October 20, 2017

ανάποδα

άφησε την επαρχία
για την Αθήνα
την Ελλάδα
για την Ευρώπη
την Ευρώπη 
για την Αμερική

για να μάθει πως
κάποτε τα μέρη
σταματούν να μεγαλώνουν
κάποτε
για να χωρέσεις
πρέπει να μικρύνεις εσύ

κάποτε ο κόσμος
μοιάζει με βελόνα
εσύ με κλωστή
θέλει
να στριμωχτείς
να εστιάσεις

από
το πλήθος
το θόρυβο
τις λίστες
τις ατέλειες
τα προαπαιτούμενα
στο ένα
(το γεμάτο ψεγάδια
μα δικό σου)


September 14, 2017

περί του προσωρινού

δε μας μάθανε τίποτα στο σχολείο. κάθε μέρα στις οχτώ.
γλώσσα, γλώσσα, μαθηματικά, ιστορία, φυσική, χημεία, εμείς και ο κόσμος.
τι μάθαμε γι'αυτόν; κόσμος είναι το εύτακτο τμήμα του όντως Όντος
που ορίζεται ως άπειρον διατεταγμένον και κεκοσμημένον.
μάθαμε για τα άστρα και τους γαλαξίες, τους κομήτες και τα νεφελώματα.
θεωρίες περί του ηλεκτρομαγνητισμού, περιοδικούς πίνακες, οργανικές ενώσεις.
μας είπανε πως είναι αιώνιος, σφαιρικός και άφθαρτος. ο άνθρωπος υπερδύναμος,
μπορεί να σκαρφαλώσει στο φεγγάρι.

κάθε μέρα στις οχτώ. χτύπημα κάρτας, τσάι, μίτιγνκσ, παρουσιάσεις, ντεντλάινσ.
τώρα μαθαίνουμε αλήθειες. ο κόσμος είναι μικρός, λίγος και προσωρινός.
ο ήλιος δεν παγιδεύεται. η θάλασσα πάντα θα μας ξεφεύγει.
ο έρωτας δεν θα κρατά, παρά όσο για την σύντομη απόλαυση της ηδονής.
τα ακροδάχτυλα μας δε θα ενώνονται, παρά όσο για την δημιουργία της ανάμνησης.
οι μέρες θα ξημερώνουν αιφνίδια νύχτες. τα βέβαια θα γνέφουν ειρωνικά αντίο.
χιλιάδες μαχαίρια θα καρφώνονται στο στομάχι μας, μέχρι τη λυπηρή συνειδητοποίηση,
πως ακόμα κι αυτός. αυτός που σε κάνει να νιώθεις, ο πόνος,
 - φεύγει.

κάτι μας μάθανε στο σχολείο. μας μάθανε να ζούμε σαν αθάνατοι
και μια μέρα είδαμε τα μαλλιά μας να ασπρίζουν.




July 30, 2017

τα μήλα, η χίπικη παντελόνα και εσύ

Σήμερα ήταν Παρασκευή. Κάθε Παρασκευή, δυο δρόμους κάτω από το πατρικό μου έχει λαϊκή, τη λαϊκή των ρούχων. Παλιά η βόλτα στη λαϊκή αποτελούσε ιδιαίτερη χαρά και ιεροτελεστία, μα παλιά ήμουν μικρή. Πλέον στη λαϊκή πηγαίνω μόνο για την θύμηση του γεγονότος, ότι κάποτε αποτελούσε ιδιαίτερη χαρά και ιεροτελεστία. Δεν έχω ούτε το κουράγιο να ψάξω, ούτε το χρόνο να ασχοληθώ. Πλέον ο χρόνος μου αξίζει, περισσότερο από το οποιοδήποτε ποσό θα κερδίσω χάνοντάς αυτόν.

Ξεκινώντας βεβαίως να ψάξεις οτιδήποτε, με διάθεση βαριεστημένη εώς μηδενική, σχεδόν βέβαιη είναι μόνο η αποτυχία της αποστολής. 'Ετσι γίνεται λοιπόν και γυρνάω πάντοτε με άδεια χέρια. Σήμερα, παραδόξως, έπεσε το μάτι μου πάνω σε μια παντελόνα. Ήταν πολύχρωμη, φαρδιά και χίπικη και μου θύμησε εσένα. Την κοίταξα για ώρα, από μπροστά, από πίσω, από το πλάι, την φόρεσα να δω αν μου ταιριάζει. Δεν ήμουν σίγουρη. Η παντελόνα κόστιζε 5 ευρώ, όσο πάνω κάτω κοστίζει ένα σμούθι πορτοκάλι-μάνγκο-φράουλα, μια κρέπα με δύο γεμίσεις, μπισκότο και τρούφα ή ένα σάντουιτς με αβοκάντο. Θέλω να πω με όλα αυτά, δίνω καθημερινά πολλά πεντάευρα. Όμως δεν ήμουν σίγουρη, δεν ήμουν σίγουρη συγκεκριμένα για την παντελόνα. "Θα το σκεφτώ και θα περάσω αργότερα" είπα στην κυρία που κοίταγε περιπαιχτικά. Έκανα μια βόλτα και επέστρεψα 13 περίπου λεπτά αργότερα. Είχα αποφασίσει πως μάλλον αξίζει το ρίσκο να την πάρω και να μην μου αρέσει μετά. Κοίταξα ίσως με κάποια αγωνία στο σημείο που την είχα αφήσει και άρχισα να ανακατώνω τον πάγκο, μέχρι που άκουσα μια φωνή "την πήρανε κοπέλα, σου είπα εγώ". Στην αρχή, ένιωσα μια κάποια ανακούφιση, "με βγάλανε από τη δύσκολη θέση" σκέφτηκα. Αργότερα όμως, κοιτώντας τη θάλασσα και αδυνατώντας για μια ακόμη φορά να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη, άρχισα να σκέφτομαι με ίσως κάποια θλίψη την παντελόνα που έχασα, εσένα που κοντεύω να χάσω -αφού δεν είμαι σίγουρη αν μου κάνεις-  τα μήλα που παίζαμε μικρά. Στα μήλα ήμουν καλή. Ήμουν καλή σε οτιδήποτε απαιτούσε κίνηση, εξού και στα μήλα. Ο σκοπός του παιχνιδιού γνωστός. Οι δύο παίχτες που στέκονται αντικριστά, να κάψουν με την μπάλα όσους είναι ανάμεσά τους και οι ανάμεσα να πιάσουν την μπάλα (μήλο!) και/ή να την αποφεύγουν. (Παράξενο παιχνίδι, σκέφτομαι τώρα που μεγάλωσα, να θες να πιάσεις αυτό που ταυτόχρονα θες να αποφύγεις.) Θυμήθηκα πως ποτέ δεν έπιανα μήλα. Κέρδιζα πάντα. Μα κέρδιζα μονάχα αποφεύγοντας, κέρδιζα γιατί ήμουν καλή στους ελιγμούς. Ποτέ δεν είχα μήλα - ποτέ επιπλέον ζωές. Τα φοβόμουνα, τα έτρεμα, σας το λέω. Πίστευα πως αν προσπαθούσα να τα πιάσω, θα καιγόμουνα κι έτσι τα άφηνα στους άλλους. Νικούσα, μα τη δόξα του μήλου δεν την ένιωσα ποτέ. Δεν έμαθα πως μοιάζει να αγγίζεις, χωρίς να φοβάσαι να μην τσουρουφλιστείς.

Θα σε χάσω. Το πιο πιθανό είναι πως θα σε χάσω. Μα ό,τι με θλίβει περισσότερο δεν είναι αυτό· είναι που δεν ξέρω αν θα στεναχωρηθώ που θα σε χάσω. Όπως δεν ξέρω αν στεναχωρήθηκα για την παντελόνα. Όπως δεν ξέρω αν στεναχωρήθηκα για όσα έχασα από έλλειψη σιγουριάς ή ύπαρξη φόβου. Ίσως είναι που συνήθισα να χάνω μήλα, ίσως να αρκεί που δεν καίγομαι. Ίσως και όχι.

Burning Man (2015)

July 12, 2017

το γεμάτο ψυγείο

Τσίαρσ στα πρωινά με κλιματαριές και ήλιο, στη φέτα, στα γεμιστά, στις μελιτζάνες, στην ξεγνοιασιά, στο χαλβά φαρσάλων, στο καρπούζι, στη ρίγανη, στο αναπνέω, στα σταφύλια, στις σανταρόζες, στα κεράσια, στα λαδερά φασολάκια, στα φασόλια γίγαντες, στους κορνέδες, στα κουρκουμπίνια, στο αγκαλιάζω, στα κουλουράκια του καφέ, στα λουκούμια, στους λουκουμάδες, στα παγωτίνια, στο ψητό καλαμπόκι, στο χαμογελώ, στα τζιτζίκια, στα κοχύλια, στις αιώρες, στα βιβλία, στα ζεστά απογεύματα, στα θερινά σινεμά, στα πανηγύρια, στο γελώ, στο μαύρο δέρμα, στα αλατισμένα μαλλιά, στο άσπρο, στο μπλε, στον Ελύτη, στα τραπεζάκια δίπλα στη θάλασσα, στη βραδινή ζακέτα, στα μπαλκόνια που μιλούν δυνατά, στο ανα-παύομαι.

Τσίαρσ σε όσους γεμίζουν το άδειο μου ψυγείο με νοιάξιμο.

June 26, 2017

η σκιά

Είναι πάντα πίσω μου. Θυμάμαι τη μάνα μου να λέει "μην τρώτε σα να σας κυνηγάνε", μα μαμά, κοίτα, με κυνηγάνε! Δεν μπορώ να ξεχωρίσω την ακριβή του μορφή, είναι όμως πάντα πίσω μου. Πολλές φορές κρατάει ένα σφυρί και μου χτυπάει το κεφάλι, άλλες έρχεται και κάθεται πάνω στο στήθος μου, το πιέζει δυνατά, μέχρι να κολλήσει στην πλάτη. Πότε πότε κάθεται στο σβέρκο μου κι άλλοτε κρέμεται από την αναπνοή μου. Πόσο βάρος να αντέξει μια εισπνοή, από πόσο να απαλλαχθεί μια εκπνοή; Δεν ξέρουν τι άλλο να κάνουν, γίνονται γρήγορες, κοφτές, κοφτές και γρήγορες.

Τη νύχτα ευτυχώς κρύβεται για λίγο, δεν ξέρω αν πάει για ύπνο ή κυνηγάει άλλονε, εμένα μια φορά με αφήνει στην ησυχία μου. Στη θέση του βέβαια κάθε πρωί, το δευτερόλεπτο που θα ακούσει το ξυπνητήρι. Έχει γεύση στυφή στη γλώσσα και γρατζουνάει στο λαιμό, σα να κατάπιες κυδώνι ολόκληρο. "Κοιτάξτε" λέω, "κοιτάξτε, με κυνηγάνε", γυρνάνε όλα τα κεφάλια, δε βλέπουν τίποτα. Με περνάνε για τρελή. Ιδρώνω, κρυώνω, ζεσταίνομαι, ξανά από την αρχή.  Έχουν τεντωθεί όλα. Τα νεύρα μου, το σχοινί, το κούμπωμα του στηθόδεσμου. Η υπομονή από την άλλη έχει εξαντληθεί, η πίστη συρρικνωθεί, η εμπιστοσύνη εξαφανιστεί.

Η σκιά πάντοτε περιφερώμενη γύρω μου σε ακτίνα συγκεκριμένης απόστασης. Μακρυά μα κοντά. Μην την πιάσω και τη δυαλύσω, μην την χάσω και ξεχαστώ. Προχθές, καθώς ποδηλατούσα στην Karl-Marx-Alle προσπαθώντας με αγωνία να την αποφύγω, είδα μια  τεράστια ειρωνεία. "Γιατί οι άνθρωποι" αναρωτήθηκα, "να κρύβονται πάντα από τον ήλιο, γιατί να ψάχνουν τη σκιά; Και γιατί αυτή, να αγαπάει τόσο εμένα, όσο κι αν της λέω ότι δεν την αγαπώ;"