August 31, 2018

πόσα καλοκαίρια μέχρι εκείνο

Εδώ και πέντε χρόνια ζω στο Βερολίνο. Τις καθημερινές περνάω εννιά με εννιάμιση ώρες στη δουλειά και τα απογεύματα πηγαίνω γυμναστήριο ή για φαγητό. Τα Σαββατοκύριακα ακούω τέκνο και χορεύω ακατάπαυστα· αυτή είναι η πραγματικότητά μου. Τα πρώτα χρόνια δεν την άντεχα, ήθελα να φύγω, μετά συνήθισα όπως συνηθίζονται όλες οι πραγματικότητες. Μεγάλωσα στο Βόλο, μια μικρή επαρχιακή πόλη στη μέση της Ελλάδας, όπως την περιγράφω όταν με ρωτάνε από που είμαι. Σκυλιά που γαυγίζουν αν περάσεις νύχτα έξω από κάποια αυλή, γάτες που ξεπετάγονται έντρομες από σκουπιδοτενεκέδες, γιαγιάδες καθισμένες σε πλαστικές καρέκλες έξω από μονοκατοικίες, αδιαλείπτως γεμάτα τσιπουράδικα, το ουζερί στη γωνία της Κασσαβέτη που κάθε δυο χρόνια αλλάζει όνομα· αυτή είναι μια άλλη πραγματικότητά.

Κάθε καλοκαίρι προσγειώνομαι σε κάποιο ελληνικό νησί. Σε τούτο έλαχε η Σέριφος. Κάθε καλοκαίρι θυμάμαι κάτι από γεωμετρία, αμέτρητες παράλληλες ζωές που δεν τέμνονται ποτέ. Μπλε, άσπρο, κίτρινο, ένα καφενεδάκι που το βράδυ μεταμφιέζεται σε μπαρ, μια γάτα με ένα μάτι, τρία ταξί που λειτουργούν με ραντεβού, χίλιοι μόνιμοι κάτοικοι, ένας φούρναρης που βγάζει δίχως απολύτως καμία βιασύνη το ψωμί από το ξυλόφουρνο - χτυπώντας δυο τρεις φορές την κάτω κόρα να δει αν ψήθηκε - δίχως να ξέρει τι θα πει παραγωγικότητα, ανταγωνισμός, μα ούτε στρες. Στον γυρισμό συνάντησα άλλες πάλι πραγματικότητες. Τον παππού της Κατερίνας που έφτασε 86 ολόκληρα χρόνια και ξυπνάει από το χάραμα να μαζέψει ελιές, την αδερφή του Έκτωρα που στα 31 μάθαμε πως έχει καρκίνο και της έχουν πέσει τα μαλλιά από τις χημειοθεραπείες, ο Λάμπρος που δουλεύει στη γιούρομπανκ και πίνει χαλαρός τον καφέ του στη Σταδίου με άλλους χαλαρούς συναδέλφους, τονίζοντας πως ευκαιρίες στην Ελλάδα υπάρχουν αρκεί να τις ψάξει κανείς (ξεχνώντας ότι ο βασικός συνεχίζει να βρίσκεται στα 496 ευρώ), την γιαγιά μου στη Θεσσαλονίκη, ετών 96, που κάθε φορά που ρωτώ τι κάνει απαντά: "τι να κάνω κορίτσι μου, για μένα νύχτωσε πια".

Μικροί παράλληλοι μικρόκοσμοι, που άνετα θα ανταλάσσαμε - για κάποιον πιο γαλανό, πιο ανέμελο, κάποιον διαφορετικό. Πόσα υπεραστικά λεωφορεία ταξιδεύουν αυτήν τη στιγμή με άλλον προορισμό; Πόσα πλοία μπαρκάρουν και πόσα ξεμπαρκάρουν; Πόσα ψωμιά ψήνονται και πόσοι φουρνάρηδες τα περιμένουν να ψηθούν; Πόσοι βρίσκονται σε κάποιον βράχο έτοιμοι για βουτιά; Πόσοι φοβούνται τελικά και δεν την κάνουν; Πόσα αγόρια λένε στα κορίτσια τους ότι κουράστηκαν και πόσων κοριτσιών τα μάτια πλημυρίζουν; Πόσοι χοροί του Ησαία χορεύονται και πόσοι κόκκοι ρυζιού ρίχονται; Πόσα πουκάμισα ταυτόχρονα σιδερώνονται και πόσα τσαλακώνονται; Πόσοι αποχαιρετούν τη μητέρα τους λέγοντας εις το επανιδείν και πόσοι λέγοντας αντίο; Πόσοι είναι έτοιμοι να τα παρατήσουν και πόσοι λένε λίγο ακόμα; Πόσοι κλείνουνε το βράδυ το φως και πόσοι το κρατάνε ανοιχτό για συντροφιά; Πόσες αράδες σαν αυτές γράφονται και πόσες διαβάζονται; Πόσα καλοκαίρια μέχρι να μην γδέρνει ο Αύγουστος καθώς φεύγει, πόσα μέχρι να μην τσούζουν τα πρωτοβρόχια; Πόσα καλοκαίρια ακόμα, μέχρι εκείνο που δε θα συγκρίνουμε πραγματικότητες, αφού η δικιά μας θα είναι τόσο απέραντη, τόσο φωτεινή, τόσο πραγματική.

July 21, 2018

ντεζαβού

δε σε μισώ, μα μισώ τη δύναμη που έχεις πάνω μου. μισώ που μπορείς να με κουνήσεις με το μικρό σου δαχτυλάκι σαν το πιόνι, που κόβεται η ανάσα μου στα δύο κάθε φορά που σε αντικρύζω και που μοιάζει να ρουφάς όλο το οξυγόνο κάθε φορά που βρίσκεσαι δίπλα μου. μισώ που έχουν περάσει 32 μήνες και 14 μέρες και περιφέρεσαι ακόμα γύρω μου, μισώ τα τανκ τοπσ που φοράς και τις ριγωτές παντόφλες κολυμβητηρίου· τον αέρα με τον οποίο περπατάς στους διαδρόμους του γραφείου, την αδιαφορία και το μηδενικό ενδιαφέρον σου. μισώ τη φωνή σου, το βήχα σου, τον επαγγελματισμό σου, τη δήθεν σοβαρότητά σου, το χώρο που πιάνεις στο μυαλό μου, στις αφηγήσεις μου, στο παρόν μου. μισώ το αλμυρό νερό που τρέχει από τα μάτια μου ακόμα, μα πιο πολύ μισώ που εσύ δε μισείς τίποτα.
(και μόνο να ήξερες, πως μισώ να μισώ.)

May 25, 2018

συμπτωματικά

αδιανόητη φαντασία
η ζωή
ασύλληπτη ειρωνία
η τύχη

και οι δυο μαζί
παιχνίδι
που δεν καταλαβαίνουμε
τους κανόνες του


March 27, 2018

φιλοφοβία

σε πόσα κομμάτια μπορεί να σπάσει μια καρδιά;
μοιάζει ατελείωτα αν σκεφτείς πως από μαζεύω ακόμα. έβαλα ηλεκτρική εταιρεία καθαρισμού ολικού έφερα και μαστόρους να αλλάξουμε πλακάκια. πίστευα απαλλάχθηκα έμοιαζε με καινούρια. δεν αρκεί
θα έρχεται πάντα αυτό το πρωινό της Κυριακής, θα πατάς κάποιο ξεχασμένο γυαλάκι θα σου ανοίγει πληγή τεράστια θα αρχίζει να τρέχει το αίμα σαν συντριβάνι και τα δάκρυα ταυτόχρονα δεν θα ξέρεις τι να πρωτοσκουπίσεις

έκλαψα όταν έφυγες
έκλαψα μέχρι που άλλα δάκρυα δεν υπήρχαν. ποιο είναι αυτό το εσύ πια δεν θυμάμαι, μα θυμάμαι πως ένιωσα σαν ένα τεράστιο ολοστρόγγυλο μηδέν, που μεγάλωνε και φούσκωνε με κάθε αποχώριση. νόμιζα σε περίμενα. νόμιζα σε περιμένω μα γίνεται να έρθει ό,τι τρέμεις; μπήχτηκε το γυαλί της Κυριακής γελώντας. φοβάμαι την αγάπη αγάπη μου

φοβάμαι την αγάπη όσο φοβάμαι την απόρριψη, την εγκατάλειψη, τους δρόμους που χωρίζουν, τους ανθρώπους που μεγαλώνουν μαζί, μα θέλουν να γεράσουν μόνοι, όσους πολιτισμένα δίνουν το χέρι σε μια βουβή παραδοχή πως βαρέθηκαν σε μια αστεία συμφωνία να συνεχίσουν μόνοι ή με άλλους, μα όχι μαζί, το μαζί κουράζει, το μαζί σέρνει βάρη το μαζί κουβαλάει σκόνη, το μαζί θέλει χώρο στην ντουλάπα το εγώ σου στριμωγμένο στην άκρη, κουράγιο και ιδρώτα

νόμιζα σε έψαχνα
μα σαν αυτούς
ω τι ντροπή
φοβάμαι το μαζί

February 25, 2018

πως θα

Δεν είναι που η ζωή μοιάζει με τέλμα, δεν είναι το άφαντο νόημα, το βαρετό πηγαινέλα στη δουλειά, το ανυπόφορο οχτάωρο, το κούνημα του κεφαλιού αντί καλημέρας, το σκοτάδι των κλαμπς, οι γκόμενοι μικρής διαρκείας, δεν είναι τα μελαγχολικά απογεύματα, τα καθιερωμένα ραντεβού για βιετναμέζικο, οι αποστηθισμένες συζητήσεις, οι πάντα ίδιες καταλήξεις, τα γενέθλια που δεν σταματάνε να έρχονται, οι δείκτες που δεν τρέχουνε σαν να τους κυνηγάνε, τα αυξημένα ποσοστά διαζυγίων, η αποδέσμευση των σχέσεων, όσοι πέρασαν, όσοι ξεχάστηκαν να θυμηθούν, η χώρα που τότε ήταν σπίτι, οι ρίζες που μαράθηκαν, οι γεύσεις που έσβησαν, οι συνήθειες που κόπηκαν, το εγώ που αναρωτιέται από τι ορίζεται, η ζωή που δεν πήγε κατά σχεδίου.

«Είν' αυτή η κατάρα που με δέρνει, να διαβάζω ανάποδα τον κόσμο. Να επικεντρώνω την προσοχή μου στα υστερόγραφα. Να μην βάζω τίτλους στα κεφάλαια. Πού βρίσκομαι; Ρωτάς; Σε μια έρημο και περιφέρομαι άσκοπα. Σε λίγο θα νυχτώσει και φοβάμαι. Μου λείπει η σιγουριά της πάχνης στο τζάμι του δωματίου μου. Μου λείπει το κόκκινο σάλι μου. Οι πικροδάφνες στους μεγάλους δρόμους. Οι μενεξέδες στα παρτέρια των πάρκων. Μου λείπει η φλυαρία της μοναξιάς μου. Ο ζεστός καφές παρέα με το φίλο μου.Τα σοκολατάκια στην παλιά φοντανιέρα της μαμάς μου.
Η μαρμελάδα από βατόμουρα.
Μου λείπει η τζανεριά στην άκρη του ακάλυπτου.
Το κλουβί με τα καναρίνια στο αντικρινό μπαλκόνι.
Η γάτα μου, η Μάργκω.
Τα χαρτιά και τα μολύβια μου
(κι ας μην κατάφεραν ποτέ να δώσουν άσυλο στην ψυχή μου).
Σε μια έρημο βρίσκομαι. Και σε παρακαλώ μη με ρωτάς γιατί.
Ξέρεις πως είμαι ανίκανη να δώσω εξηγήσεις.
Όμως. Απ όλα περισσότερο, θέλεις να μάθεις τι μου λείπει;
Το παραμύθι.
Το παραμύθι πως μια μέρα θα βρίσκαμε μια όαση μαζί!»