November 1, 2018

αγόρια με πλάτες

Όλα τα αγόρια της, μετά εκείνο το αγόρι της, υποσχέθηκε να είναι όμορφα. Να μην υπάρχει αμφιβολία στην αντικειμενικότητα και τη μέτρηση του κάλους. Στην σκάλα του ένα μέχρι το δέκα, όφειλαν να παίρνουν έντεκα. Τα απαιτούμενα κριτήρια είχαν ως ακολούθως. Mύτη ίσια και αρμονική να δένει με το μέτωπο. Φρύδια καλοσχηματισμένα και ίσως έντονα, να κρύβουν τρικυμία μα και μυστήριο. Μάτια μπλε, πράσινα ή γκρι - όλα τα άλλα χρώματα απορρίπτονταν. Χείλη σαρκώδη, με λεπτό περίγραμμα σα ζωγραφισμένο με λαδομπογιά. Δόντια άσπρα, μεγάλα, δυνατά, σαρκοβόρα. Μαλλιά στις αποχρώσεις του φθινοπώρου και ύψος· το ύψος ήταν μια ιστορία από μόνο του. Ιδανικό ήταν το 1,89,   αλλά περνούσε οτιδήποτε πάνω από 1,83. Και έπειτα κορμί. Αυτό έπρεπε να είναι υγιές, αθλητικό, αψεγάδιαστο. Σώμα δεμένο, να τονίζεται σε κάθε κίνηση ο ανάλογος μυς. Δελτοειδής, μείζων θωρακικός, ραχιαίος, γλουτός, μηριαίος, προσαγωγός, γαστροκνήμιος. Η μεγαλύτερη όμως σημασία δινόταν στον άνω κορμό. Ο υποψήφιος έπρεπε να έχει ώμους τεράστιους, να χωρείς μέσα, να καλύπτουν, να προστατεύουν. Στήθος σαν πανοπλία και κοιλιακούς να παίζεις τρίλιζα. Φυσικά δε δινόταν λιγότερη προσοχή στα πνευματικά χαρακτηριστικά. Οι υποψήφιοι έπρεπε να έχουν ένα απαράμιλλο επίπεδο πνευματικής μόρφωσης. Πολυτεχνικές σχολές, ιατρικές επιστήμες, οτιδήποτε με κύρος και πολλά μόρια περνούσαν. Χιούμορ, αυτό είχε πέσει πλέον κάτω κάτω στις απαιτήσεις. Ποιος θέλει έναν κλόουν για εραστή άλλωστε; Ποίηση, τέχνη, λογοτεχνία, όσο κι αν τα ποθούσε ήξερε πως έπρεπε να παραιτηθεί από τέτοιοι είδους προσδοκίες. Δεν μπορούσε να τα έχει όλα. Έφταναν οι μύες.

Όλα τα αγόρια της, μετά από εκείνο το αγόρι της, έμοιαζαν με αγάλματα που σμιλέφθηκαν κατά παραγγελία στα μέτρα που επιθυμούσε η κυρία. Να μπορούν να την κάνουν να ιδρώνει, να βογκάει, να αποδίδουν όπως τις άξιζε. Και το έκαναν. Κατάφερναν να της δίνουν την ευχαρίστηση που ποτέ δεν της έδωσε εκείνος. Να τις ικανοποιούν τις επιθυμίες, τα θέλω, τα ταμπού. Όλα ήταν εφικτά. Η απελευθέρωση κινούσε τα πάντα. Κι όλα θα ήταν όπως έπρεπε, αν εξαιρέσουμε βέβαια το μοναδικό πρόβλημα με τα αγάλματα, πως είναι κρύα. Τα αγάλματα είναι για θαυμασμό, μόνο ακούνε, πίσω δε σου μιλάνε και η καρδιά τους είναι από μάρμαρο κι αυτή. Από αισθήματα δεν ξέρουν, ούτε από βασικούς τρόπους - αυτό άλλωστε δεν ήταν στα προαπαιτούμενα. Κάνουν ότι τους αρέσει, γιατί άλλωστε μπορούν. Ευχαριστούν πολλά κορίτσια, γιατί κρίμα να περιορίσουν όσα μπορούν να προσφέρουν μόνο σε ένα αχ. Θέλεις; Θέλω. Γρήγορα και αποτελεσματικά. Χρόνος για χάσιμο δεν υπάρχει. Όπως δεν υπάρχει και βάθος. Ό,τι ήταν αυτά γι'αυτήν, ήταν κι αυτή γι'αυτά. Ένα καλό κομμάτι. Ίσως λίγο παράξενη και δύσκολη για τα γούστα τους, μα αυτός ο κώλος, γι'αυτόν τα ανεχόταν όλα.

Όλα τα αγόρια της, μετά από εκείνο το αγόρι, δεν ήξεραν τι θα πει αγάπη. Όπως βέβαια δεν ήξερε ούτε εκείνο. Μα, κάπως παράξενα, κάπως θλιβερά, δεν την πείραζε πια. Δεν την έψαχνε πια. Σημασία είχαν μόνο οι πλάτες και ο όρκος της. Αν είναι να κλαις για κάτι, ας είναι για την ομορφιά.

August 31, 2018

πόσα καλοκαίρια μέχρι εκείνο

Εδώ και πέντε χρόνια ζω στο Βερολίνο. Τις καθημερινές περνάω εννιά με εννιάμιση ώρες στη δουλειά και τα απογεύματα πηγαίνω γυμναστήριο ή για φαγητό. Τα Σαββατοκύριακα ακούω τέκνο και χορεύω ακατάπαυστα· αυτή είναι η πραγματικότητά μου. Τα πρώτα χρόνια δεν την άντεχα, ήθελα να φύγω, μετά συνήθισα όπως συνηθίζονται όλες οι πραγματικότητες. Μεγάλωσα στο Βόλο, μια μικρή επαρχιακή πόλη στη μέση της Ελλάδας, όπως την περιγράφω όταν με ρωτάνε από που είμαι. Σκυλιά που γαυγίζουν αν περάσεις νύχτα έξω από κάποια αυλή, γάτες που ξεπετάγονται έντρομες από σκουπιδοτενεκέδες, γιαγιάδες καθισμένες σε πλαστικές καρέκλες έξω από μονοκατοικίες, αδιαλείπτως γεμάτα τσιπουράδικα, το ουζερί στη γωνία της Κασσαβέτη που κάθε δυο χρόνια αλλάζει όνομα· αυτή είναι μια άλλη πραγματικότητά.

Κάθε καλοκαίρι προσγειώνομαι σε κάποιο ελληνικό νησί. Σε τούτο έλαχε η Σέριφος. Κάθε καλοκαίρι θυμάμαι κάτι από γεωμετρία, αμέτρητες παράλληλες ζωές που δεν τέμνονται ποτέ. Μπλε, άσπρο, κίτρινο, ένα καφενεδάκι που το βράδυ μεταμφιέζεται σε μπαρ, μια γάτα με ένα μάτι, τρία ταξί που λειτουργούν με ραντεβού, χίλιοι μόνιμοι κάτοικοι, ένας φούρναρης που βγάζει δίχως απολύτως καμία βιασύνη το ψωμί από το ξυλόφουρνο - χτυπώντας δυο τρεις φορές την κάτω κόρα να δει αν ψήθηκε - δίχως να ξέρει τι θα πει παραγωγικότητα, ανταγωνισμός, μα ούτε στρες. Στον γυρισμό συνάντησα άλλες πάλι πραγματικότητες. Τον παππού της Κατερίνας που έφτασε 86 ολόκληρα χρόνια και ξυπνάει από το χάραμα να μαζέψει ελιές, την αδερφή του Έκτωρα που στα 31 μάθαμε πως έχει καρκίνο και της έχουν πέσει τα μαλλιά από τις χημειοθεραπείες, ο Λάμπρος που δουλεύει στη γιούρομπανκ και πίνει χαλαρός τον καφέ του στη Σταδίου με άλλους χαλαρούς συναδέλφους, τονίζοντας πως ευκαιρίες στην Ελλάδα υπάρχουν αρκεί να τις ψάξει κανείς (ξεχνώντας ότι ο βασικός συνεχίζει να βρίσκεται στα 496 ευρώ), την γιαγιά μου στη Θεσσαλονίκη, ετών 96, που κάθε φορά που ρωτώ τι κάνει απαντά: "τι να κάνω κορίτσι μου, για μένα νύχτωσε πια".

Μικροί παράλληλοι μικρόκοσμοι, που άνετα θα ανταλάσσαμε - για κάποιον πιο γαλανό, πιο ανέμελο, κάποιον διαφορετικό. Πόσα υπεραστικά λεωφορεία ταξιδεύουν αυτήν τη στιγμή με άλλον προορισμό; Πόσα πλοία μπαρκάρουν και πόσα ξεμπαρκάρουν; Πόσα ψωμιά ψήνονται και πόσοι φουρνάρηδες τα περιμένουν να ψηθούν; Πόσοι βρίσκονται σε κάποιον βράχο έτοιμοι για βουτιά; Πόσοι φοβούνται τελικά και δεν την κάνουν; Πόσα αγόρια λένε στα κορίτσια τους ότι κουράστηκαν και πόσων κοριτσιών τα μάτια πλημυρίζουν; Πόσοι χοροί του Ησαία χορεύονται και πόσοι κόκκοι ρυζιού ρίχονται; Πόσα πουκάμισα ταυτόχρονα σιδερώνονται και πόσα τσαλακώνονται; Πόσοι αποχαιρετούν τη μητέρα τους λέγοντας εις το επανιδείν και πόσοι λέγοντας αντίο; Πόσοι είναι έτοιμοι να τα παρατήσουν και πόσοι λένε λίγο ακόμα; Πόσοι κλείνουνε το βράδυ το φως και πόσοι το κρατάνε ανοιχτό για συντροφιά; Πόσες αράδες σαν αυτές γράφονται και πόσες διαβάζονται; Πόσα καλοκαίρια μέχρι να μην γδέρνει ο Αύγουστος καθώς φεύγει, πόσα μέχρι να μην τσούζουν τα πρωτοβρόχια; Πόσα καλοκαίρια ακόμα, μέχρι εκείνο που δε θα συγκρίνουμε πραγματικότητες, αφού η δικιά μας θα είναι τόσο απέραντη, τόσο φωτεινή, τόσο πραγματική.

July 21, 2018

ντεζαβού

δε σε μισώ, μα μισώ τη δύναμη που έχεις πάνω μου. μισώ που μπορείς να με κουνήσεις με το μικρό σου δαχτυλάκι σαν το πιόνι, που κόβεται η ανάσα μου στα δύο κάθε φορά που σε αντικρύζω και που μοιάζει να ρουφάς όλο το οξυγόνο κάθε φορά που βρίσκεσαι δίπλα μου. μισώ που έχουν περάσει 32 μήνες και 14 μέρες και περιφέρεσαι ακόμα γύρω μου, μισώ τα τανκ τοπσ που φοράς και τις ριγωτές παντόφλες κολυμβητηρίου· τον αέρα με τον οποίο περπατάς στους διαδρόμους του γραφείου, την αδιαφορία και το μηδενικό ενδιαφέρον σου. μισώ τη φωνή σου, το βήχα σου, τον επαγγελματισμό σου, τη δήθεν σοβαρότητά σου, το χώρο που πιάνεις στο μυαλό μου, στις αφηγήσεις μου, στο παρόν μου. μισώ το αλμυρό νερό που τρέχει από τα μάτια μου ακόμα, μα πιο πολύ μισώ που εσύ δε μισείς τίποτα.
(και μόνο να ήξερες, πως μισώ να μισώ.)

May 25, 2018

συμπτωματικά

αδιανόητη φαντασία
η ζωή
ασύλληπτη ειρωνία
η τύχη

και οι δυο μαζί
παιχνίδι
που δεν καταλαβαίνουμε
τους κανόνες του