November 27, 2017

φωτογραφία στον τοίχο

Πάνε βδομάδες που λέω να την κατεβάσω, μα αν κάνουμε κάτι καλύτερα σε αυτή τη μικρή και βιαστική ζωή, είναι να αναβάλλουμε. 'Οσα έχουμε τη σιγουριά πως θα κάνουμε αύριο - χωρίς να περνάει από το μυαλό μας πως μπορεί να μην είναι εκεί να μας περιμένουν, όσα  μας θυμίζουν τα λάθη μας, όσα μας θυμίζουν τα σωστά μας, που πάλι δεν είναι εδώ.

Αν ξέραμε, αν μια μικρή ιδέα είχαμε πόσο θα κλάψουμε μια μέρα το παρόν μας, θα το προσέχαμε λιγάκι παραπάνω. Μου είπες όχι άλλο κι έφυγες. Άρχισα να νιώθω, δεν θέλω να πληγωθώ. Το είδες το μαχαίρι και φοβήθηκες, δεν ήξερες ότι πάντα, τελευταία πάντα στιγμή, το γυρνάω προς το μέρος μου. Χίλια. Μετρημένα χίλια. (Γιατί πρέπει να είναι Αύγουστος όταν έρχεται κατακλυσμός δεν το κατάλαβα ποτέ. Τι φταίει ο μήνας ο κακόμοιρος και μόνο ιστορίες που κανείς δεν θέλει να ακούσει έχει να πει.) Ήταν μεσημέρι προς απόγευμα. Έξω από τον κεντρικό σταθμό. Να μην χρειαστεί να βάλω φαντασία, όταν μια μέρα αποφασίσω να κάνω τη ζωή μου ταινία. Με κοίταξες στα μάτια και μου είπες, άργησες. Η ζωή δεν περιμένει κανέναν. Χίλια μαχαίρια. Μετρημένα χίλια. Ταυτόχρονα όλα μου μπήχτηκαν στην κοιλιά. Δεν σε υπολόγισα καλά, όφειλα ξέρεις.

Έφτασε Νοέμβρης κι ακόμα κρέμεσαι στον τοίχο απέναντι από την πόρτα, να χαιρετάς όταν μπαίνω, να χαιρετάς όταν βγαίνω. Είσαι παιδί είπα, θα νιώθω λίγη εννοούσα. Είσαι βαρετός είπα, δεν με πληγώνεις ήθελα να πω. Με θες πολύ είπα, πως να το χειριστώ το τόσο αναλογίστηκα. Ξέρω μονάχα από λίγο. Αυτό έμαθα, αυτό συνήθισα. Σύνδρομο της Στοκχόλμης το λένε διάβασα, ο όμηρος να αγαπάει τον απαγωγέα του. Κι έτσι έμαθα κι εγώ να αγαπώ όσους με είχανε κλεισμένη σε κλουβί, όσους με κράταγαν κοντά τους με ψίχουλα. Έκλαψα σαν μωρό παιδί. Όπως τότε που ήμουν εικοσιδύο. Μα, νόμιζα είχα μεγαλώσει. Νόμιζα ήξερα να παίζω. Νόμιζα είχα σημαδεμένα τα χαρτιά. Δάκρυσες κι εσύ. Δεν ξέρω αν  ήταν για την ταινία κι αυτό. Μια μπλε καρδιά, το τελευταίο σου μήνυμα. Μπλε είναι το χρώμα της ελπίδας μου είχες πει.

Σήμερα μας ξεκρεμάω. Είμαστε χαρούμενοι, όμορφοι και ερωτευμένοι, δεν ξέρω αν αντέχεται τόσο ψέμα σε ένα δωμάτιο. Σήμερα μας ξεκρεμάω. Είμαστε χαρούμενοι, όμορφοι και ερωτευμένοι, ίσως να μην αντέχεται τόση αλήθεια σε ένα δωμάτιο. Ήθελα να σου μάθω να εμπιστεύεσαι, είπες. Υπάρχουν και αξίζουν. Δεν ξέρω τι κατάφερα. Συγγνώμη. Ελπίζω μια μέρα να με συγχωρέσεις.



November 12, 2017

το βερολίνο

Δεν έγραψα ποτέ για το Βερολίνο. Σα να θέλω να κρατήσω μυστικό τα όσα ξέρω γι'αυτό. Δεν έγραψα ποτέ για το Βερολίνο, σα να φοβάμαι πως αν τα διαβάσω θα γίνουν πιο αληθινά. Το Βερολίνο είναι άγριο, βρώμικο και βίαιο. Είναι δήθεν και χίπστερ. Αντεργκράουντ και απότομο. Το Βερολίνο είναι τα άφθονα ναρκωτικά, το τριήμερο κλάμπινκ, τα εικοσιτετράωρα γκέι πάρτυ και το σεξ δίχως όρια. Είναι τα σταρτ απσ και η δωρεάν μπύρα στη δουλειά, η μπύρα στο μετρό, στο τραμ και το σ-μπαν (άχρηστη πληροφορία της ημέρας, μισώ την μπύρα). Είναι τα sneakers, η τσάντα πλάτης (απαραιτήτως μαύρη και μακρόστενη) και τα οβερσάιζντ τζιν τζάκετς. Είναι το τέκνο στα κλαμπσ, το τέκνο στα μπαρσ, το τέκνο στο κομμωτήριο, στο γυμναστήριο, στο πάρκο. Είναι ο Σίσυφος, το Αμπάουτ Μπλανκ και το Μπερκάιν. Είναι οι κόκες, οι εκστάσεις και οι κεταμίνες· τα νταρκ ρουμσ και οι πούτσοι που ορθώνονται μπροστά σου θέλοντας βιαστικά και χωρίς κόπο κάπου να μπουν. Το Βερολίνο δεν είναι ρομάντσο, δεν είναι λουλούδια, δαντελένια φορέματα και χάπι έντινγκς. Είναι η ωμή πραγματικότητα που σε γαμάει καθημερινά. Είναι πρωινά που δένεις αμήχανα τα κορδόνια των παπουτσιών σου και πόρτες που κλείνουν απότομα πίσω σου, είναι τα 'keine Beziehung, nur Spaß' και είναι αυτό που αρχίζεις να είσαι κι εσύ. Είναι η μεταμόρφωση στις (υπο)σημειώσεις σου, το βλέμμα σου, την καρδιά σου - που κάποτε ήτανε βαθύ μπορντό και τώρα κάτι σε ξεβαμμένο και θολό σάπιο μήλο.

Είναι βέβαια και τα κίτρινα φύλλα στα πεζοδρόμια κάθε φθινόπωρο, που το κάνουν να μοιάζει με πίνακα του Van Gogh. Είναι ο Σπρέε, τα ρεστοράν στη Savignyplatz και οι αμέριμνοι κύκνοι που βολταρίζουν στο Tiergarten. Είναι το Charlottenburg και η άγνοια των ηλικιωμένων για το εκάστοτε πάρτυ του διπλανού WG. Οι γιαγιάδες που περνάνε αμέριμνες τις Κυριακές έξω από το Μπερκάιν αναρωτούμενες τι είδους εκκλησία μπορεί να είναι αυτή και ποιο το αντίδωρο, το Prenzlauer Berg και τα πεντάχρονα που παίζουν στην Zionkirchsplatz. Είναι το Neukölln, οι γειτονιές γεμάτες μέση Ανατολή και τα απέραντα  ροζ ηλιοβασιλέματα στο Τέμπελχοφ που κλέβουν άλλο ένα κομμάτι της καρδιάς σου. Είναι ακόμα το Έξοδος και οι Γκρικ Μπερλίνερς που φαίνεται όλοι να έχουν απεριόριστο χρόνο να σχολιάζουν αφειδώς οτιδήποτε δεν τους αφορά· η Ελληνική Κοινότητα που πήγες μονάχα μια φορά και κάτι φούρνοι στο Schöneberg που δεν επισκέφτηκες ποτέ, παρόλη την τρομερή σου επιθυμία για τυρόπιτα. Είναι οι νεοφερμένοι και το ύφος χιλίων καρδιναλίων που κρατούν, νομίζοντας πως βγήκαν από το κόμφορτ ζόουν τους ερχόμενοι με έτοιμη δουλειά, τον γκόμενο παραμάσχαλα και τη μαμά να τους αποχαιρετά στο Ελ. Βενιζέλος. Το Βερολίνο είναι οι ψευδαισθήσεις. Είναι οι τουρίστες που νομίζουν ότι έζησαν το Βερολίνο επειδή εβγάλανε φωτογραφία μπροστά στο φιλί Μπρέζνιεφ - Χόνεκερ και πήγανε στο καφέ Λουσία. Είναι οι δασκάλες γιόγκα, οι ζωγράφοι και οι χορευτές, που έρχονται στην πιο κουλ πρωτεύουσα της Ευρώπης ψάχνοντας δεν ξέρω τι, νομίζω ούτε και αυτοί.

Το Βερολίνο είναι σταθμός. Εδώ τίποτα δεν μένει και ποτέ δεν ξέρεις αν θα μείνεις κι εσύ. Είναι φίλοι από Ρωσία, Μεξικό, Ισπανία, Αργεντινή, που ήρθαν και φύγαν. Η κολλητή κι η ισορροπία που νόμισες πως βρήκες, μα που εξαφανίστηκαν η μία μετά την άλλη. Φίλοι που κάνεις κάθε Σεπτέμβριο και πετάνε κάθε άνοιξη σαν αποδημητικά. Το Βερολίνο είναι τα πρώτα αμήχανα βήματά σου, το βλέμμα σου προς τα πίσω, το βαρύ χτύπημα, η αντίσταση και η παράδοση. Είναι το γοτέβερ, μπορώ κι εγώ. Είναι το κάζουαλ και το χλιαρό. Εδώ δράματα δεν επιτρέπονται. Δεν Επίδαυρος εδώ. Εδώ είμαστε κουλ. Το Βερολίνο δεν είναι κανένα άλφα, όπως αγάπη. Το Βερολίνο είναι μόνο βήτα, όπως βάναυσο και βάρβαρο. Το Βερολίνο είναι αυτά και άλλα πολλά που ακόμα δεν ξέρω. Είναι όσα δεν ξέρουν οι προφέσορες του Χούμπολτ, οι φοιτητές της κλασσικής μουσικής και το ζευγάρι που ήρθε από την Κροατία για ένα καλύτερο μέλλον. Είναι η υπερβολική πλην επιτακτική επίδειξη του διαφορετικού και του εξτρίμ. Είναι το παλιό και το νέο. Η ελευθερία και η αδιαφορία. Είναι σχεδόν τα πάντα και σχεδόν τίποτα. Είναι όλα όσα δεν ξέρει η μαμά μου και όσα ποτέ δεν θα μπορέσω να της πω. Όλα όσα έψαχνα, μα ίσως δεν ήθελα να βρω. Όλα όσα ονειρευόμουν και μισούσα μαζί. Το Βερολίνο είναι αυτά. Τα λίγα ή πολλά. Και με μπερδεύει.


October 20, 2017

ανάποδα

άφησε την επαρχία
για την Αθήνα
την Ελλάδα
για την Ευρώπη
την Ευρώπη 
για την Αμερική

για να μάθει πως
κάποτε τα μέρη
σταματούν να μεγαλώνουν
κάποτε
για να χωρέσεις
πρέπει να μικρύνεις εσύ

κάποτε ο κόσμος
μοιάζει με βελόνα
εσύ με κλωστή
θέλει
να στριμωχτείς
να εστιάσεις

από
το πλήθος
το θόρυβο
τις λίστες
τις ατέλειες
τα προαπαιτούμενα
στο ένα
(το γεμάτο ψεγάδια
μα δικό σου)


September 14, 2017

περί του προσωρινού

δε μας μάθανε τίποτα στο σχολείο. κάθε μέρα στις οχτώ.
γλώσσα, γλώσσα, μαθηματικά, ιστορία, φυσική, χημεία, εμείς και ο κόσμος.
τι μάθαμε γι'αυτόν; κόσμος είναι το εύτακτο τμήμα του όντως Όντος
που ορίζεται ως άπειρον διατεταγμένον και κεκοσμημένον.
μάθαμε για τα άστρα και τους γαλαξίες, τους κομήτες και τα νεφελώματα.
θεωρίες περί του ηλεκτρομαγνητισμού, περιοδικούς πίνακες, οργανικές ενώσεις.
μας είπανε πως είναι αιώνιος, σφαιρικός και άφθαρτος. ο άνθρωπος υπερδύναμος,
μπορεί να σκαρφαλώσει στο φεγγάρι.

κάθε μέρα στις οχτώ. χτύπημα κάρτας, τσάι, μίτιγνκσ, παρουσιάσεις, ντεντλάινσ.
τώρα μαθαίνουμε αλήθειες. ο κόσμος είναι μικρός, λίγος και προσωρινός.
ο ήλιος δεν παγιδεύεται. η θάλασσα πάντα θα μας ξεφεύγει.
ο έρωτας δεν θα κρατά, παρά όσο για την σύντομη απόλαυση της ηδονής.
τα ακροδάχτυλα μας δε θα ενώνονται, παρά όσο για την δημιουργία της ανάμνησης.
οι μέρες θα ξημερώνουν αιφνίδια νύχτες. τα βέβαια θα γνέφουν ειρωνικά αντίο.
χιλιάδες μαχαίρια θα καρφώνονται στο στομάχι μας, μέχρι τη λυπηρή συνειδητοποίηση,
πως ακόμα κι αυτός. αυτός που σε κάνει να νιώθεις, ο πόνος,
 - φεύγει.

κάτι μας μάθανε στο σχολείο. μας μάθανε να ζούμε σαν αθάνατοι
και μια μέρα είδαμε τα μαλλιά μας να ασπρίζουν.




July 30, 2017

τα μήλα, η χίπικη παντελόνα και εσύ

Σήμερα ήταν Παρασκευή. Κάθε Παρασκευή, δυο δρόμους κάτω από το πατρικό μου έχει λαϊκή, τη λαϊκή των ρούχων. Παλιά η βόλτα στη λαϊκή αποτελούσε ιδιαίτερη χαρά και ιεροτελεστία, ρούχα υψηλής ποιότητας σε εξωπραγματικά χαμηλές τιμές, μα παλιά ήμουν μικρή. Πλέον στη λαϊκή πηγαίνω μόνο για την θύμηση του γεγονότος, ότι κάποτε αποτελούσε ιδιαίτερη χαρά και ιεροτελεστία. Δεν έχω ούτε το κουράγιο να ψάξω, ούτε το χρόνο να ασχοληθώ. Πλέον ο χρόνος μου αξίζει, περισσότερο από το οποιοδήποτε ποσό θα κερδίσω χάνοντάς αυτόν.

Ξεκινώντας βεβαίως να ψάξεις οτιδήποτε, με διάθεση βαριεστημένη εώς μηδενική, σχεδόν βέβαιη είναι μόνο η αποτυχία της αποστολής. 'Ετσι γίνεται λοιπόν και γυρνάω πάντοτε με άδεια χέρια. Σήμερα, παραδόξως, έπεσε το μάτι μου πάνω σε μια παντελόνα. Ήταν πολύχρωμη, φαρδιά και χίπικη και μου θύμησε εσένα. Την κοίταξα για ώρα, από μπροστά, από πίσω, από το πλάι, την φόρεσα να δω αν μου ταιριάζει. Δεν ήμουν σίγουρη. Η παντελόνα κόστιζε 5 ευρώ, όσο πάνω κάτω κοστίζει ένα σμούθι πορτοκάλι-μάνγκο-φράουλα, μια κρέπα με δύο γεμίσεις, μπισκότο και τρούφα ή ένα σάντουιτς με αβοκάντο και φέτα. Θέλω να πω με όλα αυτά, δίνω καθημερινά αρκετά πεντάευρα. Όμως δεν ήμουν σίγουρη, δεν ήμουν σίγουρη συγκεκριμένα για την παντελόνα. "Θα το σκεφτώ και θα περάσω αργότερα" είπα στην κυρία που κοίταγε περιπαιχτικά. Έκανα μια βόλτα και επέστρεψα 13 περίπου λεπτά αργότερα. Είχα αποφασίσει πως μάλλον αξίζει το ρίσκο να την πάρω και να μην μου αρέσει μετά. Κοίταξα ίσως με κάποια αγωνία στο σημείο που την είχα αφήσει και άρχισα να ανακατώνω τον πάγκο, μέχρι που άκουσα μια φωνή "την πήρανε κοπέλα, σου είπα εγώ". Στην αρχή, ένιωσα μια κάποια ανακούφιση, "με βγάλανε από τη δύσκολη θέση" σκέφτηκα. Αργότερα όμως, κοιτώντας τη θάλασσα και αδυνατώντας για μια ακόμη φορά να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη, άρχισα να σκέφτομαι με ίσως κάποια θλίψη την παντελόνα που έχασα, εσένα που κοντεύω να χάσω -αφού δεν είμαι σίγουρη αν μου κάνεις-  τα μήλα που παίζαμε μικρά. Στα μήλα ήμουν καλή. Ήμουν καλή σε οτιδήποτε απαιτούσε κίνηση, εξού και στα μήλα. Ο σκοπός του παιχνιδιού γνωστός. Οι δύο παίχτες που στέκονται αντικριστά, να κάψουν με την μπάλα όσους είναι ανάμεσά τους και οι ανάμεσα να πιάσουν την μπάλα (μήλο!) και/ή να την αποφεύγουν. (Παράξενο παιχνίδι, σκέφτομαι τώρα που μεγάλωσα, να θες να πιάσεις αυτό που ταυτόχρονα θες να αποφύγεις.) Θυμήθηκα πως ποτέ δεν έπιανα μήλα. Κέρδιζα πάντα. Μα κέρδιζα μονάχα αποφεύγοντας, κέρδιζα γιατί ήμουν καλή στους ελιγμούς. Ποτέ δεν είχα μήλα - ποτέ επιπλέον ζωές. Τα φοβόμουνα, τα έτρεμα, σας το λέω. Πίστευα πως αν προσπαθούσα να τα πιάσω, θα καιγόμουνα κι έτσι τα άφηνα στους άλλους. Νικούσα, μα τη δόξα του μήλου δεν την ένιωσα ποτέ. Δεν έμαθα πως μοιάζει να αγγίζεις, χωρίς να φοβάσαι να μην τσουρουφλιστείς.

Θα σε χάσω. Το πιο πιθανό είναι πως θα σε χάσω. Μα ό,τι με θλίβει περισσότερο δεν είναι αυτό· είναι που δεν ξέρω αν θα στεναχωρηθώ που θα σε χάσω. Όπως δεν ξέρω αν στεναχωρήθηκα για την παντελόνα. Όπως δεν ξέρω αν στεναχωρήθηκα για όσα έχασα από έλλειψη σιγουριάς ή ύπαρξη φόβου. Ίσως είναι που συνήθισα να χάνω μήλα, ίσως να αρκεί που δεν καίγομαι. Ίσως και όχι.

Burning Man (2015)