνωστο.
Το κορίτσι που δύσκολα θα σε βάλει στην ζωή της κι ακόμα δυσκολότερα θα σε βγάλει.
Το κορίτσι που θα το κάνεις ευτυχισμένο αν του πάρεις μπαλόνι που πετάει και μπουκαλάκι για να κάνει σαπουνόφουσκες. Κι αν το πας στο λούνα παρκ και τρέξετε μαζί ως την άκρη του δρόμου.
Το κορίτσι που θα ανέβετε μαζί στα συγκρουόμενα, και στο ρόλερ κόαστερ και θα γαντζώνεται από πάνω σου γιατί θα φοβάται. Το κορίτσι που θα χορέψεις μαζί του στο κέντρο της πλατείας.
Το κορίτσι που θα το πας σινεμά και θα σε φιλάει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας.
Το κορίτσι που ενθουσιάζεται με τα μικρά.

Βρες το κορίτσι που έχει βλέμμα αγνό και χαμόγελο αθώο.
Το κορίτσι που θα σε κάνει να νιώσεις πάλι παιδί. Που θα σου θυμήσει όλα εκείνα που ονειρευόσουνα τότε.
Βρες το κορίτσι που θα ξεθάψει τα όνειρα που έθαψες.
Το κορίτσι που θα πηγαίνετε μαζί γήπεδο και θα σου φτιάχνει πορτοκαλάδα όταν παίζεις μάνατζερ και θα πλένετε μαζί το μπαλκόνι και θα παίζετε μπουγέλο. Και θα κάνετε έρωτα παντού.
Το κορίτσι που ονειρεύεται γαμήλιο ταξίδι στη Ντίσνειλαντ κι όχι στις Κανάριους Νήσους.
Το κορίτσι που βρίσκει τον εαυτό της σε παραμύθια, και σε ταινίες και σε στίχους.
Το κορίτσι που δεν την τρομάζει το διαφορετικό.
Το κορίτσι που προτιμάει να την πας βόλτα με αερόστατο, κι όχι με Φεράρι.
Το κορίτσι που δεν της αρέσουν τα πρώτα ραντεβού.
Το κορίτσι που θα σε πάει περίπατο στο δάσος, αντί στην καφετέρια.
Το κορίτσι που θα σκεφτεί 3 μήνες πριν τι δώρο θα σου πάρει στα γενέθλιά σου.
Το κορίτσι που διαβάζει Καβάφη και Ελύτη.
Το κορίτσι που μοιάζει στη "Μαρία-Νεφέλη".
Το κορίτσι που πιστεύει στην αγάπη κι ας μην την έχει βρει ποτέ.
Το κορίτσι που θα σου διαβάσει για να αποκοιμηθείς.
Το κορίτσι που θα σου χαϊδεύει το χέρι όλη τη νύχτα και τα μαλλιά (και θα σου ψιθυρίζει στ' αυτί τα όνειρά της για εσάς.)
Το κορίτσι που ακούει Ludovico Einaudi.
Το κορίτσι που κλαίει στις ρομαντικές κομεντί κι όταν τελειώνει ένα ωραίο βιβλίο.
Το κορίτσι που κλαίει επειδή πήρε 9 και όχι 10 στο μάθημα.
Το κορίτσι που δε λέει σ' αγαπώ.
Το κορίτσι που κανείς δεν καταλαβαίνει.

Βρες το και γίνε εσύ αυτός που θα το καταλάβει.
Κι αν το βρεις, πρόσεχέ το. Υπάρχουν λίγα απ'αυτά.
Πρόσεχέ το, γιατί ξαφνικά θα αναρωτηθείς πως έγινε απλά,
"το κορίτσι που κλαίει πριν να φύγω, και μετά με ξεχνάει λίγο-λίγο".

Και δε θες να σε ξεχάσει ένα τέτοιο κορίτσι. Θέλεις;

October 21, 2012

Μικροί ενθουσιασμοί εν Αθήναις.

(Ή τι θα μου λείψει αφόρητα.)

Τα Mac Donald's.
(Το Chickenburger, το Mac Flurry και οι πατάτες Deluxe. Για την ακρίβεια η σως για τις πατάτες Deluxe.)
Οι βόλτες στην άδεια Πανεπιστημίου και την Ακαδημίας.
(To Zonar's, το Paul, και η Βουκουρεστίου.)
Ο Εθνικός Κήπος.
(Θα μου έλειπε περισσότερο αν ήταν πιο άδειος.)
Το να κοιτάω τις ράγες του μετρό.
(Πάντα με ιντρίγκαρε η ιδέα να πέσω.)
Τα λάιβ αγαπημένων καλλιτεχνών και οι εκθέσεις βιβλίου.
(Η Μποφίλιου, ο Παυλίδης, ο Μαχαιρίτσας, ο Δεληβοριάς ανά πάσα στιγμή.)
Η εναλλαγή κόσμων.
(Από Κηφισιά, Εξάρχεια κι από Γλυφάδα, Γκάζι.)
Το Μοναστηράκι και η Πλάκα.
(Ο καφές στην Κλεψύδρα και ένα ακόμα καφέ που πήγα μία και μοναδική φορά και δεν το ξαναβρήκα ποτέ.)
Τα Cinnabon, το Gazi College και τα Friday's.
(Η αίσθηση "κοπάνα" από τη σχολή, αλλά και η αίσθηση του "πήρα 10!.")
Το Θησείο και ο λόφος Φιλαπάππου.
(Το Αθηναίων Πολιτεία.)
Ο κόσμος της.
(Οι ευκαιρίες να γνωρίσω άτομα που θαυμάζω, μέσω της μουσικής τους, των γραπτών τους. Άτομα ξεχωριστά.)
Τα απροσδόκητα βράδια της.
(Τα ξενύχτια, τα σφηνάκια, τα πρωινά ξυπνήματα σε σπίτια που δεν ξέρεις.)
Η Νομική.

Μα πιο πολύ από όλα θα μου λείψω εγώ, στην Αθήνα, ερωτευμένη.
Ερωτευμένη με τη ζωή, τη μουσική, τα χρώματα, τον ήλιο. Με το νεαρό στο λεωφορείο, τον περαστικό στην Ερμού, το κορίτσι στο μετρό. Ερωτευμένη με όλον το κόσμο. Μαζί σου. Θα μου λείψω εγώ με το μόνιμα κολλημένο χαμόγελο. Θα μου λείψει η Αθήνα με το αγόρι μου. Πόσο δεν μου άρεζε να σε λέω έτσι...
Μα όλα ήταν διαφορετικά όταν ερχόσουν εσύ. Λίγο πιο όμορφα, λίγο πιο φωτεινά, λίγο πιο μαγικά.
Θα μου λείψουν τα ταξίδια μας κι ας ήταν 20λεπτα με τρόλει και μετρό, τα πρωινά μας -και οι μάταιες απόπειρές μου να σε ξυπνήσω, τα βράδια μας -το ξέρω σ'αρεζαν και σένα εκείνα τα βράδια. Οι μάταιες προσπάθειές σου να μου μάθεις πόκερ με φασόλια. Οι μάταιες προσπάθειές μου να σου μάθω να διαβάζεις ποίηση και να ακούς ξένα. Το σινεμά μας και η μανία σου να μη με αφήνεις να μιλάω. (Μα γιατί να μη μιλάω πες μου;) Θα μου λείψουν οι κατακτήσεις μου. Κι όχι, δε μιλώ για εκείνες, τις κάποιες και τις τυχαίες. Θα μου λείψουν οι κατατήσεις του κορμιού σου, του μυαλού σου, αλλά κυρίως του χαμόγελού σου. Γιατί κάθε μέρα, μία ακόμα μέρα και ένα ακόμα βράδυ μαζί σου, για μένα ήταν και μια κατάκτηση. Κάθε βράδυ. Κάθε βράδυ προσπαθούσα να ονειρευτώ κάτι διαφορετικό. Μα κάθε βράδυ έβλεπα το ίδιο όνειρο.


-το δικό σου όνειρο; 

October 16, 2012

Δε γκαπ.

Το μούδιασμα.
Το τίποτα.
Το κενό.
Το άδειασμα.
Το μηδέν.

Έρχεται μια στιγμή που η καρδιά σου δεν είναι απλά ραγισμένη. Δεν είναι κομματιασμένη. Έχει μια τρύπα. Μια τεράστια τρύπα κάπου στη μέση, ή λίγο πιο δεξιά, που ότι και να πέσει μέσα εξαφανίζεται. Δεν την ακουμπάει καν. Πέφτει και χάνεται. Δεν ξέρω που πάει, αλλά είναι σαν να μην πέρασε ποτέ από εκεί. Οτιδήποτε κι αν σου δίνουν. Αγάπη, μίσος, αδιαφορία, ενδιαφέρον, ζήλεια. Δε σε αγγίζει τίποτα. Νιώθεις μόνο να πνίγεσαι και να σε ενοχλεί η παρουσία παλιών και καινούριων. Των πάντων.

Δεν ήσουν πάντα έτσι. Χρειάστηκαν πολλά για να καταλήξεις εδώ. Ταλαιπωρήθηκες, παιδεύτηκες, υποτιμήθηκες, έψαξες την αγάπη και απέτυχες, πήρες κάτι άλλο από αυτό που άξιζες. Ενώ εσύ έδωσες τον εαυτό σου και την ψυχή σου ολόκληρη, και αγάπησες και πόνεσες με τον πόνο των άλλων. Και μετάνιωσες και ζήτησες για συγχώρεση και συγχώρεσες. Ώσπου ξαφνικά μηδενίζεις. Και ξεχνάς ποιος ήσουν και τι ήθελες και τις αρχές σου και τα πιστεύω σου και γίνεσαι κάποιος άλλος. Που ούτε εσύ σε αναγνωρίζεις στον καθρέφτη. Κι αρχίζεις να κάνεις κακό στον εαυτό σου. Γιατί όταν δεν μπορείς να δεχτείς τίποτα από κανέναν, εκτός από τον εαυτό σου, τότε είναι να σα να ρίχνεις πισώπλατες μαχαιριές εσύ, σε εσένα.

Κύκλους κάνει η ζωή. Θα ξανανιώσεις. Και θα αγαπήσεις. Και θα πονέσεις. Και θα μαλακώσει η καρδιά σου. Μα ως τότε δικιά σου η επιλογή αν θα κλείνεις σιγά-σιγά το κενό ή θα το αφήνεις να μεγαλώνει.


-τέλειωσε ε;
-εσύ τι λες;
-μάλλον ναι. 
-μάλλον ναι λέω κι εγώ.
- ...
-καληνύχτα.

October 13, 2012

Όσα δε λέγονται σε μια βόλτα στην Πανεπιστημίου.

Όταν κλαίω πια δε σκέφτομαι εσένα.
Όχι πια. Ή μάλλον δεν είσαι πια η αιτία που κλαίω. Κλαίω ξέρεις, για όλα αυτά που έκλαιγα και τότε που είμασταν μαζί. Για όλα αυτά που ποτέ δεν κατάλαβες. Κλαίω, όχι σαν αυτές που το κλάμα διαρκεί όσο για να αντικατασταθεί ο ένας γκόμενος από τον επόμενο. Κλαίω γιατί δεν είμαι σαν αυτές. Ίσως και να ήθελα να ήμουν. Είμαι όμως περίπλοκος -περίεργος πες το- άνθρωπος, έχω ψυχολογικά, δεν ξέρω τι μου γίνεται, τι θέλω. Δεν έχω αυτά που ξέρω ότι θέλω. Είμαι ένα μεγάλο "ό,τι να'ναι" όπως αγαπάς να μου λες.

Σήμερα όμως έκλαψα για σένα.
Όπως και το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. -Ξέρεις τι; Δε με νοιάζει που θα τα διαβάσεις αυτά. Το ξέρω ότι με διαβάζεις. Και ξέρω ότι καταλαβαίνεις τα περισσότερα. Όχι όλα, αλλά τα περισσότερα.-
Εμένα δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις. Δε με καταλαβαίνεις είμαι σίγουρη. Μπορεί να νομίζεις ότι με ξέρεις, αλλά εγώ δεν το νομίζω.
Δε φτάνει να διαβάζεις τις σκέψεις μου,
να προλαβαίνεις αυτά που πάω να πω,
να ξέρεις με τι θα θέλω να σε χτυπήσω και με τι θα χαμογελάσω.
Όχι, αυτά δε φτάνουν αγάπη μου. 
Γιατί όταν μιλάς για μένα καταλαβαίνω ότι δεν ξέρεις τίποτα. Απολύτως τίποτα. Νιώθω σα να μιλάς για κάποια άλλη. Όχι, δεν είμαι εγώ αυτή που περιγράφεις. Ούτε σκέφτομαι έτσι, ούτε νιώθω έτσι. Δεν ξέρεις τίποτα. Γι' αυτό άλλωστε είχες πάντα και όλες αυτές τις αμφιβολίες για εμένα. Γι' αυτό και πίστευες -πόσο αφελές εκ μέρους σου- στις ημερομηνίες λήξης, στην απροσδιόριστη στάση μου. Γιατί αν με ήξερες έστω και λίγο θα ήξερες ότι εγώ δε θα σε άφηνα ποτέ. Θα ήξερες τι κρύβονταν πίσω από κάθε μου πράξη και αντίδραση.
Θα ήξερες να ξεχωρίζεις την αδιαφορία από την κούραση, τη φυγή από το διωγμό.

Κουράστηκα ξέρεις. Κουράστηκα από όσα έχουμε περάσει μαζί, από όσα έχω περάσει μόνη. Κλαίω και τώρα. Τώρα που γράφω. Κλαίω και πονάει το κεφάλι μου. Κι ας ήμουν χαμογελαστή απόψε. Πονάει πολύ. Πήρα και ντεπόν. Τίποτα. Δεν το θέλω άλλο αυτό. Ούτε ξέρω πόσο θα κρατήσει. Ούτε ξέρω αν εγώ φταίω που μένω ή εσύ που δε φεύγεις. Τίποτα δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι νιώθω να γλυστράει η ζωή μέσα από τα χέρια μου και να μην κάνω τίποτα. Να στέκομαι παθητικά και να κοιτάζω.
Όταν ακούω αυτό  το τραγούδι τσαντίζομαι. Τσαντίζομαι για ένα συγκεκριμένο στίχο. "Οι άνθρωποι φεύγουν κι εμείς δεν αντιδράμε". Κι όμως εγώ έχω κάνει τα πάντα για να κρατήσω άτομα σημαντικά για εμένα! Εσύ θα το ξέρεις καλύτερα από τον καθένα. Για άτομα έκανα πολλά.
Για τη ζωή μου όμως; Αυτή ανήκει σε εμένα και ξέρω ότι αν θέλω μπορώ να τη ζήσω με τον τρόπο που έχω φανταστεί. Αλλά δεν κάνω τίποτα. Στέκομαι και αφήνω άλλους να αποφασίσουν για εμένα. Και οι μέρες περνάνε, και η ζωή συνεχίζεται και συνηθίζεται. Έτσι.

Πηγαίνω συχνά βραδυνές βόλτες στους άδειους δρόμους. Όπως εκείνες που πηγαίναμε μαζί. Στο Παγκράτι. Και πιο πάνω, στο Βύρωνα. Πηγαίνω στα μαγαζιά που σου είχα υποσχεθεί ότι θα σε πάω, διαβάζω τα γράμματα που δε σου έχω στείλει, τα χιλιάδες e-mail μας, σκέφτομαι όσα δε σου έχω πει. Ή έστω όχι όταν και όπως θα ήθελα. Βλέπω τις ταινίες που έπρεπε να βλέπουμε μαζί. Κοιμάμαι αγκαλιά με το μαξιλάρι μου αντί για εσένα.

"Προχώρα μικράκι" μου λες.  
"Προχώρα κι άστα όλα αυτά. Αξίζεις κάτι καλύτερο. Στη ζωή πρέπει να προχωράμε. Να μη μένουμε πίσω." "Θα σε βοηθήσει αυτό... και θα σε βοηθήσει το άλλο..."
Λες και ξέρεις εσύ τι είναι καλό για μένα!

Μπορεί και να έχεις δίκιο. Μπορεί να είμαι μεγάλος μαλάκας. Το σκέφτομαι συχνά μη νομίζεις. Ύστερα σκέφτομαι ότι μπορεί απλά να σ'αγάπησα βαθιά. Κι ύστερα ότι μάλλον απλά το κατάλαβα αργά. Κι ύστερα σε συγχωρώ.
Ξέρεις γιατί;
Γιατί, πως είναι δυνατόν να περιμένω να το καταλάβεις εσύ, όταν εγώ ή ίδια δεν το είχα καταλάβει;

[το ξέρω ότι όποτε το ακούς θα με θυμάσαι. το ξέρω ότι σου λείπω. το ξέρω ότι όποτε βλέπεις κάποια να μου μοιάζει, έστω και λίγο, θα με σκέφτεσαι. το ξέρω ότι θα με ψάχνεις. τα ξέρω αυτά αγάπη μου. μα τί σημασία έχει πια; οι άνθρωποι χάνονται ξέρεις.]

 "Αυτό ήταν το φοβερό σου λάθος. Ότι δε μάντευες ποτέ κανένα μου αίσθημα."

-δε σου πάει να κλαις. 
να μην κλαις. 
κι αν δε μπορείς να το κάνεις για μένα κάν'το τουλάχιστον για τη μάσκαρά σου.
(-ξεχάστηκα και έβαλα απόψε.)

October 9, 2012

Απομυθοποίηση.

"Οι άνθρωποι δεν είναι όντα άξια εμπιστοσύνης" ήταν απ' τις αγαπημένες της φράσεις, ίσως η αγαπημένη της. Μπορεί και ολόκληρη η κοσμοθεωρία της, αλλά είχε χάσει τόσο πολύ τον εαυτό της τελευταία, που θα ήταν απίθανο να μην χάσει τις κοσμοθεωρίες της. Και αφηνόταν και πληγωνόταν και συγχωρούσε και εμπιστευόταν και ξανά και ξανά και ξανά.

-Οι άνθρωποι δεν είναι όντα άξια εμπιστοσύνης! φώναξε δυνατά και άρπαξε το ποτήρι με το κρασί απ'τα χέρια του. Το έριξε πάνω της. Λέρωσε το άσπρο φανελάκι της και το παντελόνι του. Έτρεμε ολόκληρη. Δεν τον ήθελε δίπλα της όχι πια. Δεν της άξιζε. Όχι ότι δεν ήταν όμορφος, και ψηλός και γοητευτικός. Μονάχα ένα ελάττωμα είχε. Δεν ήξερε να αγαπάει. Τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που ήξερε αυτή. Δεν ήθελε να την πάρει αγκαλιά, να της μιλήσει ψιθυριστά στ'αυτί, να την κάνει να γελάσει. Δεν ήθελε να την αγγίξει. Όχι πια. Είχε αηδιάσει. Κάθε τόσο και κάτι ακόμα να τον ρίξει ακόμα πιο χαμηλά στα μάτια της. Αλλά αυτό; Αυτό ήταν πολύ!

[Όταν τον είχε πρωτογνωρίσει. Ήθελε να τον αγκαλιάσει. Δεν την άφησε. Της φαινόταν το πιο αθώο πλάσμα που είχε γνωρίσει ποτέ στη ζωή της. Ντροπαλός και αγνός. Κοκκίνιζε όταν της μιλούσε. Ήταν ρομαντικός. Όχι φανερά, κάπου βαθιά μέσα του όμως ήταν. Κι αυτή το έβλεπε. Και χαμογελούσε. Και της χαμογελούσε κι αυτός. Και πόσο πολύ δεν ήθελε να τον πληγώσει. Ήταν ευαίσθητη κι αυτή, αλλά άλλες εποχές. Μαζί του όχι. Μαζί του ένιωθε αυτή επικίνδυνη κι αυτός που έγραφε "προσοχήν εύθραυστον".]

Κι ύστερα συνέβη αυτό που δεν έπρεπε να συμβεί. 
Τον ερωτεύτηκε.
Και έπειτα διαλύθηκαν όλα.

Αυτό που περίμενε από καιρό έγινε, όχι κάτι καινούριο. Δεν της έκανε έκπληξη καν το γεγονός. Απλά δικαιώθηκε. Και μετά απ' αυτό γινόταν όλο και πιο κακός. Και κατέρρεε μέσα της. Και θόλωνε η εικόνα του. Και ξεθώριαζε τόσο πολύ. Και άρχισε να χάνει τη θέση που είχε στην καρδιά της. Όχι τη θέση των συναισθημάτων. Τον αγαπούσε βαθιά. Τον αγαπούσε πριν ακόμα τον ερωτευτεί. Αλλά την θέση του ανθρώπου άξιου να κάνεις πολλά γι'αυτόν.

Και όμως πόσες φορές δε ζήτησε συγγνώμη για τα δικά της λάθη, και πόσες φορές δεν πήγε να τον βρει και πόσες φορές δεν έκατσε κάτω από την πόρτα του περιμένοντάς τον να της ανοίξει, και πόσα γράμματα δεν του έγραψε. Και πόσα δάκρυα... Μόνο και μόνο για να καταλάβει ότι δεν άξιζε. Τίποτα από όλα αυτά. Ούτε ο κόπος, ούτε ο χρόνος, ούτε καν οι στιγμές ευτυχίας. Αναρωτήθηκε βγάζοντας το άσπρο -κόκκινο πια- φανελάκι της. Τον ήξερε ποτέ; Ήταν αληθινό τίποτα από όλο αυτό που έζησαν; Ποιός ήταν τελικά; Ήταν αυτός που έζησε αυτή; Αυτός που γνώρισε αυτή; Με τα λάθη του και τα σωστά του; Ή μήπως ήταν αυτός ο άλλος; Αυτός που έμαθε εκείνο το απόγευμα;


-Θα έκανες ποτέ παράλληλη σχέση;
-Όχι.
- ...
-Πιστεύεις ότι τα 'χω με άλλη;
-Δεν πιστεύω τίποτα.
(πια).

August 14, 2012

Φωτογραφί-ζω.

Φωτογραφίες σημαίνει αναμνήσεις.
Και αναμνήσεις σημαίνει ζωή.
Ποιός μπορεί άλλωστε να ζήσει μόνο για το παρόν;
Ακόμα κι αυτό όταν είναι τέλειο, περνάει κι αμέσως αναπολείς το προηγούμενο λεπτό, δευτερόλεπτο. Και θες απλά να γυρίσεις πίσω. Στο τραγούδι που μόλις τέλειωσε, στη συναυλία που μόνο αρκετή δεν ήταν, στο βραδινό μπάνιο κάτω από την Πανσέληνο. Να ξανανέβεις στα συγκρουόμενα του Λούνα Παρκ, να ξαναφάς λουκουμάδες με σοκολάτα (κι ας εσένα σου αρέσουν μόνο με μέλι), να ξανακρατήσεις το χέρι που λατρεύεις, ακόμα κι είναι μόνο για λίγο.

Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις πως όλα περνάνε γρήγορα, σχεδόν αστραπιαία.
Και ξαφνικά βρίσκεσαι σε ένα γραφείο, μπροστά από ένα λαπτοπ, να κοιτάς τα περασμένα. Κοιτώντας τις φωτογραφίες, των δύο τελευταίων καλοκαιριών, είδα πολλές και διαφορετικές ακρογιαλιές, ηλιόλουστα πρωινά, λαμπερά χαμόγελα, φουρτουνιασμένες διαθέσεις, όμορφα μάτια, αθώα βλέμματα.
Είδα και άλλα πολλά. Πράγματα που μόνο εγώ θα μπορούσα να δω.
Στις φωτογραφίες δύσκολα κάποιος ξένος μπορεί να δει, όσα μπορεί να δει αυτός που συνδέεται άμεσα με την φωτογραφία. Κι αυτός είναι μόνο ο φωτογράφος, αλλά ακόμα περισσότερο ο φωτογραφιζόμενος.

Μόνο αυτοί μπορούν να ξέρουν τι ακριβώς συνέβαινε μέσα τους εκείνη τη στιγμή.
Μόνο αυτοί μπορούν να ξαναζήσουν για λίγο όλα εκείνα. Στα δύο αυτά καλοκαίρια, ίσως κάποιος τρίτος να έβλεπε ακριβώς τα ίδια πράγματα. Ίδια πρόσωπα, ίδια διάθεση, λαβ ιν δι έαρ. Θα αφήσω για εμένα να ξέρω την πιο βαθιά θεώρηση των δύο καλοκαιρινών εκδοχών. Θα κρατήσω για μένα οποιαδήποτε συναισθήματα προκαλούνται κοιτώντας αυτές τις φωτογραφίες και για τα άτομα που είναι μέσα σ'αυτές, θα αφήσω να έχουν τη δική τους γνώμη, τα δικά τους συναισθήματα και τη δική τους εκδοχή. Όπως σε όλες τις ιστορίες άλλωστε. Καλοκαιρινές ή όχι.

[Και τελικά;]

ή

[μάλλον]

[κάνε εκείνο που σου μοιάζει και για μένα μη σκεφτείς]

July 30, 2012

Summertime Sadness.


kiss me hard, before you gone summertime sadness

-Δεν έχω γνωρίσει πιο καταθλιπτικό κορίτσι από σένα.
-Δεν έχεις γνωρίσει και πολλά κορίτσια, του απάντησε.
-Δεν έτυχε. Επιλογή μου ήταν.
-Φυσικά και ήταν επιλογή σου! Αφού εσύ πάντα ήσουν της σιγουριάς. Ποτέ δεν έκανες ένα βήμα στο άγνωστο, ποτέ δεν πήρες ένα ρίσκο στη ζωή σου, προτιμούσες τα εύκολα και τα ανώδυνα, μόνο που εγώ δεν είμαι έτσι. 
-Εγώ πάλι νομίζω πως είσαι μόνο λόγια. Νομίζεις ότι είσαι διαφορετική, αλλά η διαφορετικότητά σου περιορίζεται στη θλίψη σου. Και νομίζω πως κατά βάθος σου αρέσει να είσαι θλιμμένη. Έχεις εθιστεί.
-Είμαι εθισμένη σε ότι μπορώ να ζήσω απόλυτα. Κι αφού αυτό δεν είναι η χαρά, τότε προτιμώ να είμαι εθισμένη στη θλίψη.
-Ξέρεις κάτι; Με κατηγορείς εμένα για φυγόπονο, αλλά κι εσύ ίδια είσαι! Είναι πιο εύκολο να ζεις στη θλίψη σου. Απαιτεί ψυχική κούραση να χαμογελάς. Απαιτεί να πιέσεις τον εαυτό σου για να σε αντέξεις,  και να σε αντέξουν. Να τον κάνεις λίγο πιο συμπαθητικό, λίγο πιο ευχάριστο. Εσύ όμως δεν τον κάνεις, σ'αρέσει να κυλιέσαι στο βούρκο σου, σ'αρέσει να σε βλέπουν έτσι, μ'αυτό το θλιμμένο βλέμμα και το χαμόγελο που κρύβει μέσα του τόσα πολλά. Τόσα πολλά, αλλά όχι ευτυχία. Σ'αρέσει να σε λυπούνται!
-Το πιο μεγάλο λάθος που κάνουν οι άνθρωποι, είναι ότι νομίζουν πως ξέρουν ο ένας τον άλλον. Είπε και σηκώθηκε να φύγει με κοκκινισμένα μάγουλα και μάτια.

Την άφησε. Δεν ήταν από τα άτομα που θα την παρακαλούσαν. Τέτοια είχε πολλά, αλλά ήταν κι αυτά τα ίδια που την έκαναν να ασφυκτυεί ανάμεσά τους. Ήταν αυτά τα ίδια που δεν την ικανοποιούσαν στο ελάχιστο. Που δεν την γέμιζαν. Ίσως τελικά αυτή η αδιαφορία που της έδειχνε και που την ενοχλούσε τόσο πολύ, όπως υποστήριζε, ίσως να ήταν αυτή που τον κρατούσε μέσα της. Αυτή που την έκανε να προσπαθεί για κάτι -τι; δεν ήξερε. Ίσως τελικά και να είχε δίκιο. Ίσως της άρεσε να παιδεύει τον εαυτό της, να τον τιμωρεί για κάποια αμαρτία που ούτε κι αυτή ήξερε ποια ήταν και πότε ακριβώς την είχε κάνει.

Τα είχε όλα άλλωστε! Όλα όσα ευχόταν να είναι δικά της, τώρα ήταν στα χέρια της. Είχε τα πάντα, αλλά περισσότερο από όλα είχε αυτό το ανικανοποίητο Εγώ.

Ίσως τελικά δεν έφταιγε το καλοκαίρι, ο νωχελικός και πάντα αδιάφορος Αύγουστος, αυτοί οι Άλλοι, οι γονείς της, το αγόρι της, το αβέβαιο μέλλον της, ίσως δεν της έφταιγε κανένας άλλος, εκτός από το ότι δεν μπορούσε να κάνει αυτό που τόσο πολύ επιθυμούσε. Μια βουτιά στη θάλασσα. Μια βουτιά όμως διαφορετική από τις άλλες. Μια βουτιά που θα διαρκούσε αιώνια. Μια βουτιά που η κατάληξή της δεν θα ήταν στην επιφάνεια, αλλά στο βυθό. [Της άρεσαν τόσο πολύ οι μπουρμπουλήθρες άλλωστε. Είχε αυτό το μικρό μπουκαλάκι με σαπουνάδα στο συρτάρι της και όποτε ήθελε να δει λίγο χρώμα έβγαινε στο μπαλκόνι, και εκεί σε κάποια αντανάκλαση του ήλιου έκανε μερικές φούσκες -της άρεσε περισσότερο η λέξη μπουρμπουλήθρες βέβαια- έκανε μερικές και έβλεπε τα χιλιάδες χρώματα που σχημάτιζονταν. Πόσα χρώματα μπορεί να έχει μια τόσο δα φουσκίτσα;! Κι ύστερα, πριν προλάβουν να σκάσουν από μόνες τους, τις ακουμπούσε με το δάχτυλο και τις έσκαγε αυτή. Δεν της άρεσε η ιδέα να έχουν το δικό τους τέλος. Ήθελε να το καθορίσει αυτή, όπως και όλα τα τέλη στη ζωή της.]

Κι ύστερα ξανά σκεφτόταν τον έρωτα.

Ίσως τελικά να έφταιγε η τόσο διαφορετική αντίληψη που είχε γι'αυτόν.
Ίσως πάλι να έφταιγε από μόνος του ο ίδιος έρωτας και η πολυπλοκότητά του.
Ή η υπερβολική απλότητά του, στο πολύπλοκο μυαλό της.
Γιατί έρωτας άλλωστε θα ξέρετε../
Δεν είναι μόνο μούσκεμα χειλιών,
φυτέματα αγκαλιασμάτων στις μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριά σπασμών.
Είναι προπάντων επαλήθευση της μοναξιάς μας,
όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε δυσκολοκατάχτητο κορμί.

Ντίνος Χριστιανόπουλος

(Κάπως έτσι χωρίζονται και χωρίζουν οι άνρωποι.
Στις τόσο διαφορετικές αντιλήψεις που έχουν για τον έρωτα.)

July 20, 2012

Δίχως τέλος.

Ό,τι αξίζει δεν τελειώνει. Αυτό έμαθα καλύτερα από κάθε τι άλλο τους τελευταίους μήνες. Μπορεί να προσπαθήσεις να το τελειώσεις και μία, και δύο, και τρεις, και δέκα, αλλά αν η ιστορία σου αξίζει, αν δεν έχει έρθει η ώρα, όσο και να προσπαθείς δεν μπορείς να την κάνεις να τελειώσει. Υπάρχει αυτό το κάτι που σε κρατάει δεμένο με τον άλλον και τον άλλον μαζί σου. Αν υπάρχει κάτι που μάλλον το λένε αγάπη, ή τελοσπάτνων έτσι συνηθίζεται να ονομάζεται από τους  ανθρώπους, τότε η ιστορία σου δεν θα έχει τέλος. Δεν μου αρέσει η λέξη αγάπη. Ή μάλλον απλά εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει να προσδιορίζω τα συναισθήματα με συγκεκριμένες λέξεις, που έχουν εφευρευθεί από άλλους για δικές τους ανάγκες. Μου αρέσει απλά να τα ζω. Να τα μην τα συγκεκριμενοποιώ. Να μην τα καταπιέζω. Να μην τα κρύβω. Να μην τα υποτιμώ.

Γιατί τι είναι η αγάπη τελικά; Είναι κάτι προσδιορισμένο; Κάτι που μπορείς να του δώσεις έναν συγκεκριμένο ορισμό; Και να πεις είναι αυτό; Η αγάπη είναι κάτι απροσδιόριστο. Είναι απλά αυτό για το οποίο αξίζει να ζεις, για το οποίο αξίζει να παλεύεις. Αν δεν έχεις αγάπη στη ζωή σου, τι να την κάνεις; Αγάπη είναι να θες να είναι χαρούμενος ο άλλος πιο πολύ από τον ίδιο σου τον εαυτό. Αγάπη είναι να του δίνεις την ελευθερία που χρειάζεται. Αγάπη είναι να είσαι εκεί. Αγάπη είναι να συγχωρείς και να ξαναρχίζεις. Η αγάπη δεν εμπεριέχει εγωισμούς. Η αγάπη είναι ανιδιοτελής και αποσκοπεί στην χαρά και ευτυχία του άλλου, αλλά κατ' επέκταση και της δικής σου. Γιατί αν είναι χαρούμενος αυτός που αγαπάς πως γίνεται να μην είσαι και εσύ;

Αγάπη είναι ένας περίπατος στις 7 τα ξημερώματα για τυρόπιτα. Ένα οικογενειακό παγωτό βανίλια-σοκολάτα-φράουλα, με ένα κουτάλι για δύο άτομα. Μια βόλτα με ένα ποδήλατο και δύο άτομα πάνω. Ένα χαμόγελο ευτυχίας. Η αγάπη ζει. Στα μικροπράγματα. Ναι.

 
 [Η αλήθεια είναι Τζέιν πως ούτε εγώ είμαι καλά
με κυνηγάνε οι τύψεις μου που σε σιχτίρισα βαριά]

July 9, 2012

Η ρακέτα.

[...]
Αγαπούσε το τέννις. Τον αθλητισμό γενικότερα, αλλά το τέννις ήταν η λατρεία της. Έκανε προπονήσεις καθημερινά, ήταν όλη μέρα στα γήπεδα, ίδρωνε, έλιωνε παπούτσια, ρακέτες. Άλλαζε γκριπ σχεδόν κάθε μήνα! Όταν πέρασε στο πανεπιστήμιο γράφτηκε αμέσως σε μια ακαδημία. Ήταν το πρώτο πράγμα που έκανε. Ξεκίνησε εντατικά, πήγαινε καθημερινά, έδινε τον καλύτερό της εαυτό. Μια μέρα αποφάσισε να κάνει ένα δώρο στον εαυτό της. Έψαξε αρκετά, έβγαλε μερικά χρήματα από τον λογαριασμό της και αγόρασε μια καινούρια ρακέτα. Την αγάπησε αυτή τη ρακέτα. Ήταν μαύρη με κίτρινο φωσφοριζέ πλέγμα.

Η ζωή της κυλούσε, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Και μετά γνώρισε αυτόν. Δεν ταίριαζαν ιδιαίτερα. Κι όμως υπήρχαν κάποια πράγματα που λάτρευε πάνω του. Την πρώτη φορά που έπαιξαν τέννις δεν ήταν ακόμα σε σχέση. Αυτή όμως ήταν τόσο ερωτευμένη μαζί του. Τόσο αφόρητα κι απελπισμένα ερωτευμένη που μερικές φορές καταντούσε σπαστικό. "Σταμάτα ηλίθιε εαυτέ" έλεγε πολλές φορές μέσα της. Αυτό ήταν άλλωστε και το μεγαλύτερό της λάθος, που προσπαθούσε με τόση αποτυχία να πνίξει κάτι δυνατό. Να το κάνει να φανεί ασήμαντο, ε, δεν ήταν και τίποτα, πέρασε κι δεν ακούμπησε φάση. Αλλά είναι δυνατόν; Όταν τα δυνατά πας να τα πνίξεις, φουσκώνουν, μπουκώνουν και κάποια στιγμή σκάνε. Έσκασε κι αυτό που υπήρχε μέσα της, αλλά ήταν πολύ αργά όταν έγινε.

Είχε πολύ ήλιο εκείνη τη μέρα. Άρχισαν να παίζουν. Ήταν καλύτερη από αυτόν. Τουλάχιστον στην αρχή. Είχε και καιρό να παίξει και ήταν "σκουριασμένος". Άρχισε να ιδρώνει και όσο ίδρωνε τόσο πιο γοητευτικός γινόταν. Ήθελε να τον αρπάξει και να τον φιλάει για ώρες. Είχε τόσο ωραίο χαμόγελο. Το πιο ωραίο χαμόγελο του κόσμου. Έκανε τον κόσμο της ολόκληρο να λάμπει. Κάποια στιγμή ήρθαν κοντά. Ήθελε τόσο πολύ να σκύψει και να τη φιλήσει, αλλά δεν το έκανε. Όχι ακόμα. Το παιχνίδι τέλειωσε. Και γύρισαν σπίτια τους. Από εκείνη τη μέρα ήξερε. Εκείνη τη μέρα είχε μπει ακόμα πιο πολύ στην καρδιά της.

Μετά από εκείνη τη μέρα την αγάπησε πιο πολύ τη ρακέτα. Την αγάπησε και για κάποιον περίεργο λόγο από εκείνη τη στιγμή, η ρακέτα της συνδέθηκε μ'αυτόν. Ήρθε το καλοκαίρι, πήγαν πολλές φορές για τέννις, είχε αρχίσει να παίζει καλύτερα από αυτήν. Έκανε δυνατές μπαλιές και πολλά slash. Ήταν καταπληκτικός στα slash, αυτή ποτέ δεν είχε καταφέρει να κάνει ούτε ένα. Θύμωνε καμιά φορά. Ήταν τόσο ανώριμη. Ήθελε πάντα να κερδίζει. Σε όλα -σύντομα βέβαια θα μάθαινε και να χάνει. Το καλοκαίρι πέρασε υπέροχα. Διακοπές μαζί, μπάνια στη θάλασσα, βραδυνές βόλτες. Και τέννις. 

Έπειτα ήρθε ο χειμώνας. Ο χειμώνας που θα της μάθαινε πολλά. Η ρακέτα έμεινε κρεμασμένη στο υπνοδωμάτιο. Ο χειμώνας πέρασε και έπειτα ήρθε το άλλο καλοκαίρι. Δεν είχαν καταφέρει να παίξουν ξανά τέννις ως τότε. Πως το περίμενε αυτό καλοκαίρι... Είχε σκεφτεί τόσα να κάνουν μαζί. Θα ήταν υπέροχο, σαν παραμύθι! Δεν ήταν. Ήρθε νωχελικά, χωρίς πυροτεχνήματα και απλά, σχεδόν ψυχαναγκαστικά έφτασε η μέρα να φτιάξει τη βαλίτσα της. Ταίριαξε όλα τα πράγματα, ρούχα, μαγιώ, κοσμήματα (είχε γίνει κοκέτα πια δεν μπορούσε να βγει έξω χωρίς να προσέξει την παραμικρή λεπτομέρια πάνω της) και πήγε να κλείσει τη βαλίτσα. Η ρακέτα δεν ήταν μέσα. Όχι, δεν την είχε παραλείψει καταλάθος. Το είχε σκεφτεί καλά. Δεν χρειαζόταν να την πάρει. Γιατί να την πάρει άλλωστε; Δεν θα ξαναέπαιζαν ποτέ μαζί τέννις. Θυμήθηκε ξανά τα απογευματινά καλοκαιρινά τους τηλεφωνήματα και τις αναλύσεις τους. Τις βόλτες με τα ποδήλατα, τα φιλιά δίπλα στη θάλασσα, τους χαζούς τσακωμούς τους. Θυμήθηκε το προηγούμενο καλοκαίρι ξανά και δάκρυσε. Χτύπησε δυνατά το χέρι της στο τραπέζι -για να αποφύγει να χτυπήσει το κεφάλι της στον τοίχο- και σκέφτηκε μια στροφή από τον αγαπημένο της Λειβαδίτη*. Έγραψε ένα μήνυμα στο κινητό της, το αποθήκευσε στα πρόχειρα και έκλεισε το φερμουάρ της βαλίτσας.

"5:00 η ώρα στη γνωστή γωνία αγάπη μου;" 
*Τίποτα.
Κοιμήσου.
Εμείς τελειώσαμε.
Δεν έχει δάκρυα πια.
Δακρύζουν όσοι στο βάθος ακόμη ελπίζουν.

June 30, 2012

Το 4.

Πώς να σου πω ότι φταίω;
Πώς φταίω για όλα εγώ;
Πώς να στο πω αφού φταίω;
Αφού τα λόγια να βρω δεν μπορώ.

Γυρνάω τα βράδια στους δρόμους.
Γυρνάω μήπως σε βρω.
Γυρνάω στους δρόμους σε bar, σε φαγάδικα.
Σε κάθε στενό, σε βαριά ξενυχτάδικα.

Ρωτάω τους φίλους σου, τους κολλητούς.
Ρωτάω στους δρόμους κοινούς μας γνωστούς.
Ρωτάω μη σε είδαν και δεν σε είδα εγώ.
Ρωτάω τους τύπους που πουλάνε ξυστό.

Και παίρνω τον δρόμο για τον γυρισμό.
Το άδειο μου σπίτι να γεμίσω καπνό.
Να πιω ένα μπουκάλι από άθλιο πιοτό.
Και ύστερα μόνος μου να κοιμηθώ.

Και τώρα θ΄αρχίσω να κλαίω.
Να κλαίω ώσπου να κοιμηθώ.
Και μόλις ξυπνήσω θα λέω...
[Ένα κομμάτι αγάπης, πάθους,
ποιητικής αποξένωσης, σεξουαλικής αυτονομίας,
και αβεβαιότητας του Χάιζενμπεργκ.]
*αφιερωμένο σε μια χαζή, ξανθιά


(Μα δεν ταιριάζουν οι κόσμοι μας μωρό μου. 
Ο δικός σου είναι ασπρόμαυρος.
Κι ο δικός μου πολύχρωμος.
Τι ατύχημα!)
 

June 25, 2012

Εξαντλητικές αναπνοές.

Να θέλεις να εξαφανιστείς. Με κάποιον τρόπο. Οποιοδήποτε. Μαγικό ή όχι. Να εξατμιστείς. Απλά να σταματήσεις να υπάρχεις. Είναι κάποιες φορές που νιώθεις τόση κούραση. Κούραση απλά από το να αναπνέεις. Από το να ζεις. Και δεν είναι σωματική ξέρεις. Είναι ψυχική. Έτσι χάνονται όλες οι μάχες άλλωστε. Από το ηθικό. Όσο έχεις το κουράγιο να παλεύεις μη φοβάσαι. Αυτό το κουράγιο. Αν χάσεις αυτό το κουράγιο έχασες τον πόλεμο. (Με έχασες.)

Είναι αυτές οι φορές που αφήνεις στην άκρη τις προσδοκίες για ευτυχία. Δε σε νοιάζει πια να την έχεις στη ζωή σου. Φαντάζει πλέον κάτι τόσο μακρινό και αδιάφορο ταυτόχρονα. Θες απλά την ησυχία σου. Να μην ενοχλείς και να μην σε ενοχλούν. Να αποκοιμιέσαι πλάι στο κύματα. Να ξαπλώνεις σε ξέφωτα με κιτρινιασμένα στάχυα. Να εξαφανίζεσαι. Να ζεις στο μπαμπλ γούορλντ σου. Εκεί που δεν χωράει κανένας άλλος. Δίπλα στους ήρωες των βιβλίων σου. Παρέα με τις μουσικές σου. Δίπλα στα μη πραγματικά. Άλλωστε και τα πραγματικά τόσο καιρό τι σου προσέφεραν; Εκεί είναι κάπως πιο εύκολο να αναπνέεις. Ίσως βγαίνει αυτόματα. Όπως στους κανονικούς ανθρώπους.

Εκεί νιώθεις λίγο να εξαφανίζεσαι.
Λίγο να εξατμίζεσαι.
Να εξαϋλώνεσαι.
Να ζεις (σε) όνειρα.
Κι ας σου λείπει η αγάπη.
Την έχεις ανάγκη νομίζεις;


[θα 'μαι για λίγο ο έρωτας που δεν θα ζήσει κανείς
θα 'μαι το σώμα μου μόνο κι αυτό θα το ξέρετε εσείς
που σας γυρίζω την πλάτη πάντα την ίδια στιγμή]
  
(το καλοκαίρι θα ΄ρθει)

June 14, 2012

Ελλείψεις.

Πάντα της άρεσαν οι φιλοσοφικές συζητήσεις. Όχι ότι έβρισκε συχνά κάποιον να συζητάει όλα αυτά που αυτή έβρισκε ενδιαφέροντα, αλλά όσο μπορούσε και όποτε τύχαινε, κάτι θα πετούσε για τις μεταφυσικές της ανησυχίες. Ποτέ, ποτέ δεν είχε βρει ένα άτομο να νιώσει ότι την καταλαβαίνει απόλυτα. Κι αυτά που έβρισκε προσπαθούσε τόσο πολύ να τα κάνει στο μυαλό της ότι της ταιριάζουν. Όχι, δεν της ταίριαζαν. Ήταν τόσο διαφορετική από όλους. Τόσο διαφορετική που μάλλον τελικά αυτό αποτελούσε το μεγαλύτερο πρόβλημα στη ζωή της.


-Τι είναι οι ελλείψεις;
-Ψευδαισθήσεις.
-Θα την εκλάμβανα σαν σωστή απάντηση μέχρι πριν λίγο καιρό. Δεν ξέρω πια.
-Όλα είναι παιχνίδια του μυαλού. Ό,τι θέλεις βάζεις μέσα και το σκέφτεσαι, για όσο εσύ θέλεις. Εσύ καθορίζεις τις εμμονές. Δεν μπορεί να παίξει κανείς με το μυαλό σου αν εσύ δεν τον αφήσεις.
-Τι κι αν δεν είναι έτσι σου λέω; Τι κι αν η έλλειψη είναι τελικά μια πραγματικότητα; 
-Και πως την ορίζεις δηλαδή την έλλειψη σαν πραγματικότητα;
-Η έλλειψη σαν πραγματικότητα ορίζεται, σαν την ζωή χωρίς ζωή. Είναι όταν τελικά δεν μπορείς να ελέγξεις το μυαλό σου. Όταν γίνεσαι έρμαιο των σκέψεών σου. Όταν δεν έχεις δύναμη να υπακούσεις τη λογική. Έλλειψη είναι να πονάς σε όλο σου το σώμα, χωρίς να υπάρχει κάποιος παθολογικός λόγος να πονέσεις. Έλλειψη είναι να μουδιάζουν τα πόδια σου. Τα χέρια σου. Έλλειψη είναι να είσαι ανάμεσα σε πολλούς και να νιώθεις μόνος. Έλλειψη είναι να σου λένε ότι είσαι όμορφη και να νιώθεις απλά άμορφη. Έλλειψη είναι το κλάμα να γίνει καθημερινή συνήθεια. Έλλειψη είναι να νιώθεις άδειος. 

Σταμάτησε. Τι άλλο να πει; Πάλι δεν θα καταλάβαινε. Το παλιό κενό είχε επιστρέψει για τα καλά, σκέφτηκε, αλλά έπειτα κοντοστάθηκε. Έφυγε ποτέ; Έφυγε ποτέ αυτό το κενό που πάντα την κατέτρεχε; Όχι ήταν η απάντηση. Το κενό ήταν εκεί, ίσως λίγο καλυμμένο. Λίγο, ούτε καν πολύ. Θα υπήρχε ποτέ κάποιος που θα κάλυπτε καλά το κενό της αναρωτήθηκε; Ή ίσως να το εξαφάνιζε; Όχι ήταν πάλι η απάντηση. Μελαγχόλησε ξανά. Η φυσική της κατάσταση άλλωστε. Δεν την πείραζε πια. Ξάπλωσε, γύρισε δυο - τρεις φορές πλευρό μέχρι να βρει ποιο της ταιριάζει, συμβιβάστηκε για μια ακόμη φορά με την ιδέα ότι δεν θα το έβρισκε ποτέ και έκλεισε τα μάτια της.

May 29, 2012

Σύννεφα.

Πάρε ένα αεροπλάνο. Ταξίδεψε μακρυά. Όσο πιο μακρυά μπορείς. Άλλαξε παραστάσεις. Βγες από τον μικρόκοσμό σου. Δες τον κόσμο. Τον κόσμο ολόκληρο! Κόσμος δεν είναι το σπίτι σου, οι άνθρωποί σου, η σχολή σου, η δουλειά σου, η μίζερη πόλη σου. Κόσμος δεν είναι τα ηλίθια προβλήματά σου. Κόσμος δεν είσαι εσύ, αυτός, αυτή. Κόσμος είναι όσα δεν έχεις δει. Και όσα δεν έχεις γνωρίσει. Κόσμος είναι ότι δεν ανακάλυψες ακόμα. Και είναι εκεί να σε περιμένει.

Δες τα σύννεφα. Όπως ακριβώς είναι. Δες τα χωρίς προκατάλειψη. Τα σύννεφα δεν είναι εχθρός σου. Μόνο που πρέπει να τα δεις από ψηλά. Πρέπει να νιώσεις δίπλα τους. Να τα αγγίξεις. Να τα αισθανθείς. Τα σύννεφα μέσα από ένα αεροπλάνο φαντάζουν όμορφα. Τα σύννεφα δεν πρέπει να τα κοιτάξεις από κάτω. Δεν πρέπει να τα αφήσεις να κρύψουν τον ήλιο σου. Τα σύννεφα είναι όμορφα και έχουν πολλά να σου πουν. Φτάνει μονάχα να θέλεις να τα ακούσεις. Κοίταξέ τα προσεκτικά. Δες τις αχτίδες ανάμεσα τους. Κρύβονται πολλές φορές. Αλλά είναι εκεί. Πάντα εκεί και περιμένουν να το θελήσεις για να βγουν.

Πάρε έστω ένα τρένο. Το πρώτο τρένο που θα βρεις όταν φτάσεις στο σταθμό. Πήγαινε στη διπλανή πόλη από τη δική σου. Βάλε στη τσάντα σου ένα βιβλίο και στα αυτιά σου τη μουσική που αγαπάς. Απόλαυσε τη διαδρομή. Βγες έξω. Πήγαινε στη θάλασσα. Η θάλασσα πάντα βοηθά, δεν το ξέρεις; Παρατήρησε τους ανθρώπους. Προσεκτικά. Δες τα πρόσωπά τους. Προσπάθησε να φανταστείς τις ζωές τους. Ίσως μοιάζουν με τη δική σου. Ίσως όχι. Ξάπλωσε στον ήλιο. Νιώσε τον να καίει το πρόσωπό σου. Δες ξανά τα σύννεφα. Δεν είναι ακόμα πιο όμορφα τώρα; Κοίταξέ τα. Δες σ' αυτά, ότι θέλεις να δεις. Φτιάξε πολιτείες ολόκληρες και ιστορίες και παραμύθια.

Όχι. Δε θες κανέναν μαζί σου. Στα ταξίδια -στο 'χω ξαναπεί- πρέπει να είσαι μόνος. Τα σημαντικά ταξίδια δεν τα κάνεις με παρέα. Άλλωστε ποιός σου είπε ότι αν είχες παρέα θα έβλεπε όλα αυτά που εσύ βλέπεις; Ποιός σου είπε ότι θα μπορούσε να καταλάβει γιατί σ'αρέσει ο ήλιος; Γιατί βρέχεις τα πόδια σου στη θάλασσα; Γιατί χορεύεις στη μέση του δρόμου; Γιατί τρέχεις και φωνάζεις σαν παιδί; Γιατί έχεις ανάγκη το "χεράκι-χεράκι"; Ποιός σου είπε ότι αν είχες παρέα θα έβλεπε ότι εκείνο το σύννεφο είναι διαφορετικό από τα άλλα; (Όχι αγάπη μου, δεν είναι όλα τα σύννεφα ίδια.) Κι αν η παρέα σου δεν μπορεί να δει όσα εσύ μπορείς, τι να την κάνεις; Δεν ανήκει στον κόσμο σου.
[δε με υπολόγισες καλά.
όφειλες ξέρεις]
και (έτσι ξαφνικά, μέσα από τα σύννεφα)

May 18, 2012

Αθώα βλέμματα.

Πόσο ζηλεύω τα ανοιχτά μεγάλα μάτια με μια απορία μέσα τους.
Τα μάτια που δεν έχουν δει και δεν έχουν μάθει ακόμα πολλά.
Που δεν γνωρίζουν τι κρύβεται πίσω από αυτά που βλέπουν. 
Που δεν έχουν πληγωθεί και διψούν να εξερευνήσουν τον κόσμο.
Που είναι γεμάτα αλήθεια και δεν έχουν να κρύψουν τίποτα.
Αν κάτι εξωπραγματικό θα ήθελα περισσότερο αυτή τη στιγμή στη ζωή μου, θα ήταν αυτό.  Να ξαναγίνω παιδί.
Θα 'θελα να ήμουν στο δημοτικό. Όπου η μόνη μου έγνοια ήταν το παιχνίδι. 
Όπου το μόνο που έκανα ήταν να χαμογελάω, να σκαρφαλώνω σε δέντρα, να τρέχω σε ξέφωτα και να φτιάχνω πυργάκια στην άμμο. (Εκείνα τα πυργάκια - όχι δεν πείραζε που τα έφτιαχνα.)
Όπου το μόνο μου πρόβλημα ήταν μια άσκηση στα μαθηματικά που δεν καταλάβαινα. 
Και έπειτα ερχόταν ο μπαμπάς μου, μου την εξηγούσε και όλα λύνονταν. 
Ως διά μαγείας.
Όλα ήταν τόσο απλά τότε. 
Χαιρόμουν που έτρωγα μαλλί της γριάς και είχα μπαλόνι να πετάει. 
Χαιρόμουν που έπαιρνα σε όλα τα μαθήματα Α΄ και ήμουν καλή μαθήτρια. 
Χαιρόμουν κι ας μη με ήθελε το αγοράκι που μου άρεζε. 
Πόσο ζηλεύω τα αθώα βλέμματα.
Τα βλέπω παντού τελευταία.
Με κοιτούν πολλά παιδάκια και νιώθω σα να θέλουν να μου κάνουν μια ερώτηση.
"Γιατί δεν είσαι χαρούμενη όπως εμείς;"
Τί να τους απαντήσεις;
Το δικό σου βλέμμα δεν είναι αθώο πια. (Δεν υπάρχει γέφυρα επικοινωνίας.)
Ήταν κάποτε που ήσουνα παιδί, ή λίγο αργότερα όταν κοιτούσες εκείνον. 
Το δικό σου αθώο βλέμμα έχει μείνει στο παρελθόν*